«Ξύπνησαν οι σκύλοι;»

Σχεδόν 80 χρόνια μετά το αναγκαστικό κατοχικό δάνειο, η Βουλή των Ελλήνων δρομολογεί τη διεκδίκηση των γερμανικών οφειλών. Τι διεκδικούμε; Γιατί μεσολάβησαν τόσα χρόνια προκειμένου να πράξουμε το αυτονόητο; Πόσο βολικός αποδείχτηκε για κάποιους ο Ψυχρός Πόλεμος; Ποια τα νομικά όπλα στην ελληνική φαρέτρα; 

Άγγελος Προβολισιάνος 16/04/2019 | 12:15

«Με την υποστήριξη των Αμερικανών φίλων μας κατορθώσαμε να παραπέμψουμε στις ελληνικές καλένδες τις από τη Συμφωνία του Λονδίνου προβλεπόμενες τεράστιες επανορθώσεις για κράτη εχθρικά, έως ότου υπογραφεί η ειρηνευτική συμφωνία, παρηγορώντας κατ' αυτόν τον τρόπο τους αντιπάλους μας στον τελευταίο πόλεμο. (...) Θα ήταν προς το συμφέρον μας να διατηρήσουμε αυτή την ενδιάμεση κατάσταση όσο γίνεται περισσότερο, έτσι ώστε οι αξιώσεις των τότε αντιπάλων μας είτε να αποσυρθούν είτε να παραγραφούν. Με άλλα λόγια: δεν πρέπει να ξυπνήσουμε τους σκύλους που κοιμούνται».

Το παραπάνω συντάχθηκε το 1969 και αποτελεί τη στυγνή εισήγηση του γερμανού πρέσβη προς την κυβέρνησή του, με φόντο το εγχείρημα «Οστπολιτίκ» και τις πιθανές συνέπειές του για τη Δυτική Γερμανία. Μέσα σε λίγες γραμμές συμπυκνώνονται η διαδρομή των γεγονότων, οι γερμανικές επιδιώξεις και ο ρόλος των ΗΠΑ ως προς τις ελληνικές διεκδικήσεις.

Την Τετάρτη, 50 χρόνια μετά από αυτήν την πράξη διπλωματικού κυνισμού, η Βουλή θα δεσμεύσει την παρούσα κυβέρνηση αλλά και όσες ακολουθήσουν στο μέλλον για τη διεκδίκηση των γερμανικών οφειλών -ύψους 309 δισ. ευρώ- επί τη βάσει του πορίσματος της Διακομματικής Κοινοβουλευτικής Επιτροπής για τη Διεκδίκηση των Γερμανικών Οφειλών. Μετά το πέρας της διαδικασίας, όπως έχει επισημάνει ο πρόεδρος της Βουλής, θα εκκινήσει η διεκδίκηση σε διακρατικό, διακοινοβουλευτικό και νομικό επίπεδο με γνώμονα το διεθνές δίκαιο. Αναμένεται δε να οριστικοποιηθεί η επίσκεψη του Ν. Βούτση στο γερμανικό Κοινοβούλιο, παραδίδοντας στα χέρια του Β. Σόιμπλε το πόρισμα της αρμόδιας Επιτροπής. Σίγουρα, ένα από τα επιχειρήματα που θα χρησιμοποιήσει ο πρόεδρος της Βουλής κατά την επίσκεψή του στην Μπούντεσταγκ  θα είναι και το πρόσφατο κείμενο θέσεων που  συνυπέγραψαν γερμανοί βουλευτές των Πρασίνων, της Αριστεράς, καθώς και στελέχη του Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος Γερμανίας.

Πολλοί αναρωτιούνται αν η κοινοβουλευτική διαδικασία είναι απόδειξη κυβερνητικής επιδίωξης ή ένα προεκλογικό βεγγαλικό. Περιμένοντας τις απαντήσεις της ιστορίας, ας λυθούν οι εξής απορίες: Τι διεκδικούμε; Γιατί μεσολάβησαν τόσα χρόνια προκειμένου να πράξουμε το αυτονόητο; Πόσο βολικός αποδείχτηκε για κάποιους ο Ψυχρός Πόλεμος; Ποια τα νομικά όπλα στην ελληνική φαρέτρα; 

Οι διεκδικήσεις

Η αρμόδια Επιτροπή της Βουλής πριν καταλήξει στις προτάσεις για το περιεχόμενο των διεκδικήσεων αλλά και τον τρόπο που αυτές πρέπει να τεθούν, έλαβε υπόψη της εκτός από το έργο αντίστοιχων Κοινοβουλευτικών Επιτροπών, τεκμήρια κρατικών φορέων, όπως το Νομικό Συμβούλιο του Κράτους (Ν.Σ.Κ.), το Γενικό Λογιστήριο του Κράτους (Γ.Λ.Κ.), το Υπουργείο Πολιτισμού και η Τράπεζα της Ελλάδος.

Οι αξιώσεις του ελληνικού κράτους έναντι της Γερμανίας αφορούν:

1.Πολεμικές αποζημιώσεις για τις υλικές καταστροφές και διαρπαγές.

2. Πολεμικές επανορθώσεις των θυμάτων και των συγγενών των θυμάτων.

3. Αποπληρωμή του κατοχικού δανείου συν των τόκων.

4. Επιστροφή των κλεμμένων αρχαιολογικών θησαυρών και εκκλησιαστικών

κειμηλίων.

Αξίζει κανείς να σταθεί στον τρόπο  που οι Δυνάμεις του Άξονα λεηλάτησαν τα δημόσια οικονομικά της χώρας, βυθίζοντας τον ελληνικό λαό στην φτώχεια και την πείνα λόγω του φρενήρη πληθωρισμού που επέβαλλε η διαρπαγή του κρατικού πλούτου. 

Σύμφωνα με το πόρισμα της Επιτροπής της Βουλής, στις 14/3/1942 συνήλθε στη Ρώμη η Δημοσιονομική Διάσκεψη Εμπειρογνωμόνων μεταξύ Γερμανίας και Ιταλίας. Τότε, μεταξύ άλλων, ελήφθησαν και αποφάσεις του Άξονα για τα οικονομικά ζητήματα της κατοχής στην Ελλάδα. Έπειτα από λίγες ημέρες, οι αποφάσεις ανακοινώθηκαν μέσω ρηματικών διακοινώσεων στην Ελλάδα και έμελλε να αποδειχτούν μοιραίες για την πορεία της χώρας.

Συγκεκριμένα, αποφασίστηκε η μηνιαία καταβολή 1,5 δισ. δραχμών από την Τράπεζα της Ελλάδας για να καλυφθούν τα έξοδα κατοχής. Το ποσό μοιράζονταν κατά το ήμισυ τα γερμανικά και ιταλικά στρατεύματα. Να σημειωθεί ότι κατά την Έκθεση Ι. Λαμπρούκου, πριν προκύψει αυτή η απόφαση και συγκεκριμένα από τον Αύγουστο έως και το Δεκέμβριο του 1941 καταβλήθηκε για τις ανάγκες των Αρχών Κατοχής το συνολικό ποσό των 20.061.086.000 δραχμών, το οποίο ισούται με το 45% του χρήματος που κυκλοφορούσε τότε στην χώρα. Ωστόσο, στη συμφωνία που συνήφθη ανάμεσα στη γερμανική και την ιταλική κυβέρνηση προβλεπόταν και η καταβολή ποσών από την ελληνική κυβέρνηση πέραν της υποχρέωσης κάλυψης των αναγκών των στρατευμάτων Κατοχής. Γεγονός που σύμφωνα με το πόρισμα «συνιστά σύμβαση δανείου (κατοχικό) μέσω λογαριασμών πιστώσεων – χρεώσεων, το οποίο λόγω της μη συνυπογραφής του από την Ελλάδα και της εκ των υστέρων (κατόπιν ανακοίνωσης – γνωστοποίησής του) συμμόρφωσής της προς τους όρους του, χαρακτηρίζεται ως αναγκαστικό».

Για την αφαίμαξη της κρατικής περιουσίας ανοίχθηκαν δύο λογαριασμοί στην Τράπεζα της Ελλάδος, οι οποίοι υποδιαιρέθηκαν προκειμένου να εξυπηρετούνται οι ανάγκες των Κατοχικών Δυνάμεων αλλά και οι περαιτέρω καταβολές που οδηγούνταν απευθείας σε Γερμανία και Ιταλία.

Χαρακτηριστικό είναι το απόσπασμα του πορίσματος που ακολουθεί για τα παρεπόμενα που προκάλεσαν στην ελληνική κοινωνία και οικονομία οι πρακτικές που εφάρμοσαν οι Δυνάμεις Κατοχής:

«Η κατά τα ανωτέρω με αναγκαστικό τρόπο ευχέρεια των Αρχών Κατοχής να αντλούν χρήματα μέσω πιστώσεων οδήγησε σε ένα συνεχώς αυξανόμενο και ανεξέλεγκτο πληθωρισμό, που όχι μόνον εξάρθρωνε το σύστημα των εσόδων του Ελληνικού Κράτους και εξαθλίωνε την ελληνική οικονομία, αλλά, λόγω της αναγκαστικής εξαγωγής βασικών ειδών διατροφής (λάδι, σταφίδα, σιτάρι κ.λπ.), επέφερε και τον θάνατο χιλιάδων Ελλήνων από πείνα. Εξαιτίας των τεράστιων αναλήψεων από τις Γερμανικές και Ιταλικές αρχές, η κυκλοφορία των τραπεζογραμματίων της Τράπεζας της Ελλάδος συνεχώς έβαινε αυξανόμενη, με αποτέλεσμα οι αυξήσεις των τιμών να υποχρεώνουν και το Ελληνικό Δημόσιο να προχωρεί σε αυξήσεις των μισθών, των συντάξεων και των εν γένει δαπανών του, συμβάλλοντας και αυτό στην αύξηση της κυκλοφορίας του χρήματος. Ενδεικτικώς αναφέρεται ότι, στις 30-4-1942, η κυκλοφορία του χρήματος ανερχόταν σε 79 δισεκατομμύρια δραχμές περίπου, από τα οποία τα 47 (δηλαδή το 60% της συνολικής κυκλοφορίας) αποτελούσαν καταβολές προς τις Αρχές Κατοχής. Αξιομνημόνευτο είναι το γεγονός ότι το βάρος που επιβλήθηκε στην Ελλάδα, ως ποσοστό επί του Ακαθαρίστου Εθνικού Προϊόντος (Α.Ε.Π.), αντιστοιχούσε κατά την περίοδο 1941 - 1942 στο 113,7% (συγκριτικώς: της Νορβηγίας στο 69% του Α.Ε.Π., του Βελγίου στο 24% του Α.Ε.Π. και της Ολλανδίας στο 18% του Α.Ε.Π.)».

74 χρόνια στασιμότητας

Κύρια αιτία της πολυετούς απραγίας των ελληνικών Αρχών ως προς τη διεκδίκηση των γερμανικών οφειλών αποτελούν οι γεωπολιτικοί συσχετισμοί που διαμορφώθηκαν μετά το τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου και την έναρξη της ψυχροπολεμικής περιόδου. Η στοίχιση της χώρας μας στη σφαίρα δυτικής επιρροής σε συνδυασμό με την επιδίωξη των Μεγάλων Δυνάμεων (οι οποίες είχαν φροντίσει να εξασφαλίσουν πλήρως τα συμφέροντά τους) για αναστύλωση της Δυτικής Γερμανίας, με σκοπό να μετατραπεί σε εμπόδιο εξάπλωσης του «σοβιετικού κινδύνου», έβαλαν στον πάγο για δεκαετίες τις ελληνικές διεκδικήσεις.

Σύμφωνα με το πόρισμα, ήδη από το Μάρτιο του 1948, στη συνεδρίαση του κυβερνητικού Συμβουλίου Πολιτικών Υποθέσεων για το «Γερμανικό ζήτημα», ο προεδρεύων, Παναγιώτης Πιπινέλης, κατέστησε σαφές ότι εξαιτίας της ραγδαίας αλλαγής των διεθνών συσχετισμών έπρεπε να αλλάξουν και τα σχέδια για τη μεταχείριση της Γερμανίας «προς το συμφέρον της Ευρώπης ολοκλήρου γενικώς, και της Ελλάδος ειδικώτερον, η Γερμανία -δηλαδή η χώρα ακριβώς εκείνη η οποία εγκλημάτησε κατά της πατρίδος μας- πρέπει να ανορθωθή και [...] εις την προσπάθειαν [αυτήν] έχομεν συμφέρον να βοηθήσωμεν και ημείς, κατά το μέτρον των δυνάμεών μας». Εν ολίγοις, η Ελλάδα πριν ακόμα σταθεί στα πόδια της, επιφορτίστηκε το ρόλο του «αρωγού» έναντι του μέχρι πρότινος κατακτητή.

Μετά τη λήξη του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, πραγματοποιήθηκε η  Διάσκεψη των Γερμανικών Επανορθώσεων στο Παρίσι, με την  ελληνική αντιπροσωπεία, υπό τον Αθανάσιο Ι. Σμπαρούνη, να ζητά την αποπληρωμή των ποσών που υφάρπαξαν από την Τράπεζα της Ελλάδος οι Ναζιστικές Δυνάμεις.  Ακολούθησε η Συμφωνία του Λονδίνου, «Περί εξωτερικών Γερμανικών Χρεών», το 1953, η οποία και οδήγησε στις καλένδες τις διεκδικήσεις. Αιτία ήταν το άρθρο 5 αυτής, το οποίο προέβλεπε ότι οποιαδήποτε διεκδίκηση έπρεπε να περιμένει έως την επανένωση της Γερμανίας. Δηλαδή, 37 χρόνια, αφού η τελική μορφή του ομόσπονδου γερμανικού κράτους επικυρώθηκε στις  12 Σεπτεμβρίου του 1990 με την υπογραφή της Συνθήκης 2+4 στη Μόσχα.

Επόμενη πράξη, η ρηματική διακοίνωση της ελληνικής κυβέρνησης το Νοέμβριο του 1966, με την οποία αποσαφήνιζε μεν ότι ουδέποτε το ελληνικό κράτος παραιτήθηκε από τις αξιώσεις της, όμως δεν έπραξε τίποτα για να τις καταστήσει ενεργές λόγω του προαναφερθέντος άρθρου 5. Τέλος, 29 χρόνια μετά και με την επανένωση της Γερμανίας να αποτελεί γεγονός από το 1990, ο έλληνας πρέσβης στη Βόννη, Θωμάς Υψηλάντης, παραδίδει ρηματική διακοίνωση της κυβέρνησης του Ανδρέα Παπαναδρέου, με την οποία ζητείται η έναρξη των διαπραγματεύσεων για την «εξεύρεση αμοιβαίας αποδεκτής λύσης». Αντί απάντησης δια της διπλωματικής οδού, ο υφυπουργός Εξωτερικών εκφράζει την άρνηση της γερμανικής κυβέρνησης να προσέλθει σε συνομιλίες για το συγκεκριμένο θέμα.

Ο οδικός χάρτης

Στο πόρισμα της Ομάδας Εργασίας του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους επισημαίνεται η ανάγκη χάραξης εθνικής στρατηγικής για τη διεκδίκηση των γερμανικών αποζημιώσεων και επανορθώσεων. Προτείνεται ο ρόλος του επικεφαλής για την κατάρτιση του εθνικού σχεδίου να αποδοθεί στη Βουλή, η οποία θα πρέπει να προχωρήσει στη συγκρότηση Διακομματικής Επιτροπής που θα παρακολουθεί εκ του σύνεγγυς τις εξελίξεις.

Σε διακρατικό επίπεδο προτείνεται το άνοιγμα διπλωματικού διαύλου επικοινωνίας, χωρίς  να αποκλείεται η παράλληλη δρομολόγηση των νομικών κινήσεων που προορισμό θα έχουν το διεθνές δικαστήριο της Χάγης. Με βάση την άκαρπη προσπάθεια ιταλών ιδιωτών, η Ομάδα Εργασίας του ΝΣΚ θεωρεί ότι δημόσιες και ιδιωτικές διεκδικήσεις πρέπει να μπουν υπό την ομπρέλα της κρατικής υπόστασης. Μετά από ενδελεχή ανάλυση και καταγραφή όλων των σεναρίων για τις νομικές παγίδες που θα κληθεί να αντιμετωπίσει η χώρα, το ΝΣΚ συνιστά να προταχθεί ως νομικό επιχείρημα η παραβίαση του δημόσιου διεθνούς δικαίου. Οι απόψεις αυτές ταυτίζονται με τις εκπεφρασμένες θέσεις του Προέδρου της Δημοκρατίας, ο οποίος επικαλείται τη Σύμβαση της Χάγης και την επικαιροποίησή της από το Στρατιωτικό Δικαστήριο της Νυρεμβέργης το 1946.

Κατά τη διάρκεια της θητείας του, ο Προκόπης Παυλόπουλος έχει διασαφηνίσει σε δύο γερμανούς ομολόγους του ότι οι ελληνικές διεκδικήσεις παραμένουν «νομικώς ενεργές και δικαστικώς επιδιώξιμες». Σύμφωνα με νομικό κείμενο που είχε συντάξει για το θέμα το 2014, κρίνει ως ιδιαίτερης σημασίας την επίσημη παραδοχή του καγκελάριου, Λούτβιχ Έρχαρτ, το 1965, περί επανορθώσεων ύψους 500 εκατ. μάρκων που πρέπει να καταβληθούν στην Ελλάδα από τη γερμανική πλευρά. Κύκλοι του Προέδρου της Δημοκρατίας, σε σχετικό ερώτημα απάντησαν ότι υπάρχουν ρεαλιστικές νομικές δυνατότητες και πιθανότητες αναφορικά με το ζήτημα των διεκδικήσεων, όμως  πρόκειται για ένα ζήτημα που σημαντικό ρόλο θα διαδραματίσουν οι πολιτικοί συσχετισμοί που θα διαμορφωθούν.

To koutipandoras.gr θεωρεί δικαίωμα του κάθε αναγνώστη να εκφράζει ελεύθερα τις απόψεις του. Ωστόσο, τονίζουμε ρητά ότι δεν υιοθετούμε τις απόψεις αυτές καθώς εκφράζουν τον εκάστοτε χρήστη και μόνο αυτόν. Παρακαλούμε πολύ να είστε ευπρεπείς στις εκφράσεις σας. Τα σχόλια με ύβρεις θα διαγράφονται, ενώ οι χρήστες που προκαλούν ή υβρίζουν θα αποκλείονται.