Τζέημς Ντιν : Το νεανικό είδωλο των προηγούμενων γενεών παραμένει άραγε επίκαιρο;

Σε μια κοινωνία που ήταν καλύτερο να δηλώσεις μπεκάτσα σε κυνηγετική περίοδο παρά ομοφυλόφιλος ήταν απίθανο ένας νεαρός σταρ, ο οποίος προαλειφόταν από τα κινηματογραφικά στούντιο να γίνει το νέο sex symbol για το γυναικείο πληθυσμό, να δήλωνε ευθαρσώς την ομοφυλοφιλία του. 

Έφυγε στα 24 του χρόνια από αυτοκινηστικό δυστύχημα λόγω υπερβολικής ταχύτητας. Έγινε σύμβολο για τις επόμενες γενιές. Κολλήθηκε ως αφίσα σε εφηβικά και νεανικά δωμάτια. Καρδιοχτύπησαν γυναίκες και άνδρες ομοφυλόφιλοι σε ολόκληρο τον κόσμο για χάρη του. Σήμερα ο Τζέημς Ντιν, ο επαναστάτης χωρίς αιτία, παραμένει σύμβολο για τις νέες γενιές generation Z και Alpha  ή οι εφήμεροι  influencers τον σάρωσαν;

Εδώ και δεκαετίες ο μύθος του νεαρού σταρ που πέθανε τόσο πρόωρα έχει γεμίσει εκατομμύρια σελίδες και ιστοσελίδες ανά το κόσμο. Τι είναι εκείνο που τραβά τα βλέμματα σε αυτό το ξανθό αγόρι  ; Γιατί τόσο κόσμος μέχρι και σήμερα μιλά για έναν σταρ που γύρισε μόλις τρεις ταινίες ; Τι ήταν ο Τζέημς Ντιν για τις προηγούμενες γενιές; Τι συμβόλιζε και γιατί; Τι είναι αυτό που τελικά σε κάνει αθάνατο μέσα στην μνήμη του κοινού;

Ο Μάρλον Μπράντο είχε πει για εκείνον ‘’ Ο Κύριος Ντιν φαίνεται πως φορά την περσινή μου γκαρνταρόμπα και το περσινό μου ταλέντο’’ . Η αλήθεια είναι πως ο, μόλις μερικά χρόνια νεότερος Ντιν, ήταν μια μικρογραφία του σωματώδη Μπράντο. Ένας πιο εκλεπτυσμένος στην μορφή, σαν νεαρός πρίγκιπας, άνδρας το ίδιο macho και ασυμβίβαστος όπως ο Μπράντο στο κινηματογραφικό πανί. 

Οι ρόλοι για τους οποίους τους επέλεγαν ήταν άλλωστε πανομοιότυποι: Άνδρες που ασφυκτιούσαν στα συντηρητικά ‘’πρέπει’’ της εποχής. Άνδρες που φορούσαν αντί για κουστούμια δερμάτινα μπουφάν και στενά παντελόνια. Άνδρες που οδηγούσαν με ιλιγγιώδη ταχύτητα, κάπνιζαν, έπιναν και είχαν πολλές ελεύθερες σεξουαλικές σχέσεις. Ο Μπράντο και ο Ντιν ήταν τα νεανικά είδωλα στα μέσα της λιμνάζουσας δεκαετίας του ’50. Τόσο διαφορετικοί. Τόσο ελεύθεροι. Τόσο αυτοκαταστροφικοί που η νέα γενιά, πάντα επιρρεπής σε όλα τα απαγορευμένα, τους ξεσήκωσε σαν στυλ ζωής ή τουλάχιστον προσπάθησε.

Άλλωστε τον πρώτο του μεγάλο ρόλο στην ταινία ‘’Ανατολικά της Εδέμ’’ τον πήρε επειδή ο σκηνοθέτης της ταινίας, Ελία Καζάν, ήθελε κάποιον σαν τον Μπράντο να παίξει το ρόλο του Κάλ Τρασκ.  Στο Ντιν βρήκε αυτό που έψαχνε και όχι μόνο. Απο την πρώτη του ταινία φάνηκε πως  ο νεαρός δεν ήταν απλά ένα ωραίο πρόσωπο αλλά και καλός ηθοποιός. Αρκετοί αυτοσχεδιασμοί του παρέμεναν στην ταινία και  αυτή του η ερμηνεία του χάρισε την πρώτη του υποψηφιότητα στα Όσκαρ ως Καλύτερος Ηθοποιός. Στην ταινία ο Ντιν έπαιζε έναν νεαρό ο οποίος επιθυμούσε διακαώς να αποδείξει στον πατέρα του πως άξιζε τον θαυμασμό του.

Ο Ντιν είχε άλλωστε την κατάλληλη οικογενειακή ιστορία ώστε να θεωρηθεί στα νεανικά μάτια το ιδανικό ‘’bad boy’’ με την χρυσή καρδιά. Εκείνον που όλοι τον θεωρούν αλήτη και τον κατηγορούν ενώ εκείνος θέλει να ζήσει απλά την ζωή του ανέμελος έξω από την υποκρισία και την συμβατικότητας της κοινωνικής ζωής.

Η γενιά του Ντιν ήταν η λεγόμενη ‘’Σιωπηλή γενιά’’ . Οι γεννημένοι από το 1928-1945 είχαν ζήσει τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, την μεγάλη οικονομική κρίση, την πείνα, την απώλεια των δικών τους ανθρώπων. Ήταν μια γενιά στερημένη, μια γενιά με άσχημες παιδικές μνήμες που ήθελε να κατακτήσει τα πάντα. Η γενιά που θα πολεμήσει στην Κορέα, θα μπει μπροστά στην διεκδίκηση κοινωνικών -πολιτικών δικαιωμάτων των Αφρο-αμερικάνων αλλά και των γυναικών  και θα χορέψει ξέφρενα rock n roll. Η γενιά που θα γεννήσει τους baby boomers. Η γενιά που θα λατρέψει τα πρώτα τηλεοπτικά προγράμματα.

O Ντιν γεννήθηκε στις 8 Φεβρουαρίου του 1931 σε μια μικρή πόλη της Ιντιάνας των Η.Π.Α.  Η μητέρα του πεθαίνει από καρκίνο της μήτρας όταν εκείνος είναι στην τρυφερή ηλικία των 9 ετών. Ο πατέρας του τον στέλνει να μείνει με την αδερφή της γυναίκας του και τον άνδρα της σε μια μικρή φάρμα, όπου ανατρέφεται με τις Προτεσταντικές παραδόσεις των Κουακέρων. 

Η σχέση με τον πατέρα του ήταν ανύπαρκτη. Μιλούσαν και συναντιόντουσαν ελάχιστα καθ’ολη την διάρκεια της ζωής του Ντιν, η οποία έτσι και αλλιώς υπήρξε σύντομη. Την πατρική φιγούρα φαίνεται να την αντικατέστησε ο πάστορας Τζέημς Ντεβεερντ  ο οποίος  είχε καταλυτική επιρροή πάνω στο νεαρό Ντιν. Οι δυο τους παρά την διαφορά ηλικίας και την μη ύπαρξη συγγένειας έκαναν στενή παρέα πράγμα που έγινε αντιληπτό και οι ψίθυροι για πιθανή ερωτική σχέση μεταξύ τους άρχισαν να διασπείρονται εν ριπή οφθαλμού πριν και μετά τον θάνατο του.

Σήμερα πολλοί είναι εκείνοι που δεν διστάζουν να μιλήσουν ανοιχτά για την σεξουαλικότητα τους χρησιμοποιώντας την, τις περισσότερες φορές, ως εισιτήριο για να γίνουν γνωστοί. 

Ο ίδιος δεν παραδέχτηκε ποτέ πως ήταν ομοφυλόφιλος ή έστω  αμφισεξουαλικός αλλά τα πηγαδάκια του Χόλυγουντ γέμιζαν από κουτσομπολιά για την ερωτική του ζωή. Η παλιά στενή του σχέση με τον πάστορα  ξεθαβόταν συχνά- πυκνά κάθε φορά που έβλεπαν το Ντιν να ερωτοτροπεί με θαυμάστριες ή με τις ελάχιστες επίσημες σχέσεις του . Πολλοί έλεγαν πως η σχέση του με τον Μπράντο ήταν ερωτική και γι αυτό ο Ντιν είχε πάθει εμμονή μαζί του. Αγόρασε μέχρι και το ίδιο τύπο μηχανής ωστόσο  ο Μπράντο, όταν τελικά μετά από χρόνια παραδέχθηκε την αμφισεξουαλικότητα του δημόσια, δεν επιβεβαίωσε πότε πως είχε ερωτικές επαφές με το Ντιν. Αντίθετα φαίνεται να υπήρχε μια σχέση αντιπαλότητας μεταξύ τους.

Σε μια κοινωνία που ήταν καλύτερο να δηλώσεις μπεκάτσα σε κυνηγετική περίοδο παρά ομοφυλόφιλος ήταν απίθανο ένας νεαρός σταρ, ο οποίος προαλειφόταν από τα κινηματογραφικά στούντιο να γίνει το νέο sex symbol για το γυναικείο πληθυσμό, να δήλωνε ευθαρσώς την ομοφυλοφιλία του. Οι γαργαλιστικές φήμες ωστόσο έκαναν το νεαρό πληθυσμό στην Αμερική και αλλού, να ονειρεύεται πως η επαναστατικότητα που απέπνεε  έβγαινε και στην ερωτική του ζωή.

Το σεξαπίλ  σε ένα κινηματογραφικό αστέρα ή σε έναν τραγουδιστή πάντα πουλούσε. Μόνο που σε εκείνη την εποχή δεν μπορούσε παρά να υπογραμμίζει την προσωπικότητα κάποιου και όχι να την καθορίζει όπως στο σήμερα. Ένα όχι καλά κουμπωμένο πουκάμισο, ένα φλογερό βλέμμα, το άναμμα ενός τσιγάρου αρκούσε ώστε το μυαλό των θαυμαστών να πάρει φωτιά και οι βραδινές ονειρώξεις να  τους γεμίζουν με ένοχη απόλαυση.

Στο σήμερα εκατοντάδες διάσημοι και μη εκθέτουν καθημερινά τα σώματα τους, ακόμα και γυμνά, στα κοινωνικά δίκτυα. Το σέξι συνεχίζει να πουλά αλλά η τιμή του έχει πέσει. Βαριεστημένα δάκτυλα κινούνται σε οθόνες και χιλιάδες πανομοιότυπα πρόσωπα και κορμιά περνούν από τα μάτια μας αλλά δεν μας ‘’αγγίζουν’’. Μπορείς σήμερα να ‘’ερωτευτείς’’ έναν σταρ; Προλαβαίνεις να τον ονειρευτείς σαν ξεχωριστό; Μπορείς μέχρι το επόμενο κλικ ή μήπως υπερβάλλουμε ως τριαντάρηδες για την νέα γενιά επειδή δεν την καταλαβαίνουμε;

Οι επίσημες αγαπημένες του ήταν η ηθοποιός Λιζ Σέρινταν και η εξίσου ηθοποιός Ιταλίδα Πιερ Αντζέλι. Την Λιζ  την γνώρισε ως χορεύτρια στη Νέα Υόρκη όταν  εκείνον μόλις είχε καταφέρει να κλείσει συμβόλαιο με  Πέπσι Κόλα. Η ίδια περιγράφει την σχέση τους ως ‘’πρώτο έρωτα’’ και για τους δυο . 

Η δεύτερη σχέση με την Πιερ είχε πολλά σκαμπανεβάσματα. Συχνοί χωρισμοί και επανασυνδέσεις. Η μητέρα της Πιερ δεν ενέκρινε τον νεαρό σταρ  ο οποίος δεν ήταν καθολικός, κάπνιζε, έπινε και έτρεχε σαν μανιακός στους δρόμους λαμβάνοντας κλήσεις από την τροχαία. Η εταιρία ωστόσο του Ντιν προωθούσε επίσημα την σχέση τους μια που το γλυκό ζευγάρι ήταν ευχάριστο στα μάτια του κοινού. 

Τα κόλπα για να τραβά κάποιος τα βλέμματα του κοινού ήταν κάτι που τα κινηματογραφικά στούντιο χρησιμοποίησαν κατά κόρον για να ενισχύουν το μύθο γύρω από τα πρόσωπα που προωθούσαν. Τα δράματα των διάσημων δεν είναι μόνο σημερινά και δεν απασχολούν μόνο τα μεσημεριανά πάνελ του σήμερα ή τα hashtags.  Το μέσο επικοινωνίας άλλαξε αλλά όχι το μήνυμα.

Όταν  η Πιέρ Αντζελί παντρεύεται, αιφνιδιαστικά κάποιον άλλον, αρκετά δημοσιεύματα θέλουν τον Ντιν να κάθεται, όχι στο απέναντι παγκάκι Σαββατόβραδο μπροστά στην εκκλησιά, αλλά πάνω στην αναμμένη του μηχανή, ως άλλος ιππότης, μαρσάροντας κατά την διάρκεια του μυστηρίου. Ο κάθε πληγωμένος και παρατημένος εκεί έξω ταυτίζεται μαζί του και ένα κύμα παρηγοριάς μέσω γραμμάτων ξεχύνεται προς τον Ντιν, ο οποίος διαψεύδει την είδηση λέγοντας ‘’Δεν θα έκανα ποτέ κάτι τόσο γελοίο’’.
Το θέμα είναι πως ψέμα ή αλήθεια εκατομμύρια ανά τον κόσμο άνδρες ταυτίστηκαν με τον υποτιθέμενο καημό του και εκατομμύρια γυναίκες θα ΄θελαν να τον παρηγορήσουν. Κάτι αντίστοιχο δεν συμβαίνει και με τις δικές μας δακρύβρεχτες ιστορίες στα κοινωνικά δίκτυα;

Ο Ελία Καζάν, σκηνοθέτης της ταινίας ‘’Ανατολικά της Εδέμ’’ ποτέ δεν κατάλαβε την υστερία που πάθαιναν οι γυναίκες για το Ντιν. Ζήλεια ενός μεγαλύτερου άνδρα προς έναν ωραίο νεότερο ή μήπως όχι;. Ο ίδιος άνηκε δυο γενιές πίσω από τον Ντιν και σαν μεγαλύτερος δεν είχε καθόλου επαφή τι ζητούσε η νεολαία της εποχής του. 

Η δεύτερη ταινία του το 1955 ‘’Επαναστάτης χωρίς αιτία’’ γίνεται ορόσημο για τη νεολαία της εποχής. Ο Ντιν στέφεται το απόλυτο είδωλο της. Ο ρόλος του εκφράζει τον θυμό των νέων και η ερμηνεία του περνά στην ιστορία του κινηματογράφου. Το παράδοξο είναι πως και στους δυο ρόλους του,  παρά την επαναστατικότητα ,του  περιμένει την επιβεβαίωση από την συντηρητική κοινωνία την όποια υποτίθεται αμφισβητεί και απορρίπτει ..

Η αμέσως επόμενη γενιά των baby boomers είναι εκείνη που θα βάλει μπουρλότο στις συντηρητικές ιδέες και παραδόξως θα αναγνωρίσει στο πρόσωπο του Ντιν τον  επαναστάτη με αιτία..Είναι περίεργο πως μπορεί  να αλλάξει ερμηνεία ένα σύμβολο από  την μια γενιά στην επόμενη. Σαν το σύμβολο να αποκόπτεται από τον ίδιο τον άνθρωπο.

Ο ίδιος ο Ντιν δείχνει να φοβάται μήπως τυποποιηθεί στο ρόλο του επαναστάτη  και την επόμενη χρονιά γυρίζει την ταινία ‘’Ο Γίγαντας’’ που μέλλει να ΄ναι και η τελευταία του.

Σε αυτή υποδύεται έναν εντελώς διαφορετικό ρόλο, αυτό του Τζετ Ρινκ, ενός Τεξανού ο οποίος βρίσκει στο ράντσο του πετρέλαιο και γίνεται πλούσιος. Γι αυτή του την ερμηνεία τέθηκε για δεύτερη φορά υποψήφιος στα Όσκαρ ως Καλύτερος Ηθοποιός, μετά θάνατον.
Όλα έδειχναν πως ,αν τελικά ζούσε, ο ίδιος θα ‘’κατέστρεφε’’ αυτό για το οποίο έμεινε στην ιστορία.

Λάτρης της γρήγορης οδήγησης και των αυτοκινήτων, ένα χρόνο πριν χάσει την ζωή του ξεκίνησε να τρέχει σε αγώνες αυτοκινήτων. Τραγική ειρωνεία ή όχι, τελικά το πάθος του έγινε και η αιτία να φύγει τόσο πρόωρα από την ζωή. Στις 30 Σεπτεμβρίου του 1955, στον αυτοκινητόδρομο 466 του Αμερικανικού Εθνικού Δικτύου προς την Καλιφόρνια βρίσκει τραγικό θάνατο προσπαθώντας να αποφύγει την σύγκρουση της Porsche 550 του  με ένα άλλο αυτοκίνητο. Ο θάνατος του Ντιν ήταν ακαριαίος.

Η είδηση του θανάτου του σόκαρε την αμερικανική κοινωνία και εκατοντάδες θαυμαστές του βγήκαν στους δρόμους κλαίγοντας για το χαμό του. Σχεδόν αμέσως γίνεται σύμβολο και σε όλων την σκέψη περνά πως δεν θα μπορούσε να συμβεί διαφορετικά παρά να φύγει με αυτόν τον τρόπο από την ζωή.. Πάντα νέοι δεν φεύγουν άλλωστε οι επαναστάτες  με ή χωρίς αιτία ;

Εκείνος περνά στην ιστορία της αθανασίας. Πάντα νέος με ένα τσιγάρο στο στόμα. Σύμβολο χωρίς καν ο ίδιος να το επιθυμεί.  Η γενιά του και η αμέσως επόμενη από αυτήν έφερε ριζικές αλλαγές στο κοινωνικο-πολιτικό σύστημα τινάζοντας στον αέρα τον συντηρητισμό. 
Κατάφερε να επιβιώσει σαν σύμβολο ακόμα και όταν η Αμερική πέρασε από τον νεοσυντηρισμό του Ρέιγκαν σαν ανταπάντηση στους γιάπηδες. Παρέμεινε μέχρι και για την δική μου γενιά τους, λεγόμενους milennials, ένας μύθος … Σήμερα;

Αν έφευγε σήμερα από την ζωή θα έμενε στην μνήμη του κοινού σαν cultural icon; Σήμερα που εκατομμύρια νέοι σε μικρότερες ηλικίες καταφέρνουν μέσω των κοινωνικών δικτύων να βγάζουν εκατομμύρια που εκείνος θα έβγαζε έπειτα από 10 ταινίες ; Σήμερα που όλοι μας λίγο ως πολύ είμαστε διάσημοι και αναγνωρίσιμοι, μπορούν να υπάρξουν πραγματικά ‘’είδωλα’’ ; Μπορούν να επιβιώσουν τα παλιά ; Ή μήπως δεν τα ΄χουμε ανάγκη και πρέπει επιτέλους να κάνουμε πέρα τα παλιά ώστε η νέα γενιά να δημιουργήσει τα δικά της ;

Ο Άντι Γουόρχολ έλεγε πως στο μέλλον όλοι θα είμαστε διάσημοι για 15 λεπτά. Αυτός ο χρόνος είναι πλέον  είναι μια αιωνιότητα για τις στρατιές των δημιουργών περιεχομένου, όπως θέλουν να αποκαλούνται οι influencers. Σήμερα τα ‘’είδωλα’’ ανεβοκατεβαίνουν πιο γρήγορα και από το τραινάκι του roller coaster και η διαχρονικότητα τους κρίνεται αμφισβητήσιμη.

Γράφοντας σε μια ιστοσελίδα  νέων για  κομικς, σειρές και ταινίες  αντιμετωπίζομαι σαν older milennial πολλές φορές περίεργα όταν ρίχνω ιδέες για αφιερώματα σε παλιές ταινίες ή  καλλιτέχνες. Σαν τις νέες γενιές να μην τις αφορούν όλα αυτά με τα οποία μέχρι πρότινος εμείς γαλουχηθήκαμε να ακολουθούμε ως πρότυπα. Αυτό δεν είναι απαραίτητα κακό.

Η γενιά του Ντιν και όσες ακολούθησαν αργότερα, άκουσαν και εκείνες τα εξ’αμάξης από τις προηγούμενες γενιές. Δημοσιεύματα της εποχής σε εφημερίδες δαιμονοποιούσαν τον κινηματογράφο και αργότερα την τηλεόραση ως μέσα που διαφθείρουν τους νέους. Άρα μήπως απλά εμείς γκρινιάζουμε λίγο παραπάνω από το κανονικό;

Κάθε εποχή γεννά τα είδωλα της και αποκαθηλώνει τα προηγούμενα.

Ίσως μέχρι την δική μου την γενιά να χρειαζόμαστε ένα έτοιμο κατασκευασμένο σύμβολο το οποίο να ντύναμε με διάφορες αξίες ή να ταυτιζόμασταν μαζί του χωρίς καν το ίδιο να επιθυμεί κάτι τέτοιο. Κάτι το οποίο  πιστεύαμε τυφλά.

Οι προηγούμενες γενιές μπορεί να είχαν διαχρονικά σύμβολα που εξέφρασαν τα θέλω τους αλλά οι νέες γενιές Z και Alpha φαίνονται ,παρά το γρήγορο σερφάρισμα από το καναπέ τους, ήδη να ΄χουν καταφέρει να ανοίξουν θέματα που εμείς αφήσαμε ανέγγιχτα για δεκαετίες. Είναι η γενιά που αγκάλιασε το hashtag #metoo και  έχει καταφέρει να απενεχοποιήσει πολλά τραύματα που έφεραν οι προηγούμενες γενιές. Ο Ντιν σήμερα θα μπορούσε να μιλήσει για την ομοφυλοφιλία του ανοιχτά και αν ακόμα το έκανε προς εκμετάλλευση της διαφορετικότητας και συγκομιδή των likes πάλι θα ΄χε καταφέρει κάτι αδιανόητο για τις προηγούμενες γενιές.

Πρόσφατα είδαμε πως μια απεγκατάσταση  εφαρμογής και ένα hashtag #cancelefood κατάφερε ό,τι τα τελευταία χρόνια δεν έχει καταφέρει ο συνδικαλισμός από μόνος του. Ναι, σίγουρα οι αγώνες δίνονται στους δρόμους και η τελική μάχη θα κριθεί εκεί. Ναι, σιγουρα ο νεοφιλελευθερισμός θα ξαναπροσπαθήσει να φέρει τις ονειρωξεις του από την πίσω πόρτα και ένα hastag δεν κάνει επανάσταση  ΑΛΛΑ οφείλουμε να ομολογήσουμε πως δείχνει κάτι γι αυτές τις γενιές  που μόνιμα δείχνουμε με το δάκτυλο και μόνιμα λέμε πως ‘’δεν καταλαβαίνει’’ από κουλτούρα και cultural icons.

Τις κατηγορούμε για το εφήμερο, για την εμπορευματοποίηση, την υπερσεξουαλικότητα και ακουγόμαστε το ίδιο όπως οι πατέρες μας και οι παππούδες μας για μας. Πέρα όμως όλα τα στραβά, οι νέες γενιές που έρχονται έβαλαν τελικά στο επίκεντρο τον ίδιο τον ‘’απλό άνθρωπο’’. Ναι, μπορεί να δημιουργούν ‘’φούσκες’’ αλλά παράλληλα δίνουν δυνατότητα να ακουστούν φωνές που πριν δεν είχαν πριν πρόσβαση.

Εν κατά κλείδι, αγαπητέ αναγνώστη ευχαριστώ αν έφτασες ως εδώ, πιστεύω πως ο ρόλος του επαναστάτη που υποδύθηκε ο Ντιν έκανε την δουλειά του ως cultural icon των γενιών που τον είχαν ανάγκη. Θα μπορούσε να αναπαυθεί χωρίς να σημαίνει πως θα ξεχαστεί. Οι νέες γενιές με τα λάθη και τα σωστά τους θα δημιουργήσουν τα δικά τους είδωλα και η ιστορία θα ξεκαθαρίσει ποια από αυτά θα αφήσουν το στίγμα τους τα επόμενα 50-60 χρόνια.