Σαν σήμερα, στις 3 Ιανουαρίου 1892, γεννήθηκε ο Τζον Ρόναλντ Ρόιελ Τόλκιν (John Ronald Reuel Tolkien), γνωστός στο ευρύ κοινό ως Τζ. Ρ. Ρ. Τόλκιν. Ο Τόλκιν ήταν ένας Άγγλος φιλόλογος και ακαδημαϊκός, ο οποίος, όμως, έγινε γνωστός και αναγνωρίζεται μέχρι και σήμερα, για το συγγραφικό του έργο, με τα έργα «Χόμπιτ» και «Ο Άρχοντας των Δαχτυλιδιών» να αποτελούν αυτά που ταυτίζονται με τον Άγγλο συγγραφέα.
Τα πρώιμα χρόνια
Ο Τζ. Ρ. Ρ. Τόλκιν γεννήθηκε στις 3 Ιανουαρίου 1892 στο Μπλουμφοντέιν της Νοτίου Αφρικής από Άγγλους γονείς, με πολλούς από τους προγόνους του να αναφέρονται ως τεχνίτες. Σε ηλικία τριών ετών, η μητέρα του έφερε αυτόν και τον μικρότερο αδελφό του, Χίλαρι, πίσω στην Αγγλία.
Σύμφωνα με την ίδια την κατανόηση του Τόλκιν, η οικογένεια είχε τις ρίζες της στη Σαξονία (σημερινή Γερμανία), αλλά ζούσε στην Αγγλία από τον 18ο αιώνα, και έγινε «γρήγορα και έντονα αγγλική (όχι βρετανική)». Ο Τόλκιν πίστευε ότι το όνομα «Τόλκιν» αποτελούσε μια απλοποιημένη μορφή της λέξης: στα γερμανικά tollkühn ή «παράτολμος», με την ετυμολογία της αγγλικής λέξης να ήταν «θαμπός», μια κυριολεκτική μετάφραση του «οξύμωρο».
Ο πατέρας του Τόλκιν, που ήταν τραπεζικός υπάλληλος, πέθανε λίγο αργότερα στη Νότια Αφρική, οπότε η οικογένεια παρέμεινε στην Αγγλία και μέχρι το καλοκαίρι του 1896 η οικογένεια εγκαταστάθηκε σε έναν οικισμό λίγο έξω από την πόλη του Μπέρμιγχαμ.
Καθώς η οικογένεια δεν μπορούσε να βιοποριστεί, μετακόμισε στο Μόζλι, ένα προάστιο του Μπέρμιγχαμ. Παράλληλα, από το 1900, η μητέρα του Τόλκιν ασπάστηκε τον Ρωμαιοκαθολικισμό, μια πίστη που ο μεγαλύτερος γιος της άσκησε επίσης με ευλάβεια. Σε ηλικία 12 ετών, ο Τόλκιν έχασε τη μητέρα του, και τέθηκαν υπό την επιμέλεια ενός Καθολικού ιερέα. Κατά αυτό το διάστημα, τα αδέρφια έζησαν με θείες και στη συνέχεια σε οικοτροφεία.
Το 1908, ο Τόλκιν ερωτεύτηκε μια άλλη ορφανή, την Έντιθ Μπρατ, η οποία θα ενέπνεε τον φανταστικό του χαρακτήρα Λούθιεν Τινούβιελ (Lúthien Tinúviel). Ο κηδεμόνας του, ωστόσο, δεν το ενέκρινε και στα 21α γενέθλιά του ο Τόλκιν μπόρεσε να τη ζητήσει σε γάμο.
Το διάστημα της ζωής του Τόλκιν μεταξύ του αγροτικού τοπίου του Σάρεχολ και των εφηβικών του χρόνων στο βιομηχανικό κέντρο του Μπέρμιγχαμ, αποτέλεσαν σημαντικές πηγές έμπνευσης στο έργο του.
Εκπαίδευση
Η εκπαίδευση αποτέλεσε χαρακτηριστικό κομμάτι της ζωής του Τόλκιν, καθώς εν μέσω αυτής, ξεδίπλωσε το μοναδικό του ταλέντο στη συγγραφή και τα γλωσσικά ευρήματα. Από νεαρή ηλικία, φοίτησε στο King Edward’s School στο Μπέρμιγχαμ, όπου διακρίθηκε στις κλασικές και σύγχρονες γλώσσες.
Το 1911 πήγε στο Exeter College της Οξφόρδης, όπου σπούδασε κλασικές γλώσσες, παλαιά αγγλικά, γερμανικές γλώσσες, την ουαλική και τη φινλανδική. Γρήγορα έδειξε κλίση προς τη φιλολογία και άρχισε να δημιουργεί τις δικές του γλώσσες. Το 1913 ο Τόλκιν δημοσίευσε το πρώτο του ποίημα, με τίτλο «From the many-willow’d margin of the immemorial Thames» (Από τις όχθες του αμνημονεύτου Τάμεση με τις πολλές ιτιές), το οποίο εκδόθηκε στο περιοδικό Stapeldon Magazine του Exeter College.
Ο Πρώτος Παγκόσμιος Πόλεμος
Μέχρι την ολοκλήρωση των σπουδών του στην Οξφόρδη το 1915, ο Α’ Παγκόσμιος Πόλεμος είχε ξεσπάσει σε όλη την Ευρώπη. Ο Τόλκιν κατατάχθηκε και υπηρέτησε στους Τυφεκιοφόρους του Λάνκασαϊρ, αλλά δεν συμμετείχε στην ενεργό υπηρεσία για μήνες. Σε αυτή την περίοδο έγραψε το ποίημα «Gobin Feet», το οποίο δημοσιεύτηκε στο «Oxford Poetry 1915». Όταν έμαθε ότι θα απολυόταν τον Μάρτιο του 1916, παντρεύτηκε τον παιδικό του έρωτα, την Έντιθ Μπρατ, για την οποία γράφτηκε το ποίημα.
Ο Τόλκιν στάλθηκε στο Δυτικό Μέτωπο και πολέμησε στην επίθεση του Σομ (Bataille de la Somme). Στη μάχη έχασε τους περισσότερους από τους φίλους του. Μετά από τέσσερις μήνες στα χαρακώματα, προσβλήθηκε από μια λοίμωξη που έμοιαζε με τύφο και στάλθηκε πίσω στην Αγγλία, όπου υπηρέτησε για το υπόλοιπο του πολέμου.
Η ακαδημαϊκή καριέρα του Τόλκιν
Η πρώτη δουλειά του Τόλκιν ήταν ως λεξικογράφος στο Νέο Αγγλικό Λεξικό, συμβάλλοντας στη σύνταξη του Αγγλικού Λεξικού της Οξφόρδης. Παράλληλα, έγραψε το «Λεξιλόγιο της Μέσης Αγγλικής Γλώσσας», αλλά δεν εκδόθηκε μέχρι το 1922.
Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου, ξεκίνησε εντατική δουλειά στη δημιουργία γλωσσών που φανταζόταν ότι ομιλούνταν από ξωτικά. Οι γλώσσες βασίζονταν κυρίως στα φινλανδικά και τα ουαλικά. Ξεκίνησε επίσης το «The Book of Lost Tails», μια μυθική ιστορία ανθρώπων, ξωτικών και άλλων πλασμάτων που δημιούργησε για να παρέχει το πλαίσιο για τις «Ξωτικές» γλώσσες του. Έκανε την πρώτη δημόσια παρουσίαση των ιστοριών του όταν διάβασε το «Η Πτώση της Γκοντόλιν» σε ένα ένθερμο κοινό στη Λέσχη Δοκιμίων του Κολλεγίου Έξετερ.
Μετέπειτα, ο Τόλκιν έγινε καθηγητής Αγγλικής Γλώσσας στο Πανεπιστήμιο του Λιντς, όπου συνεργάστηκε με τον Ε. Β. Γκόρντον στην περίφημη έκδοση του «Sir Gawain and the Green Knight». Ο Τόλκιν παρέμεινε στο Λιντς μέχρι το 1925, όταν ανέλαβε θέση διδάσκοντας αγγλοσαξονικά στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης. Στο Λιντς, ο Τόλκιν βρήκε τον χρόνο να κάνει πολλές συνεισφορές σε διάφορα περιοδικά και βιβλία όπως το Gryphon Magazine, το Microcosm, το TLS, το Yorkshire Poetry, το Leeds University Verse, κ.λπ.
Ο Τόλκιν πέρασε το υπόλοιπο της καριέρας του στην Οξφόρδη, όπου και συνταξιοδοτήθηκε το 1959. Κατά το διάστημα του στην Οξφόρδη, ο Τόλκιν έγινε ιδρυτικό μέλος μιας ομάδας ομοϊδεατών φίλων της Οξφόρδης, «The Inklings», οι οποίοι συναντιόντουσαν για συζήτηση, ποτά και αναγνώσεις από τα έργα τους που βρίσκονταν σε εξέλιξη. Ένα άλλο εξέχον μέλος ήταν ο Κ. Σ. Λιούις, ο οποίος έγινε ένας από τους στενότερους φίλους του Τόλκιν.
Το «Χόμπιτ» και «Ο Άρχοντας των Δαχτυλιδιών»
Κατ’ ιδίαν, ο Τόλκιν αξιοποιούσε τον χρόνο του γράφοντας μια περίτεχνη σειρά φανταστικών ιστοριών, συχνά σκοτεινών και θλιβερών, που διαδραματίζονταν σε έναν κόσμο που ο ίδιος δημιούργησε.
«Κατασκεύασε» αυτόν το «θρύλο», το οποίο τελικά έγινε «Το Σιλμαρίλλιον», εν μέρει για να προσφέρει ένα σκηνικό στο οποίο θα μπορούσαν να υπάρχουν «ξωτικές» γλώσσες που είχε εφεύρει. Αλλά οι ιστορίες του για την «Άρντα» και τη «Μέση-Γη» προέκυψαν επίσης από την επιθυμία του να περιγράφει ιστορίες, επηρεασμένες από την αγάπη του για τους μύθους και τους θρύλους.
Για να διασκεδάσει τα τέσσερα παιδιά του, επινόησε πιο ανάλαφρες, ζωντανές και συχνά χιουμοριστικές ιστορίες. Η μεγαλύτερη και πιο σημαντική από αυτές τις ιστορίες, που ξεκίνησε γύρω στο 1930, ήταν «Το Χόμπιτ», μια φανταστική ιστορία ενηλικίωσης για έναν «χόμπιτ» (έναν μικρότερο συγγενή του Ανθρώπου) που αγαπά την άνεση και συμμετέχει σε μια αναζήτηση για τον θησαυρό ενός δράκου.
Το 1937 εκδόθηκε το βιβλίο «Χόμπιτ», με εικόνες του συγγραφέα, και ήταν τόσο δημοφιλές που ο εκδότης του ζήτησε μια συνέχεια. Το αποτέλεσμα, 17 χρόνια αργότερα, ήταν το αριστούργημα του Τόλκιν, «Ο Άρχοντας των Δαχτυλιδιών», μια σύγχρονη εκδοχή του ηρωικού έπους.
«Χόμπιτ»
Κατά τη διάρκεια της θητείας του ως καθηγητής Αγγλοσαξονικής στο Pembroke College, στα τέλη της δεκαετίας του 1920, που έγραψε σχεδόν τυχαία τις λέξεις «Σε μια τρύπα στο έδαφος, ζούσε ένα χόμπιτ» στο πίσω μέρος ενός γραπτού απολυτηρίου που βαθμολογούσε. Αυτές οι λέξεις εξελίχθηκαν σε μια ιστορία σαν αυτές που επινοούσε για τα παιδιά του. Δεν προχώρησε παραπέρα εκείνη την εποχή, αν και τα επόμενα χρόνια, σχεδίασε τον Χάρτη του Thrór.
Την ιστορία την έγραψε στις αρχές της δεκαετίας του 1930. Το έργο το αντιλήφθηκε σε μεγαλύτερο βαθμό ο μεγαλύτερος γιος του, ο Τζον. Παράλληλα, οι συνάδελφοί του στην Οξφόρδη τον «ανάγκασαν» να δανείζει αντίτυπα για να το διαβάσουν. Τελικά το δάνεισε στην Αιδεσιμότατη Ηγουμένη του ξενώνα θηλέων Cherwell Edge και στην πρώην μαθήτριά του Elaine Griffiths, η οποία διέμενε στο Cherwell Edge, και το είδε η μαθήτριά της, Susan Dagnall, η οποία εργαζόταν στο Allen & Unwin. Το βιβλίο δόθηκε στον 10χρονο Rayner, γιο του Sir Stanley Unwin, ο οποίος παρέδωσε μια ενθουσιώδη κριτική για το βιβλίο, ενθαρρύνοντας τον πατέρα του να το εκδώσει.
Η διάλεξη του 1936 με τίτλο «Beowulf: The Monsters and the Critics» είχε διαρκή επίδραση στην έρευνα για το Μπέογουλφ. Την εποχή που εκδόθηκε το «Χόμπιτ» (1937), ο Τόλκιν υπέφερε από μια ασθένεια, αδυνατώντας να εργαστεί.
«Ο Άρχοντας των Δαχτυλιδιών»
Η επιτυχία του Χόμπιτ και συγχρόνως το αίτημα των εκδοτών του για συνέχεια του έργου του, έδωσαν την ευκαιρία στον Τόλκιν να συνδυάσει την προσωπική του επιθυμία για συγγραφή και κάλυψη των οικονομικών του αναγκών, καταλήγοντας στη συνέχεια των συναρπαστικών ιστοριών του.
Στις αρχές του 1939, και εν μέσω της συγγραφής του Άρχοντα των Δαχτυλιδιών, ο Τόλκιν αντιμετώπισε οικονομική πίεση και αναγκάστηκε να προχωρήσει σε επιπλέον διαλέξεις και εξετάσεις προς κάλυψη των αναγκών του. Εκτός αυτού, ένα ατύχημα στον κήπο του, η ασθένεια της Έντιθ, και η απώλεια του κύριου βοηθού και του αναπληρωτή του, τον εμπόδισαν να συνεχίσει τη συγγραφή του έργου του, συμπεριλαμβανομένου ενός προλόγου στο Μπέογουλφ, όπως είχε υποσχεθεί.
Με το ξέσπασμα του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, τα ακαδημαϊκά του καθήκοντα αυξήθηκαν. Σε μια προσπάθεια ισορροπίας μεταξύ εργασίας, του πολέμου και της συγγραφής κατά διαστήματα, αμφέβαλλε για το γεγονός ότι η ολοκλήρωση του βιβλίου θα είχε κάποιο αποτέλεσμα.
Ως εκ τούτου, συνέχισε τη συγγραφή δύο χρόνια αργότερα. Στη συνέχεια της συγγραφής αρωγός στην προσπάθεια ήταν ο ενθουσιασμός των φίλων του και του Κρίστοφερ (στον οποίο έστελνε αντίγραφα ταχυδρομικώς στη Νότια Αφρική) που τον ενθάρρυναν να συνεχίσει.
Στα τέλη του καλοκαιριού του 1948, ο Τόλκιν βρήκε την ψυχική ηρεμία και χρόνο για να ολοκληρώσει τον «Άρχοντα των Δαχτυλιδιών», σχεδόν μια δεκαετία μετά τα πρώτα σκίτσα.
Εν μέσω διαφωνιών με τον εκδοτικό του οίκο αναφορικά με το «Σιλμαρίλλιον» και την αποτυχία επίτευξης συμφωνίας με τον Collins, διευθέτησε τη διαφορά με τους Unwins. Κατά το ίδιο διάστημα, ο Τόλκιν νόσησε ξανά, με την οικονομική του κατάσταση να εξακολουθεί να βρίσκεται στο όριο της φτώχειας.
Ως εκ τούτου, έκανε συμφωνία για διαμοιρασμό κερδών, χωρίς τη λήψη προκαταβολής ή δικαιωμάτων επί των βιβλίων μέχρι να υπάρξει εξισορρόπηση στο χρονοδιάγραμμα της συγγραφή τους. Μεταξύ 1953 και 1955, ο Τόλκιν συνεργάστηκε στενά με τους Allen & Unwin για την παραγωγή του Άρχοντα των Δαχτυλιδιών, συμφωνώντας για την κατανομή των τόμων, τους τίτλους τους, τη διόρθωση των δοκιμίων που έφταναν κατά διαστήματα, την πλήρη και σωστή καλλιτεχνική απεικόνιση και τους χάρτες.
Το 1954, ο Τόλκιν τιμήθηκε με τιμητικό Διδακτορικό στη Φιλολογία, τόσο από το Εθνικό Πανεπιστήμιο της Ιρλανδίας όσο και από το Πανεπιστήμιο της Λιέγης, για το έργο του στον τομέα της φιλολογίας και της μεσαιωνικής λογοτεχνίας, το οποίο καθυστέρησε την εργασία του στα παραρτήματα, γεγονός που στη συνέχεια καθυστέρησε την έκδοση του βιβλίου «Η Επιστροφή του Βασιλιά».
Το επόμενο διάστημα
Το 1959, ο Τόλκιν συνταξιοδοτήθηκε υποχρεωτικά, ένα γεγονός που χαρακτήρισε ο ίδιος ως «οδυνηρό και επίπονο». Περνώντας στη δεκαετία του 1960, ο Τόλκιν ταλαιπωρήθηκε από διάφορες ασθένειες, είτε του ιδίου είτε της συζύγου του, με το 1963 να αποτελεί την πιο δύσκολη για τον ίδιο, όταν έφυγε από τη ζωή ο Κ. Σ. Λιούις.
Ωστόσο, κατά το διάστημα αυτό, ο Τόλκιν εξελίχθηκε σε μια προσωπικότητα που προσέλκυσε την προσοχή του κοινού, με τον ίδιο όμως να διατηρεί αμυντική στάση στο αναδυόμενο fandom. Μάλιστα, η φρενίτιδα των θαυμαστών του ήταν τόσο έντονη, αναγκάζοντας τον συγγραφέα και τη σύζυγό του να μετακομίζουν σε μια περιοχή κοντά στο Μπόρνμουθ.
Την 1η Ιανουαρίου 1972, η Βασίλισσα Ελισάβετ Β΄ διόρισε τον Τζ. Ρ. Ρ. Τόλκιν Ταξιάρχη του Τάγματος της Βρετανικής Αυτοκρατορίας (CBE) στις Πρωτοχρονιάτικες Τιμητικές Διακρίσεις, για τις υπηρεσίες του στην Αγγλική Λογοτεχνία. Στις 28 Μαρτίου έλαβε τα διακριτικά του Τάγματος στα Ανάκτορα του Μπάκιγχαμ, ενώ την ίδια χρονιά, του απονεμήθηκε τιμητικός τίτλος του Διδάκτορα Γραμμάτων από το Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης, για τη συμβολή του στον τομέα της φιλολογίας.
Οι Τόλκιν έζησαν στο Πουλ του Μπόρνμουθ μέχρι τον θάνατο της Έντιθ τον Νοέμβριο του 1971. Ο χήρος καθηγητής μετακόμισε πίσω στην οδό Μέρτον 21, στην Οξφόρδη τον Μάρτιο του 1972. Ο Τόλκιν έφυγε από τη ζωή σε ηλικία στις 2 Σεπτεμβρίου 1973, από πνευμονία.
Ο γλωσσικός θησαυρός του Τόλκιν
Η κληρονομιά του Τόλκιν σχετίζεται με την επίδραση στη συγγραφή των μυθιστορημάτων, στη φαντασία, στα ονόματα και τα ψευδώνυμα και στη γλώσσα. Ειδικότερα, για τη γλώσσα που εισήγαγε ο Τόλκιν, πολλοί μελετητές έχουν ενδιαφερθεί για τον εξαιρετικά σπάνιο και μοναδικό γλωσσικό πλούτο που προσέφερε ο Άγγλος συγγραφέας προς χάριν των έργων του.
Από τη βιογραφία του Τόλκιν, αντιλαμβανόμαστε πως τόσο η καριέρα, όσο και η λογοτεχνική του παραγωγή, είναι άρρηκτα συνδεδεμένες με την αγάπη του για τη γλώσσα και τη φιλολογία. Εκτός των αγγλικών, ο Τόλκιν γνώριζε (με ποικίλα επίπεδα ευχέρειας) εβραϊκά, φινλανδικά, γαλλικά, γοτθικά, ελληνικά, ισλανδικά (συμπεριλαμβανομένων των παλαιών ισλανδικών), λατινικά, ισπανικά, ουαλικά (συμπεριλαμβανομένων των μεσαιωνικών ουαλικών).
Ήδη, από την ηλικία των τεσσάρων, μπορούσε να διαβάζει και πολύ σύντομα να γράφει άπταιστα. Κατά το διάστημα αυτό, η μητέρα του συνέβαλε στη βασική γνώση της λατινικής γλώσσας και του δίδαξε γαλλικά.
Στις αρχές του 1900, ανακάλυψε έναν μυστικό «κώδικα», ο οποίος δημιουργήθηκε από τους ξαδέρφους του, τους Ινκλέντον, ο οποίος ονομαζόταν Animalic, αντικαθιστώντας λέξεις με ονόματα ζώων. Λίγο αργότερα, δημιούργησε τη Nevbosh, μια πιο εξελιγμένη γλώσσα, με τον Τόλκιν να συνεισφέρει στο λεξιλόγιο και να επηρεάζει την ορθογραφία.
Το 1909 έγραψε το Βιβλίο του «Αλεπού» σε ένα σημειωματάριο, με σημειώσεις στην Εσπεράντο, περιγράφοντας την Privata Kodo Skauta («Κώδικας Ιδιωτικών Προσκόπων»). Ο κώδικας αποτελείται από ένα φωνητικό αλφάβητο που μοιάζει με Ρούνους (αρχαίο αλφαβητικό σύστημα γραφής των βόρειων λαών της Ευρώπης) και έναν αρκετά μεγάλο αριθμό ιδεογραφικών συμβόλων.
Στο Σχολείο του Βασιλιά Εδουάρδου δόθηκε μεγάλη έμφαση στα Λατινικά και τα Ελληνικά. Εκεί, ο Τόλκιν ήρθε σε επαφή με την Παλαιά Αγγλική, αν και αντιπαθούσε τα έργα του Σαίξπηρ και απεχθανόταν τη χρήση τους για τη διδασκαλία της αγγλικής γλώσσας. Ειδικεύτηκε στην ελληνική φιλολογία στο κολέγιο και το 1915 αποφοίτησε από το Κολλέγιο του Έξετερ με πτυχίο πρώτης τάξεως στην αγγλική γλώσσα, με ειδικό μάθημα την Παλαιά Ισλανδική.
Ενώ φοιτούσε στο Έξετερ, ανακάλυψε μια φινλανδική γραμματική και επικεντρώθηκε έντονα στην εκμάθηση της γλώσσας. Μέχρι την εποχή της στρατιωτικής του εκπαίδευσης το 1915, εργαζόταν πάνω σε ένα «ιδιαίτερο χόμπι»: όπως αναφέρεται, μια «ανοησία στη γλώσσα των νεράιδων», η οποία θα γινόταν η «λατινική των ξωτικών» του, και για πολλούς η αρχή των θρυλικών ιστοριών του.
Τη δεκαετία του 1960, ενώ εργαζόταν στη Βίβλο της Ιερουσαλήμ ως μεταφραστής, ο Τόλκιν προετοιμάστηκε μαθαίνοντας πολλά εβραϊκά. Εξήγησε στον εγγονό του Μάικλ Τζορτζ: «Αυτή τη στιγμή είμαι βυθισμένος στα εβραϊκά. Αν θέλετε ένα όμορφο αλλά ηλίθιο αλφάβητο, και μια γλώσσα τόσο δύσκολη που κάνει τα λατινικά (ή ακόμα και τα ελληνικά) να φαίνονται άτονα, αλλά και να ρίχνει μια ματιά σε ένα παρελθόν που κάνει τον Όμηρο να φαίνεται πρόσφατο – αυτό είναι το θέμα! (Ελπίζω όταν συνταξιοδοτηθώ να συμπεριληφθώ σε μια νέα ομάδα μετάφρασης της Βίβλου που ετοιμάζεται. Πέρασα το τεστ: με μια έκδοση του Βιβλίου του Ιωνά. Όχι απευθείας από τα εβραϊκά!)».
Όπως προκύπτει από τον επαγγελματικό βίο και τα προσωπικά του ενδιαφέροντα, ο Τόλκιν ελκυόταν από «θέματα φυλετικής και γλωσσικής σημασίας» και διαχειριζόταν την ιδέα μιας κληρονομικής προτίμησης για τη γλώσσα, την οποία ονόμασε «μητρική γλώσσα» σε αντίθεση με την «γλώσσα της κούνιας» στη διάλεξή του το 1955 για τα Αγγλικά και τα Ουαλικά, η οποία ήταν κρίσιμη για την κατανόησή του για τη φυλή και τη γλώσσα.
Θεωρούσε τα Μεσαία Αγγλικά των Δυτικών Μίντλαντς ως τη δική του «μητρική γλώσσα» και, όπως έγραψε στον WH Auden το 1955, «Είμαι από το αίμα του κατοίκου των Δυτικών Μίντλαντς (και υιοθέτησα τα πρώιμα Μεσαία Αγγλικά των Δυτικών Μίντλαντς ως γνωστή γλώσσα μόλις τα είδα)». Με το αυξανόμενο ενδιαφέρον της γνώσης άλλων γλωσσών και δημιουργίας νέων, ο Τόλκιν περιόρισε το ακαδημαϊκό του έργο.
Οι πιο διαδεδομένες γλώσσες του Τόλκιν
Ως προς τις τεχνητές γλώσσες που ανέπτυξε ο Τόλκιν, οι πιο καλά μελετημένες είναι η Κουένυα (Quenya) και η Σίνταριν (Sindarin), η ετυμολογική σύνδεση μεταξύ των οποίων βρίσκεται στον πυρήνα μεγάλου μέρους του θρυλικού έργου του Άγγλου συγγραφέα.
Όσον αφορά τη γλώσσα και τη γραμματική του Τόλκιν, χαρακτηρίζονταν από τα στοιχεία της αισθητικής και της ευφωνίας, με την Κουένυα να έχει σχεδιασμό «φωνοαισθητικών» σκέψεων, όπως αναφέρουν οι πηγές. Η συγκεκριμένη γλώσσα ήταν προορισμένη ως «Elvenlatin» και φωνολογικά βασιζόταν στα λατινικά, με συστατικά από τα φινλανδικά και τα ελληνικά.
Μια αξιοσημείωτη προσθήκη ήρθε στα τέλη του 1945 με την Αδουναϊκή, μια γλώσσα με «ελαφρώς σημιτική χροιά», που συνδέεται με τον μύθο της Ατλαντίδας του Τόλκιν, ο οποίος, σύμφωνα με τα έγγραφα του Notion Club, συνδέεται άμεσα με τις ιδέες του σχετικά με την κληρονομικότητα της γλώσσας και, μέσω της «Δεύτερης Εποχής» και του μύθου του Εαρέντιλ, θεμελιώθηκε στο θρυλικό έργο, παρέχοντας έτσι μια σύνδεση του «πραγματικού Πρωταρχικού Κόσμου» του Τόλκιν του 20ού αιώνα με το μυθικό παρελθόν της Μέσης Γης του.
Ο Τόλκιν θεωρούσε τις γλώσσες άρρηκτα συνδεδεμένες με αυτές, έχοντας όμως μια αρνητική στάση για τις βοηθητικές γλώσσες. Το 1930, σε ένα συνέδριο εσπεραντιστών – η Εσπεράντο είναι η πλέον διαδεδομένη Διεθνής τεχνητή γλώσσα που κατασκευάστηκε το 1887 από τον πολωνοεβραίο γιατρό Λουδοβίκο Λάζαρο Ζάμενχοφ – σε διάλεξή του ο ίδιος ανάφερε: «Η γλωσσική σας κατασκευή θα γεννήσει μια μυθολογία». Ωστόσο, μέχρι το 1956 κατέληξε στο συμπέρασμα ότι «η Βολαπιούκ, η Εσπεράντο, η Ιντό, η Νόβιαλ κ.λπ. είναι νεκρές, πολύ πιο νεκρές από τις αρχαίες αχρησιμοποίητες γλώσσες, επειδή οι συγγραφείς τους δεν εφηύραν ποτέ κανέναν θρύλο της Εσπεράντο».
Εν κατακλείδι, ο συχνά ασυνήθιστος και αρχαϊκός τρόπος γραφής του Τόλκιν οδήγησε σε συχνές λανθασμένες διορθώσεις από τους εκδότες, με πιο γνωστές μεταφράσεις να αφορούν τους νάνους και τα ξωτικά: dwarfs σε dwarves και elvish σε elfish. Ωστόσο, η γλωσσική επιρροή του Τόλκιν μπορεί να φανεί στις κάποτε σπάνιες ορθογραφίες που τώρα είναι οι πιο διαδεδομένες.
Πηγές: britannica.com, tolkiengateway.net, tolkienlibrary.com
Διαβάστε επίσης:
Tα σχόλια στο site έχουν απενεργοποιηθεί. Μπορείτε να σχολιάζετε μέσα από την επίσημη σελίδα στο Facebook
Σχόλια