Η υπόθεση της Marfin επανήλθε απρόσμενα στο προσκήνιο, 16 χρόνια μετά, με την αστυνομία να παρουσιάζει στοιχεία που συνδέουν τρεις κατηγορούμενους με την τραγωδία του 2010. Ωστόσο, η υπεράσπιση των κατηγορουμένων αποδομεί πλήρως το κατηγορητήριο, κάνοντας λόγο για μια «αναξιόπιστη δικογραφία».
Σύμφωνα με το διαβιβαστικό της ΕΛ.ΑΣ., οι αρχές κατέληξαν στους τρεις κατηγορούμενους συσχετίζοντας αντικείμενα και όχι πρόσωπα. Συγκεκριμένα, τα δήθεν «ακράδαντα» στοιχεία στα οποία βασίζεται η εμπλοκή τους είναι ένα λογότυπο πανκ συγκροτήματος σε τσάντα, ένα καπέλο, ένα ζευγάρι γυαλιά, ένα πορτοκαλί υφασμάτινο κάλυμμα σε φερμουάρ και ορισμένες ομοιότητες στον σωματότυπο και στα υποδήματα.
Όλα αυτά συσχετίστηκαν με φωτογραφίες από τις διακοπές μιας παρέας έναν χρόνο πριν από την επίθεση, στην οποία εικάζεται ότι συμμετείχαν άτομα που εμφανίζονται σε λήψεις φωτογράφου έξω από το βιβλιοπωλείο «Ιανός» μετά το συμβάν. Στην πράξη, πρόκειται για ταυτοποίηση αντικειμένων (πώς λέμε «αποτυπώματα σε σακούλα»; Ε, κάπως έτσι) και όχι ανθρώπων.
Παράλληλα, οι συνήγοροι ξεκαθαρίζουν ότι στη δικογραφία δεν υπάρχει καμία αναφορά σε «χρήση τεχνητής νοημοσύνης», παρά τα όσα διέρρευσαν στον Τύπο. Η δικογραφία αναφέρει απλώς επεξεργασία με «αυξημένα τεχνικά μέσα», με την υπεράσπιση να χαρακτηρίζει τα περί AI ως «ψέμα για τη δημιουργία εντυπώσεων».
«Δεν υπάρχει ταυτοποίηση» τονίζουν οι δικηγόροι
Σε συνέντευξη Τύπου που παραχώρησαν οι συνήγοροι των κατηγορουμένων Θανάσης Καμπαγιάννης, Άννυ Παπαρρούσου και Δημήτρης Κατσαρής, αμφισβήτησαν έντονα τη σοβαρότητα των στοιχείων, χαρακτηρίζοντάς τα εξαιρετικά «ισχνά».
Όπως εξήγησε ο Θ. Καμπαγιάννης, η Διεύθυνση Εγκληματολογικών Ερευνών χρησιμοποίησε ένα αμερικανικό πρωτόκολλο αξιολόγησης, το οποίο όμως δεν οδηγεί σε ταυτοποίηση. Ο εντολέας του κατατάσσεται στη μέση της κλίμακας με την ένδειξη «μη καθοριστικά στοιχεία» (inconclusive evidence), ενώ για τους άλλους δύο κατηγορούμενους γίνεται λόγος για «περιορισμένη» και «μέτρια» προσομοίωση.
Επιπλέον, η Α. Παπαρρούσου υπογράμμισε ότι οι έρευνες κινούνται αποκλειστικά γύρω από μεταφερόμενα αντικείμενα των δραστών και όχι γύρω από ακλόνητα προσωποπαγή στοιχεία.
Οι δικηγόροι τόνισαν ότι αναγκάστηκαν να παραχωρήσουν συνέντευξη Τύπου πριν από την απολογία στην ανακρίτρια, καθώς η παρουσίαση της υπόθεσης από τα ΜΜΕ ως «εξιχνιασμένης» παρεμβαίνει στο έργο των δικαστών.
Τα σκοτεινά σημεία του ανώνυμου Email
Στο επίκεντρο της κριτικής της υπεράσπισης βρίσκεται το ανώνυμο ηλεκτρονικό μήνυμα που αποτέλεσε την αφετηρία για το άνοιγμα της υπόθεσης.
Αν και η εκπρόσωπος Τύπου της ΕΛ.ΑΣ. δήλωσε ότι το email βρίσκεται στην κατοχή τους εδώ και έναν χρόνο, το έγγραφο φέρει ημερομηνία 7 Απριλίου 2026. Το μήνυμα ξεκινά αναφέροντας: «Σκέφτηκα πάρα πολύ κ. Εισαγγελέα… Δεκαέξι χρόνια τώρα, κρατάω ένα μυστικό μέσα μου που δεν με αφήνει να ηρεμήσω». Ο Δ. Κατσαρής αναρωτήθηκε εύλογα πού βρισκόταν αυτός ο αποστολέας το 2011, όταν ένας άλλος κατηγορούμενος για την υπόθεση (ο οποίος τελικά αθωώθηκε) κινδύνευε με ισόβια κάθειρξη.
Οι συνήγοροι διερωτήθηκαν εξάλλου γιατί ο υπουργός Προστασίας του Πολίτη, Μιχάλης Χρυσοχοΐδης, υποβάθμισε πρόσφατα τη σημασία του email, τη στιγμή που αυτό αποτελεί τη βάση της δικογραφίας. Παράλληλα, προκαλεί εντύπωση το γεγονός ότι δεν έχει εκδοθεί ακόμα εισαγγελική παραγγελία για την ταυτοποίηση και την εξέταση του αποστολέα, παρά το γεγονός ότι υπάρχουν οι τεχνικοί τρόποι για τον εντοπισμό του.
Διαβάστε επίσης:
Tα σχόλια στο site έχουν απενεργοποιηθεί. Μπορείτε να σχολιάζετε μέσα από την επίσημη σελίδα στο Facebook
Σχόλια