8 Αυγούστου 1974, Ρίτσαρντ Νίξον: «Ποτέ δεν τα παράτησα. Το να παραιτηθώ από το αξίωμα πριν ολοκληρωθεί η θητεία μου είναι απεχθές για κάθε ένστικτο στο σώμα μου. Αλλά ως πρόεδρος, πρέπει να βάζω το συμφέρον της Αμερικής πάνω απ’ όλα. Η Αμερική χρειάζεται έναν πρόεδρο πλήρους απασχόλησης και ένα Κογκρέσο πλήρους απασχόλησης, ιδιαίτερα αυτή την περίοδο με τα προβλήματα που αντιμετωπίζουμε στο εσωτερικό και στο εξωτερικό.
Το να συνεχίσω να αγωνίζομαι τους επόμενους μήνες για την προσωπική μου δικαίωση θα απορροφούσε σχεδόν πλήρως τον χρόνο και την προσοχή τόσο του προέδρου όσο και του Κογκρέσου σε μια περίοδο που ολόκληρη η εστίασή μας θα πρέπει να είναι στα μεγάλα ζητήματα της ειρήνης στο εξωτερικό και της ευημερίας χωρίς πληθωρισμό στο εσωτερικό. Ως εκ τούτου, θα παραιτηθώ από την προεδρία με ισχύ από το μεσημέρι αύριο».
Εν μέσω τηλεοπτικής μετάδοσης, σαν σήμερα, ο Νίξον απευθύνεται στο αμερικανικό έθνος μέσω τηλεοπτικής μετάδοσης, κάνοντας γνωστό ότι παραιτείται του αξιώματος του λόγω του σκανδάλου Watergate. Την 9η Αυγούστου ο πρόεδρος των ΗΠΑ υπογράφει επιστολή παραίτησης, με τον αντιπρόεδρο Τζέραλντ Φορντ να αναλαμβάνει πρόεδρος.
Το σκάνδαλο Watergate
Το 1972, η προεκλογική εκστρατεία του Νίξον για την επανεκλογή του στην προεδρία των ΗΠΑ βρισκόταν σε εξέλιξη. Παρά τα πεπραγμένα της πρώτης θητείας του, η επανεκλογή δεν ήταν δεδομένη. Με σκοπό την ενίσχυση της προεκλογικής του εκστρατείας, ίδρυσε την Επιτροπή Επανεκλογής του Προέδρου (αγγλιστί Committee for the Re-election of the President ή CREEP) και διέθεσε 350.000 δολάρια στα μέλη της για να κάνουν ό,τι θεωρούσαν απαραίτητο για να διασφαλίσουν τη νίκη του στις εκλογές. Βέβαια, οι πράξεις της Επιτροπής ήταν αυτές που εν πολλοίς συνέβαλαν στην καθαίρεση του Νίξον.
Στις 17 Ιουνίου 1972, συνελήφθησαν πέντε εισβολείς στον έκτο όροφο, μέσα στα κεντρικά γραφεία της Εθνικής Επιτροπής των Δημοκρατικών στο συγκρότημα κτιρίων Watergate. Οι διαρρήκτες έφεραν μαζί τους εξελιγμένες συσκευές παρακολούθησης και επικοινωνίας, όπως και κλειδιά για το δωμάτιο 214. Οι συσκευές αυτές θα επέτρεπαν στον Νίξον να πληροφορείται για τα σχέδια των αντιπάλων του.
Λίγα εικοσιτετράωρα αργότερα, στις 20 Ιουνίου, έπειτα από έρευνα της αστυνομίας στο δωμάτιο 214 του Watergate, βρέθηκαν βιβλία διευθύνσεων που ανήκαν στους διαρρήκτες Μπάρκερ και Μαρτίνεζ. Σε αυτά βρίσκονταν και στοιχεία επικοινωνίας ενός πρώην πράκτορα της CIA και μυστηριώδους συμβούλου του Λευκού Οίκου, ονόματι Ε. Χάουαρντ Χαντ Τζούνιορ.
Με την υπόσχεση ότι οι πληροφορίες του θα χρησιμοποιηθούν μόνο ως «βαθύ ιστορικό», ένας υψηλόβαθμος αξιωματούχος του FBI που συμμετείχε στην έρευνα, ο Μαρκ Φελτ, διαβεβαιώνει τον δημοσιογράφο της «Washington Post Metro», Μπομπ Γούντγουορντ, ότι έπραττε σωστά που συνέδεε τους διαρρήκτες με τον Χαντ. Ο Φελτ ήταν η μυστική πηγή της οποίας η εσωτερική καθοδήγηση ήταν ζωτικής σημασίας για την κάλυψη του σκανδάλου Watergate από την «Washington Post». Η αποκάλυψη του προσώπου αυτού έγινε το 2005.
Μερικούς μήνες αργότερα, τον Νοέμβριο του 1972, ο Νίξον σαρώνει στις προεδρικές εκλογές, οι έρευνες όμως για τη διάρρηξη στο Watergate συνεχίστηκαν. Τον Ιανουάριο του 1973, η υπόθεση των διαρρηκτών έφτασε στο ομοσπονδιακό δικαστήριο, με τον Χαντ και τους άλλους τέσσερις διαρρήκτες να δηλώνουν ένοχοι, αλλά να μην κατονομάζουν κάποιον ανώτερο από την κυβέρνηση Νίξον που να εμπλέκεται στην πλεκτάνη. Λίγες εβδομάδες αργότερα η Γερουσία ψήφισε ομόφωνα τη σύσταση επιτροπής για τη διερεύνηση του σκανδάλου Watergate.
Στα τέλη του Μαρτίου 1973, ένας από τους διαρρήκτες, ο Τζέιμς ΜακΚόνρντ, υπό την απειλή σοβαρότατης καταδίκης, δήλωσε ότι η διάρρηξη εγκρίθηκε από ανώτερους αξιωματούχους. Λίγες μέρες μετά τη δήλωσή του, ενέπλεξε τον Τζον Ντιν, τον άνθρωπο που ο Νίξον έθεσε ως επικεφαλής της έρευνας του Λευκού Οίκου για τις παρακολουθήσεις. Τον Απρίλιο, αποκάλυψε επίσης ότι ο Ντιν, όχι μόνο ενέκρινε και βοήθησε στον σχεδιασμό των υποκλοπών, αλλά συνωμότησε για να εξαγοράσει τη σιωπή των ατόμων που καταδικάστηκαν για τη διάρρηξη.
Τον Ιούνιο του 1973, το όνομα του Νίξον θα εμπλακεί και επίσημα στο σκάνδαλο Watergate. Ήδη «New York Times» και «Washington Post» είχαν αναφέρει ότι ο Ντιν θα καταθέσει πως ο Νίξον συμμετείχε στη συγκάλυψη του σκανδάλου. Και όντως, στα τέλη του μήνα, ο Ντιν δήλωσε στους ερευνητές της Γερουσίας και στους ομοσπονδιακούς εισαγγελείς ότι συζήτησε πτυχές της συγκάλυψης με τον Νίξον ή παρουσία του Νίξον τουλάχιστον 35 φορές μεταξύ Ιανουαρίου και Απριλίου.
Στα μέσα Ιουλίου, σημειώθηκε μια ακόμα σοβαρή αποκάλυψη, όταν ο αναπληρωτής βοηθός του προέδρου Ρίτσαρντ Νίξον, Αλεξάντερ Π. Μπάτερφιλντ, αποκάλυψε ότι ο πρόεδρος των ΗΠΑ είχε ένα μυστικό σύστημα ηχογράφησης του Λευκού Οίκου που κατέγραφε συστηματικά τις συνομιλίες του από την άνοιξη του 1971.
Το επόμενο διάστημα δόθηκε η «μάχη» για τις επίμαχες κασέτες. Αρχικά, ο Νίξον αρνήθηκε να παραδώσει το υλικό των ηχογραφήσεων αυτών. Τελικά, τον Νοέμβριο του 1973 ο πρόεδρος Νίξον παρέδωσε τις περισσότερες κασέτες, αλλά αρκετά τμήματα είχαν αφαιρεθεί. Χρειάστηκε να περάσουν μερικοί μήνες ακόμα και τον Απρίλιο του 1974 ώστε να παραδώσει το υλικό στην τελική του μορφή. Μία κασέτα έγινε γνωστή ως η κασέτα «smoking gun» («αδιάσειστα στοιχεία») ∙ έδειχνε ότι είχε εμπλακεί στις παράνομες δραστηριότητες του CREEP και ότι είχε παραβιάσει τον νόμο προσπαθώντας να το καλύψει.
Η διαδικασία καθαίρεσης του προέδρου ξεκίνησε τον Ιούλιο του 1974. Για να αποφύγει την παραπομπή, ο Νίξον έλαβε την απόφαση να παραιτηθεί στις 8 Αυγούστου, με τον μέχρι πρότινος αντιπρόεδρο της κυβέρνησης, Τζέραλντ Φορντ, να αναλαμβάνει πρόεδρος των ΗΠΑ. Ο Φορντ συνδέθηκε εξίσου με το σκάνδαλο, όταν στις 8 Σεπτεμβρίου 1974, του απένειμε πλήρη και οριστική χάρη (αμνηστία) για όλα τα εγκλήματα που πιθανώς διέπραξε εν ενεργεία.
Τι αποκομίζουμε από το σκάνδαλο Watergate
Πενήντα δύο χρόνια μετά την παραίτηση του Ρίτσαρντ Νίξον εξαιτίας του σκανδάλου Watergate, πολλοί αναρωτιούνται κατά πόσο οι μεταρρυθμίσεις ακολούθησαν εξακολουθούν να λειτουργούν ως ανάχωμα στην κατάχρηση εξουσίας στις Ηνωμένες Πολιτείες.
Πράγματι, το Watergate αποτέλεσε καταλύτης για μια σειρά σημαντικών αλλαγών. Το Κογκρέσο περιόρισε την εξουσία των προέδρων των επιτροπών, ενίσχυσε τη διαφάνεια των κοινοβουλευτικών διαδικασιών, θέσπισε νέους κανόνες για τη χρηματοδότηση των προεκλογικών εκστρατειών και ενίσχυσε την εποπτεία των υπηρεσιών πληροφοριών. Παράλληλα, υιοθετήθηκαν αυστηρότεροι κανόνες για τις συγκρούσεις συμφερόντων και εντάθηκαν οι έρευνες για φαινόμενα διαφθοράς. Ωστόσο, σύμφωνα με ορισμένους, πολλές από αυτές τις μεταρρυθμίσεις σταδιακά αποδυναμώθηκαν, παρακάμφθηκαν ή έχασαν την αποτελεσματικότητά τους.
Το σκάνδαλο δεν αφορούσε μόνο μια μεμονωμένη περίπτωση πολιτικής παραβατικότητας, αλλά σύμπτωμα μιας βαθύτερης και μακροχρόνιας μεταβολής στην ισορροπία των εξουσιών στις Ηνωμένες Πολιτείες. Συνεπώς, δεν μπορούσε να λήξει αυτό με κάποιες μεταρρυθμίσεις.
Στο επίκεντρο της συζήτησης βρίσκεται η διαρκής ένταση ανάμεσα στην ανάγκη για μια ισχυρή προεδρία και στην ανάγκη να παραμένει η εκτελεστική εξουσία υπό τον έλεγχο του Συντάγματος, του Κογκρέσου και της κοινής γνώμης. Το Watergate έφερε αυτή την ένταση στην επιφάνεια και κατέστησε επιτακτικό το ερώτημα πώς μπορεί να περιοριστεί η κατάχρηση της προεδρικής εξουσίας χωρίς να αποδυναμωθεί ο ίδιος ο θεσμός.
Ο Τζέφερσον είχε πει ότι ο μεγαλύτερος κίνδυνος για τη δημοκρατία ήταν η «τυραννία της νομοθετικής εξουσίας», προβλέποντας όμως ότι η απειλή αυτή θα μπορούσε να πηγάζει και από την εκτελεστική εξουσία. Και όντως, η προεδρία του Νίξον επιβεβαιώνει τον φόβο του Τζέφερσον. Η προεδρία είχε ενισχυθεί σταδιακά από τις εξελίξεις της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής και των πολέμων, με αποτέλεσμα να συγκεντρώσει πρωτοφανή εξουσία στον Λευκό Οίκο. Η κυβέρνηση Νίξον, θεωρώντας ότι η δημοκρατία απειλείται από εσωτερικούς εχθρούς, δικαιολόγησε έτσι μια ακόμη μεγαλύτερη συγκέντρωση εξουσίας.
Και το πρόβλημα δεν είναι μόνο το σκάνδαλο Watergate. Όπως περιγράφει ο ιστορικός Άρθουρ Σλέσινγκερ Τζούνιορ, μια σειρά από πιθανές ποινικές παραβάσεις αποδίδονται στην κυβέρνηση Νίξον. Μερικές από αυτές περιλαμβάνουν διαρρήξεις, πλαστογραφίες, παράνομες τηλεφωνικές υποκλοπές και ηλεκτρονική παρακολούθηση, ψευδορκία, παρεμπόδιση της δικαιοσύνης, καταστροφή αποδεικτικών στοιχείων, δωροδοκίες και προσπάθειες εμπλοκής υπηρεσιών όπως το FBI κι η CIA.
Οι ευθύνες του Νίξον
Οι προσωπικές ευθύνες του Νίξον ήταν σημαντικές, με την εμπλοκή του ή μη με το σκάνδαλο να θέτει σοβαρά ερωτήματα. Εάν όντως γνώριζε, δεν θα έπρεπε να καταδικαστεί καθώς συμμετείχε σε μια προσπάθεια υπονόμευσης των δημοκρατικών διαδικασιών; Από την άλλη, αν ήταν αμέτοχος στο σκάνδαλο, μήπως ήταν ανεπαρκής στην εποπτεία της κυβέρνησής του;
Σημαντική όμως θεωρείται κι η ευθύνη του Νίξον για την πολιτική και ηθική κουλτούρα που αναπτύχθηκε στον Λευκό Οίκο. Οι μαρτυρίες πρώην συνεργατών παρουσιάζουν ένα περιβάλλον κλειστό, απομονωμένο και προσανατολισμένο στη σκοπιμότητα, όπου η πίστη στον πρόεδρο υπερίσχυε της ανεξάρτητης κρίσης. Ο Λευκός Οίκος περιγράφεται ως ένας «άλλος κόσμος», σχεδόν ως ένα πολιορκημένο νησί, στο οποίο οι συνεργάτες θεωρούσαν ότι μπορούσαν να παρακάμψουν τους συνήθεις κανόνες. Η διαπίστωση για το περιβάλλον που είχε συγκροτηθεί είναι ότι ο πρόεδρος των ΗΠΑ μπορούσε να διαμορφώσει τη λειτουργία ολόκληρης της εκτελεστικής εξουσίας.
Ο ρόλος της κοινωνίας
Η κοινωνία είναι εκείνη που επηρεάζεται από την ασυδοσία του κρατικού μηχανισμού, όπως συνέβη και στην περίπτωση Νίξον. Ήδη, με την άρνηση του Νίξον για παράδοση του μαγνητοσκοπημένου υλικού επικαλούμενος «απόρρητο», η λαϊκή κατακραυγή ήταν έντονη και μαζική. Η κοινωνία είχε εξοργιστεί γιατί παρατηρούσε αμέτοχη τον πρόεδρο τους να θέτει τον εαυτό του υπεράνω του νόμου.
Για το ζήτημα αναφέρει εύστοχα ο Σλέσινγκερ ότι χρειάζεται μια επιστροφή σε μια πιο σκεπτικιστική στάση απέναντι στην εξουσία, καθώς η προεδρία δεν θα πρέπει να θεωρείται αυτομάτως άξια σεβασμού επειδή είναι αυτός ακριβώς ο τίτλος. Σύμφωνα με τον ίδιο, ο σεβασμός πρέπει να κερδίζεται μέσω της συμπεριφοράς του εκάστοτε προέδρου και να συνοδεύεται από αυστηρή δημόσια λογοδοσία.
Και όταν οι αποτύχουν οι προσωπικοί και πολιτικοί έλεγχοι αποτυγχάνουν, παραμένει το συνταγματικό εργαλείο της παραπομπής. Στην περίπτωση του Νίξον, η άρνηση παράδοσης κρίσιμων αποδεικτικών στοιχείων θα μπορούσε να καταστήσει την παραπομπή αναπόφευκτη. Το ζήτημα δεν είναι μόνο η πιθανή παρανομία, αλλά η δυνατότητα ενός προέδρου να εμποδίζει τους θεσμούς να διαπιστώσουν την αλήθεια. Η συνέχιση της επίκλησης της εθνικής ασφάλειας και του εκτελεστικού προνομίου από τον Νίξον ερμηνεύεται ως ένδειξη ότι δεν έχει αντιληφθεί τη βαθύτερη αιτία της κρίσης: την επέκταση και την κατάχρηση της προεδρικής εξουσίας.
Γι’ αυτό, ακόμα και από την παραίτηση του Νίξον, δεν μετριάστηκε ο αντίκτυπος του σκανδάλου στην κοινωνία. Αντίθετα, τροφοδότησε μια αυξανόμενη καχυποψία προς την κυβέρνηση που ένιωθαν πολλοί. Τα γεγονότα του Βιετνάμ είχαν ήδη δείξει ότι δεν μπορούσε κανείς να εμπιστευτεί την κυβέρνηση ότι θα προστατεύσει τα συμφέροντα του λαού ή ότι θα του πει την αλήθεια.
Το τελικό συμπέρασμα για το σκάνδαλο
Το τελικό συμπέρασμα είναι ότι το Watergate δεν αποτελεί απλώς ένα σκάνδαλο ενός προέδρου, αλλά κορύφωση μιας ευρύτερης ιστορικής τάσης προς την ενίσχυση της εκτελεστικής εξουσίας. Η ισχυρή προεδρία θεωρείται από ορισμένους αναγκαία για μια σύνθετη και ταραγμένη κοινωνία, αλλά ταυτόχρονα μπορεί να γίνει επικίνδυνη όταν επιχειρεί να παρακάμψει τη διάκριση των εξουσιών. Γι’ αυτό, λύση θεωρείται η αποκατάσταση μιας συνταγματικής προεδρίας που συνδυάζει αποτελεσματική ηγεσία με θεσμική λογοδοσία.
Η επιβίωση του Συντάγματος δεν εξαρτάται μόνο από τους γραπτούς θεσμικούς περιορισμούς, αλλά και από τους άγραφους κανόνες της πολιτικής και κοινωνικής ζωής. Το Κογκρέσο, τα δικαστήρια, η εκτελεστική εξουσία, ο Τύπος, τα πανεπιστήμια και, κυρίως, η κοινή γνώμη οφείλουν να ανακτήσουν την ευθύνη και την αξιοπιστία τους.
Το Watergate, λοιπόν, μπορεί να λειτουργήσει ως θεσμικό μάθημα: οι παραβιάσεις της νομιμότητας δεν πρέπει να συγκαλύπτονται στο όνομα της προστασίας του θεσμού, γιατί η προστασία της ίδιας της προεδρίας προϋποθέτει την αποκάλυψη και την τιμωρία της κατάχρησης εξουσίας.
Συμπληρωματικά, η μεταγενέστερη αποτίμηση του Watergate επισημαίνει ότι, παρά τα πολλά προεδρικά σκάνδαλα που ακολούθησαν στην αμερικανική ιστορία, λίγα διατήρησαν τη συμβολική και πολιτική βαρύτητα του Watergate. Η αντοχή της υπόθεσης στη συλλογική μνήμη αποδίδεται ακριβώς στο γεγονός ότι δεν αφορούσε μόνο επιμέρους παρανομίες, αλλά έθεσε σε δοκιμασία τη σχέση ανάμεσα στην προεδρική εξουσία, το Σύνταγμα και τη δημοκρατική λογοδοσία.
Πάντως, το Watergate επιβεβαιώνει μέχρι και σήμερα αυτές τις πεποιθήσεις, όταν η κατάληξη «-gate» που συνδέεται με μια λέξη έχει έκτοτε γίνει η συντομογραφία ενός πολιτικού σκανδάλου – και όχι μόνο για τις ΗΠΑ.
Πηγές: washingtonpost.com, politico.com, theatlantic.com, courses.lumenlearning.com
Διαβάστε επίσης:
Χιροσίμα και Ναγκασάκι: Οι δύο βομβαρδισμοί που άλλαξαν τη σύγχρονη ιστορία
4 Αυγούστου 1944: Η σύλληψη της Άννας Φρανκ
Ο Μεταξάς έσχατος σταθμός αλυσίδας πραξικοπημάτων. Ο «πειρασμός» μιας εξουσίας με λόγχες
Tα σχόλια στο site έχουν απενεργοποιηθεί. Μπορείτε να σχολιάζετε μέσα από την επίσημη σελίδα στο Facebook
Σχόλια