Στα τέλη της δεκαετίας του ’80, η άλλοτε πανίσχυρη ιαπωνική μαφία των Γιακούζα άρχισε να χάνει το κύρος και την επιρροή της. Για δεκαετίες, οι εγκληματικές οργανώσεις της Ιαπωνίας διατηρούσαν μια σχεδόν μυθική εικόνα: παρουσιάζονταν ως «παράνομοι με κώδικα τιμής», που προστάτευαν τους αδύναμους και στρέφονταν απέναντι στους ισχυρούς. Πολλά μέλη τους προέρχονταν από τους burakumin, μια κοινωνικά περιθωριοποιημένη τάξη που ιστορικά είχε συνδεθεί με επαγγέλματα θεωρούμενα «ακάθαρτα», όπως η σφαγή ζώων και οι κηδείες.
Ωστόσο, η δημόσια εικόνα των Γιακούζα κατέρρευσε όταν μια σειρά σκανδάλων αποκάλυψε ότι οι αρχηγοί τους ζούσαν μέσα στη χλιδή, ενώ παράλληλα διατηρούσαν στενές σχέσεις διαφθοράς με πολιτικούς και επιχειρηματικά συμφέροντα. Η κοινωνία, κουρασμένη από τη βία και την επιρροή τους, άρχισε να στρέφεται ανοιχτά εναντίον τους.
Ακόμη και ο κινηματογράφος, που επί δεκαετίες εξιδανίκευε τους Γιακούζα, άλλαξε στάση. Οι ταινίες της δεκαετίας του ’90 εγκατέλειψαν τη ρομαντική απεικόνιση των γκάνγκστερ και πέρασαν στη σάτιρα και την αποδόμηση. Χαρακτηριστική ήταν η ταινία «Boiling Point» του 1990, αλλά και το «Mob Woman» δύο χρόνια αργότερα, όπου μια γυναίκα δικηγόρος ταπεινώνει τη μαφία. Η αντίδραση υπήρξε βίαιη: μέλη των Γιακούζα επιτέθηκαν στον σκηνοθέτη Τζούζο Ιτάμι και τον τραυμάτισαν σοβαρά με μαχαίρια.
Η πολιτεία απάντησε θεσμικά. Το 1992, η Ιαπωνία υιοθέτησε αυστηρή αντιμαφιόζικη νομοθεσία, αντίστοιχη του αμερικανικού νόμου RICO, δίνοντας στις αρχές τη δυνατότητα να χαρακτηρίζουν τις οργανώσεις ως «βίαιες ομάδες», να κατάσχουν περιουσιακά στοιχεία και να περιορίζουν δραστικά τις οικονομικές τους δραστηριότητες. Οι Γιακούζα αποκλείστηκαν από το χρηματιστήριο, τα κυκλώματα προστασίας και την τοκογλυφία — βασικές πηγές πλούτου για δεκαετίες.
Η παρακμή τους συνέπεσε και με την οικονομική κατάρρευση της Ιαπωνίας στις αρχές της δεκαετίας του ’90. Μετά από χρόνια οικονομικού θαύματος, η «φούσκα» έσκασε, το χρηματιστήριο κατέρρευσε και τεράστιες επενδύσεις χάθηκαν. Οι Γιακούζα είδαν τα κέρδη τους να εξαφανίζονται, ενώ ξένες συμμορίες από την Κίνα, το Βιετνάμ και τη Ρωσία άρχισαν να διεκδικούν τον έλεγχο της αγοράς ναρκωτικών και πορνείας.
Από τις περίπου 184.000 μέλη που ισχυρίζονταν ότι διέθεταν τη δεκαετία του ’60, οι οργανώσεις περιορίστηκαν σε περίπου 90.000 τη δεκαετία του ’90, ενώ σήμερα ο αριθμός τους έχει πέσει κάτω από τις 30.000.
Μέσα σε αυτή τη μεταβατική εποχή κινήθηκε και η ζωή της Νισιμούρα, μιας γυναίκας που πέρασε μεγάλο μέρος της ζωής της στους κόλπους της ιαπωνικής μαφίας. Στα 29 της γνώρισε έναν άνδρα αντίπαλης φατρίας και σύντομα απέκτησαν παιδί. Η μητρότητα άλλαξε ριζικά τον τρόπο που έβλεπε τη ζωή. Όπως παραδέχεται, μέχρι τότε δεν πίστευε ότι θα θυσιαζόταν ποτέ για κάποιον άλλον, όμως με τη γέννηση των παιδιών της άρχισε να νιώθει διαφορετικά.
Παρά τις προσπάθειές της να απομακρυνθεί από τον κόσμο των ναρκωτικών και της εγκληματικότητας, η επιστροφή σε μια φυσιολογική ζωή αποδείχθηκε σχεδόν αδύνατη. Τα τατουάζ της και το κομμένο δάχτυλο — σύμβολα του παρελθόντος της στους Γιακούζα — λειτουργούσαν σαν ανεξίτηλο στίγμα. Δεν μπορούσε να βρει σταθερή δουλειά και σύντομα επέστρεψε στον υπόκοσμο, διακινώντας μεθαμφεταμίνη και λειτουργώντας παράνομα κυκλώματα.
Η προσωπική της ζωή παρέμενε βίαιη και χαοτική. Οι καβγάδες με τον σύντροφό της συχνά κατέληγαν σε ξυλοδαρμούς, ενώ η ίδια πάλευε με την εξάρτηση από ηρεμιστικά χάπια. Το 2014 κατέρρευσε ύστερα από υπερβολική δόση φαρμάκων και νοσηλεύτηκε σε κρίσιμη κατάσταση.
Όταν προσπάθησε να επανασυνδεθεί με τους παλιούς της συνεργάτες, βρήκε έναν κόσμο εντελώς διαφορετικό. Οι Γιακούζα που κάποτε επικαλούνταν έναν «κώδικα τιμής» είχαν πλέον στραφεί σε διαδικτυακές απάτες, εκμετάλλευση ηλικιωμένων και μικροεγκληματικότητα. Η ίδια ένιωθε ότι οι οργανώσεις είχαν χάσει κάθε ιδεολογικό ή ηθικό υπόβαθρο.
Η κατάσταση επιδεινώθηκε ακόμη περισσότερο όταν η ιαπωνική κυβέρνηση, το 2011, απαγόρευσε κάθε οικονομική συναλλαγή με μέλη των Γιακούζα. Τα μέλη δεν μπορούσαν πλέον να ανοίξουν τραπεζικούς λογαριασμούς, να αποκτήσουν κινητό τηλέφωνο ή ακόμη και να αγοράσουν αυτοκίνητο. Ο μύθος της πολυτελούς γκανγκστερικής ζωής κατέρρευσε οριστικά.
Τη θέση των παραδοσιακών συμμοριών πήραν μικρότερες, πιο ευέλικτες εγκληματικές ομάδες γνωστές ως tokuryū, που δρουν κυρίως μέσω διαδικτύου. Μέσα από τα social media στρατολογούν άτομα για οικονομικές απάτες, κρυπτονομίσματα και ηλεκτρονικό έγκλημα, ενώ ξένες μαφίες κυριαρχούν πλέον στο εμπόριο ναρκωτικών και στο trafficking.

Το 2020 η Νισιμούρα γνώρισε τον Σατόρου Τακεγκάκι, έναν πρώην εκτελεστή των Γιακούζα που εγκατέλειψε τη μαφία και ίδρυσε την οργάνωση Gojinkai, βοηθώντας πρώην μέλη να επανενταχθούν στην κοινωνία. Μέσα από τη δράση αυτή η Νισιμούρα βρήκε ξανά σκοπό στη ζωή της. Άρχισε να στηρίζει πρώην γκάνγκστερ στην απεξάρτηση και στην εύρεση εργασίας, προσπαθώντας παράλληλα να επανορθώσει για το παρελθόν της.
Παρά τη φτώχεια και τη μοναξιά, το μεγαλύτερο όνειρό της ήταν να ξαναβρεί την οικογένειά της. Μετά από δεκαετίες αποξένωσης, κατάφερε τελικά να επανασυνδεθεί με τη μητέρα και τον αδελφό της. Οι συναντήσεις τους ήταν γεμάτες συγκίνηση, δάκρυα και εξομολογήσεις για τα χρόνια που χάθηκαν.
Σήμερα, η Νισιμούρα προσπαθεί να χτίσει μια νέα ζωή μακριά από τη βία και το οργανωμένο έγκλημα. «Κατάλαβα πόσο σημαντική είναι η οικογένεια», λέει πλέον, κοιτώντας πίσω σε μια ζωή που, όπως παραδέχεται η ίδια, αν ήταν άνδρας «πιθανότατα θα είχε τελειώσει με μια σφαίρα».
Με πληροφορίες από Guardian
Διαβάστε επίσης:
Βουλή: Live η συζήτηση για την προανακριτική ΟΠΕΚΕΠΕ για Λιβανό και Αραμπατζή
Tα σχόλια στο site έχουν απενεργοποιηθεί. Μπορείτε να σχολιάζετε μέσα από την επίσημη σελίδα στο Facebook
Σχόλια