Σε τροχιά έντονων πολιτικών ανακατατάξεων περιέρχεται το Ηνωμένο Βασίλειο μετά την επίσημη γνωστοποίηση του Κιρ Στάρμερ ότι προτίθεται να εγκαταλείψει την πρωθυπουργία. Η εξέλιξη αυτή ανοίγει τον δρόμο για την ανάδειξη του έβδομου κατά σειρά επικεφαλής της εκτελεστικής εξουσίας μέσα σε μία μόλις δεκαετία, ανατρέποντας τις προσδοκίες σταθερότητας που είχαν καλλιεργηθεί κατά την εκλογική αναμέτρηση του 2024. Ο απερχόμενος ηγέτης είχε αναλάβει τα ηνία της χώρας πριν από δύο χρόνια, υποσχόμενος τον τερματισμό της πολυετούς κυβερνητικής αστάθειας που ακολούθησε το Brexit και σφραγίστηκε από τις διαδοχικές εναλλαγές των Συντηρητικών στην εξουσία, από την εποχή του Ντέιβιντ Κάμερον και της Τερέζα Μέι, έως τη διακυβέρνηση του Μπόρις Τζόνσον, της Λίζ Τρας και του Ρίσι Σούνακ.
Οι αιτίες της κυβερνητικής φθοράς και η εσωκομματική πίεση
Αν και ο Κιρ Στάρμερ ήταν ο αρχιτέκτονας της επιστροφής των Εργατικών στη διακυβέρνηση ύστερα από 14 χρόνια στην αντιπολίτευση, η θητεία του αποδείχθηκε βραχύβια και δοκιμάστηκε σκληρά από πολιτικές κακοτεχνίες. Μέσα σε λιγότερο από 24 μήνες, η δημοτικότητά του υποχώρησε σε επίπεδα που αποτελούν ιστορικό χαμηλό μισού αιώνα για Βρετανό πρωθυπουργό. Η φθορά αυτή υπήρξε απόρροια συγκεκριμένων οικονομικών επιλογών, όπως οι φορολογικές επιβαρύνσεις που έπληξαν το προφίλ του κόμματος στον επιχειρηματικό κόσμο, αλλά και οι περικοπές δημοσίων δαπανών που προκάλεσαν έντονες αντιδράσεις στην παραδοσιακή κοινωνική βάση των Εργατικών.
Παράλληλα, σοβαρά ερωτήματα για την πολιτική του κρίση προκάλεσε ο αμφιλεγόμενος διορισμός του Πίτερ Μάντελσον στη θέση του πρέσβη στις Ηνωμένες Πολιτείες. Ο τελευταίος αναγκάστηκε τελικά να παραιτηθεί ακόμη και από μέλος του κόμματος, προκειμένου να αποτραπεί η περαιτέρω πολιτική αμηχανία γύρω από τις παλαιότερες επαφές του με τον καταδικασμένο για σεξουαλικά εγκλήματα Τζέφρι Επστάιν. Το οριστικό πλήγμα, ωστόσο, δόθηκε στις τοπικές εκλογές του Μαΐου, όπου η βαριά ήττα των Εργατικών ώθησε σχεδόν το ένα τέταρτο της κοινοβουλευτικής ομάδας να ζητήσει ανοιχτά την απομάκρυνσή του.
Οι διεκδικητές της εξουσίας και οι εσωκομματικές ισορροπίες
Η κούρσα της διαδοχής αναμένεται σκληρή, με στελέχη από όλες τις πτέρυγες του κόμματος να προβάλλουν τις υποψηφιότητές τους. Πέρα από τον Άντι Μπέρναμ, έντονο ενδιαφέρον υπάρχει από την κεντροδεξιά πλευρά των Εργατικών μέσω του φιλόδοξου πρώην υπουργού Υγείας, Γουές Στρίτινγκ, ο οποίος έχει ήδη εκδηλώσει την πρόθεσή του να είναι υποψήφιος. Στον αντίποδα, η πρώην αναπληρώτρια πρωθυπουργός Άντζελα Ρέινερ συγκεντρώνει σημαντικά ερείσματα στην αριστερή πτέρυγα της παράταξης. Το κάδρο των πιθανών διεκδικητών συμπληρώνουν η υπουργός Εσωτερικών Σαμπάνα Μαχμούντ, ο πρώην υπουργός Ενόπλων Δυνάμεων Αλ Καρνς, καθώς και ο πρώην υπουργός Άμυνας Τζον Χίλι. Απαράβατη προϋπόθεση για κάθε ενδιαφερόμενο είναι η κατοχή βουλευτικής έδρας, γεγονός που εξηγεί τη μεγάλη πολιτική βαρύτητα που είχε η πρόσφατη εκλογική μάχη στην περιφέρεια του Μέικερφιλντ.
Τα αυστηρά κριτήρια του καταστατικού για την υποψηφιότητα
Το καταστατικό πλαίσιο των Εργατικών προβλέπει συγκεκριμένα και απαιτητικά φίλτρα για την επίσημη ανακήρυξη των υποψηφίων. Με δεδομένο ότι το κόμμα ελέγχει αυτή τη στιγμή 403 έδρες στη Βουλή των Κοινοτήτων, κάθε διεκδικητής οφείλει να εξασφαλίσει τη γραπτή στήριξη τουλάχιστον του 20% των εν ενεργεία βουλευτών του. Επιπλέον, απαιτείται η έγκριση από το 5% των τοπικών οργανώσεων βάσης ανά την επικράτεια ή, εναλλακτικά, η στήριξη από τουλάχιστον τρεις συνεργαζόμενους με το κόμμα φορείς, εκ των οποίων οι δύο πρέπει υποχρεωτικά να είναι συνδικάτα.
Τον τελικό λόγο για την εκλογή θα έχει η διευρυμένη βάση του κόμματος, η οποία περιλαμβάνει τα εγγεγραμμένα μέλη, καθώς και τους πιστοποιημένους υποστηρικτές από σοσιαλιστικές ενώσεις και εργατικά σωματεία. Δικαίωμα ψήφου έχουν όσοι συμπληρώνουν τουλάχιστον ένα εξάμηνο συμμετοχής πριν από την επίσημη έναρξη των διαδικασιών. Η ανάδειξη θα γίνει με το σύστημα της προτιμησιακής ψήφου, όπου οι εκλογείς κατατάσσουν τους υποψηφίους ανάλογα με την επιλογή τους, και ο τελικός νικητής θα αναλάβει αυτόματα τόσο την ηγεσία του κόμματος όσο και την πρωθυπουργία της χώρας.
Το χρονοδιάγραμμα της εκλογικής διαδικασίας
Παρότι ο ακριβής προγραμματισμός επικυρώνεται από το διοικητικό συμβούλιο του κόμματος, ο απερχόμενος πρωθυπουργός προσδιόρισε ότι η υποβολή των υποψηφιοτήτων θα ξεκινήσει στις 9 Ιουλίου και θα ολοκληρωθεί πριν από τη θερινή διακοπή του κοινοβουλίου στις 16 Ιουλίου. Στην περίπτωση που υπάρξουν περισσότεροι του ενός υποψήφιοι και στηθεί κάλπη, η διαδικασία εκτιμάται ότι θα έχει ολοκληρωθεί έως την 1η Σεπτεμβρίου, ημερομηνία επανόδου της Βουλής.
Η διαδικασία αυτή εμφανίζεται σημαντικά πιο σύντομη σε σχέση με το παρελθόν. Για παράδειγμα, όταν ο Τζέρεμι Κόρμπιν δρομολόγησε τις διαδικασίες διαδοχής τον Δεκέμβριο του 2019, το χρονοδιάγραμμα δημοσιεύθηκε τον Ιανουάριο του 2020 και ο διάδοχός του –ο ίδιος ο Κιρ Στάρμερ– ανακηρύχθηκε τον Απρίλιο του ίδιου έτους. Αξίζει να σημειωθεί ότι αν τελικά μόνο ένα πρόσωπο καταφέρει να συγκεντρώσει τις απαραίτητες κοινοβουλευτικές και συνδικαλιστικές εγκρίσεις, δεν θα πραγματοποιηθεί καθολική ψηφοφορία και ο μοναδικός υποψήφιος θα ανακηρυχθεί απευθείας ηγέτης και πρωθυπουργός.
Διαβάστε επίσης:
Παραιτήθηκε ο Κιρ Στάρμερ – Εξελίξεις στην πολιτική σκηνή της Βρετανίας
Διπλωματική κρίση Κύπρου- Βρετανίας – Η Λευκωσία ζητά εγγυήσεις για τις βάσεις
Tα σχόλια στο site έχουν απενεργοποιηθεί. Μπορείτε να σχολιάζετε μέσα από την επίσημη σελίδα στο Facebook
Σχόλια