Πόση υποκρισία συνάδελφοι…

Θυμάμαι τον Δεκέμβριο του 2008, την εποχή που η Αθήνα καιγόταν μετά τη δολοφονία του Αλέξανδρου Γρηγορόπουλου, να παίρνω το βάπτισμα του πυρός στο ρεπορτάζ. Λίγους μόλις μήνες στη δημοσιογραφία, άγνωστος μεταξύ αγνώστων στον χώρο, μου ζητούν να σηκώσω μια κάμερα και να καταγράψω εικόνες, ενώ παράλληλα δίνω το ρεπορτάζ για λογαριασμό μεγάλου σάιτ. Εργαζόμουν την εποχή εκείνη ανασφάλιστος και περιφερόμουν στους δρόμους της Αθήνας, από το Σύνταγμα στο Πολυτεχνείο και τούμπαλιν, πάνω από 14-15 ώρες την ημέρα, πνιγμένος στα χημικά και τους καπνούς των φλεγόμενων καταστημάτων.

Γράφει ο Μάριος Αραβαντινός

Χωρίς κάποιος να μου έχει εξηγήσει τις πιθανές νομικές συνέπειες που θα αντιμετώπιζα αν κατέγραφα εικόνες χωρίς να διαθέτω άδεια εικονολήπτη στάθηκα ένα βράδυ δίπλα σε επαγγελματίες οπερατέρ στην πλατεία Κάνιγγος. Σήκωσα την κάμερα κι άρχισα με αφέλεια να καταγράφω ό,τι κι εκείνοι. Ανάμεσα στις μολότοφ και τα δακρυγόνα, ένα χέρι με σκούντηξε με εμφανή εκνευρισμό. Ήταν ένας από τους επικεφαλής της Ένωσης Τεχνικών Ιδιωτικής Τηλεόρασης (ΕΤΙΤΑ) ο οποίος είχε εκνευριστεί γιατί κάποιος μη επαγγελματίας -δημοσιογράφος δηλαδή και όχι τεχνικός- έκανε τη δουλειά του παραβιάζοντας τη νομοθεσία.

Πριν προλάβω να αντιδράσω, με απομακρύνει από το σημείο των επεισοδίων και με ύφος ανακριτή, αφού πρώτα έχω καθίσει σε μια στάση λεωφορείου και προσπαθώ να καταλάβω τι συμβαίνει, με απειλεί πως θα προχωρήσει σε καταγγελία. Γύρω του μαζεμένοι τέσσερις-πέντε εικονολήπτες και ηχολήπτες οι οποίοι παριστάνουν τους λαϊκούς δικαστές, δίνοντάς του ουσιαστικά το ελεύθερο να τραμπουκίζει κάποιον του οποίου δεν γνώριζε ούτε το όνομα.

Μάταια προσπαθώ να εξηγήσω πως είναι η πρώτη μου μέρα στο ρεπορτάζ, πως παίρνω ελάχιστα χρήματα, πως παίζω το κεφάλι μου ανάμεσα σε μολότοφ και κοτρώνες χωρίς ασφάλιση. Σχεδόν δακρύζω από την πίεση, εκείνος όμως ανένδοτος και αυστηρός, κατακόκκινος από την οργή σαν να βλέπει μπροστά του τον μεγαλύτερο απατεώνα, φωνάζει τον πρώτο αστυνομικό που βλέπει γύρω του για να με καταγγείλει. Ζητάει ακόμη και την αστυνομική μου ταυτότητα, την οποία αφελώς τού δείχνω. Τι κι αν αγνοούσα ότι έχω παρανομήσει; Τι κι αν προσπαθούσα με ειλικρινή σεβασμό να του εξηγήσω τις συνθήκες κάτω από τις οποίες εργάζομαι; Τίποτα.

Για καλή μου τύχη, ο αξιωματικός που μας πλησίασε είχε σοβαρότερα προβλήματα από τον πιτσιρικά που κατέγραφε με την κάμερά του. Δίπλα μας άλλωστε ήταν σε εξέλιξη πρωτοφανή επεισόδια. Το περιστατικό έληξε «αναίμακτα». Προφανώς ο αυστηρός εκπρόσωπος των τεχνικών βαρέθηκε ν’ ασχολείται μαζί μου. Έτσι, παρά την αγωνία μου τις επόμενες μέρες μη δω το όνομά μου να κοσμεί κάποια ανακοίνωση, όλα κύλησαν ομαλά. Και δεν σας κρύβω ότι μετά την ενημέρωση που παρείχα στους προϊσταμένους μου για το περιστατικό, το καθεστώς άλλαξε. Τις επόμενες ημέρες έμαθα πως πολλοί νέοι συνάδελφοι από διάφορα μέσα δέχθηκαν bullying από αντίστοιχους τιμητές της νομιμότητας, χωρίς ποτέ πάντως να πληροφορηθώ για κάποια καταγγελία εις βάρος τους.

Δυστυχώς, το φαινόμενο δημοσιογράφοι να λειτουργούν και ως τεχνικοί δεν περιορίστηκε τα επόμενα χρόνια. Αντιθέτως διογκώθηκε με αποτέλεσμα η ΕΤΙΤΑ να κλιμακώνει τις αντιδράσεις της. Σήμερα για παράδειγμα εξέδωσε μια καυστική ανακοίνωση κατά δημοσιογράφου του ALPHA (την οποία κατονομάζει) η οποία κάλυψε τις ολλανδικές εκλογές. Στο κείμενο του Σωματείου που διανεμήθηκε στον Τύπο προς δημοσίευση, γίνεται πολύς λόγος για αντισυναδελφική συμπεριφορά, εκφράζεται λύπη για την έλλειψη σεβασμού που επέδειξε προς τους συναδέλφους τεχνικούς και σε οργίλο ύφος καταγγέλλεται ότι «η συγκεκριμένη συνάδελφος αλλά και όσοι δημοσιογράφοι που ίσως επιθυμούν να γίνουν αρεστοί στους εργοδότες τους κόβουν θέσεις εργασίας και στέλνουν στην ανεργία άλλους συναδέλφους τους».

Σ’ αυτή την ανακοίνωση δεν βρέθηκε δυστυχώς ο ίδιος χώρος ώστε να καταγγελθούν ονομαστικά οι υπεύθυνοι της δημιουργίας και όξυνσης του συγκεκριμένου φαινομένου. Η ΕΤΙΤΑ βρήκε πολλές λέξεις για να στοχοποιήσει τη συνάδελφο αλλά ελάχιστες για να καταγγείλει γενικόλογα τη διοίκηση του σταθμού, να προειδοποιήσει ότι στο εξής δεν θα περιορίζεται στην έκδοση μιας μόνο ανακοίνωσης και να δηλώσει πως βρίσκεται σε επαφή με κυβερνητικά στελέχη με σκοπό να φτιαχτεί νομοθετικό πλαίσιο που θα σταματήσει αυτήν την αυθαιρεσία και θα προστατεύει τους εργαζόμενους. 

Ευχής έργον να το πετύχει! Η αλήθεια όμως είναι πως μια δεκαετία μετά τον Δεκέμβριο του 2008, όταν μια χούφτα τεχνικοί με κατηγορούσαν, ως αυτόκλητοι δικαστές, ότι τρώω το ψωμί τους, η ΕΤΙΤΑ συνεχίζει να πέφτει από τα σύννεφα. Ονοματίζει δημοσιογράφους, εμφανίζοντάς τους στην καλύτερη περίπτωση ως φοβισμένους απέναντι στην εργοδοσία και στη χειρότερη σαν γυμνοσάλιαγκες που θέλουν να είναι αρεστοί στα αφεντικά τους, όταν η ίδια δεν βρίσκει επί χρόνια μια κουβέντα για τους εμπνευστές της παρανομίας.

Για να μην παρεξηγηθούμε. Οι τεχνικοί (όπως κάθε κλάδος αλίμονο!) έχει κάθε δικαίωμα να διεκδικεί εργασιακή ισότητα και να διαμαρτύρεται έντονα όταν αυτή καταστρατηγείται. Ποιος εργαζόμενος δεν θα σταθεί στο πλευρό τους στη διεκδίκηση του αυτονόητου; Σε ποιον δημοσιογράφο δεν θα φαινόταν εξίσου αν όχι περισσότερο ανήθικο κάποιος ο οποίος δεν έχει γράψει μια αράδα στη ζωή του, να παίρνει τη δουλειά του επειδή κάνει για παράδειγμα καλό copy paste; 

Δημοσιογράφοι και τεχνικοί είναι ισότιμοι στο ρεπορτάζ και εξίσου χρήσιμοι στη δουλειά τους. Μαζί παίζουν το κεφάλι τους, μαζί ξενυχτούν για ένα καλό πλάνο, μαζί αναζητούν μια σημαντική δήλωση ή μια σπουδαία αποκάλυψη. Στα πρώτα χρόνια της δημοσιογραφικής ζωής μου πήρα σημαντικά μαθήματα από συναδέλφους τεχνικούς τα οποία μέχρι σήμερα αποτελούν φάρο στην όποια πορεία μου. Το γεγονός πως σε βρεφική δημοσιογραφικά ηλικία αγνοούσα τη νομοθεσία, δεν αποτελεί άλλοθι. Οι συνάδελφοι τεχνικοί είχαν και έχουν δίκιο! Οι εκπρόσωποί τους ξεπέρασαν όμως -και συνεχίζουν να το κάνουν- τη λεπτή εκείνη γραμμή που χωρίζει τη λογική και το δίκαιο από τον τραμπουκισμό και την αθλιότητα.

Διότι ναι, είναι λογικό και δίκαιο να φωνάζεις για την καταπάτηση των εργασιακών κεκτημένων σου, αλλά άθλιο κι αναξιοπρεπές ν’ αναζητάς ευθύνες σ’ εκείνους που συχνά πέφτουν θύματα των ίδιων πρακτικών που υποτίθεται πως καταγγέλλεις. Το 2008, οι δήθεν επαναστάτες που βρήκαν ευκαιρία να εξαντλήσουν τη συνδικαλιστική ευαισθησία τους απέναντι σε νέους δημοσιογράφους που πάλευαν μέσα στους δρόμους χωρίς ωράρια, γνώριζαν ποιοι ευθύνονται. Ήξεραν τους εργοδότες που όψιμα θυμούνται, αλλά δεν τους κατονομάζουν ούτε στη σημερινή τους ανακοίνωση. Αντιθέτως αρκούνταν σε απειλές απέναντι σ’ εκείνους που αποτελούν τον εύκολο στόχο και -ας μη γελιόμαστε-, απέναντι σ’ εκείνους από τους οποίους δεν περιμένουν μια δουλειά στο μέλλον. Μόνο που αυτό δεν ονομάζεται συνδικαλισμός. Θρασυδειλία, ίσως…

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

To koutipandoras.gr θεωρεί δικαίωμα του κάθε αναγνώστη να εκφράζει ελεύθερα τις απόψεις του. Ωστόσο, τονίζουμε ρητά ότι δεν υιοθετούμε τις απόψεις αυτές καθώς εκφράζουν τον εκάστοτε χρήστη και μόνο αυτόν. Παρακαλούμε πολύ να είστε ευπρεπείς στις εκφράσεις σας. Τα σχόλια με ύβρεις θα διαγράφονται, ενώ οι χρήστες που προκαλούν ή υβρίζουν θα αποκλείονται.