Tσικνοπέμπτη: Από τον Προμηθέα και την αρχαία Ελλάδα στον Χριστιανισμό

Η τσίκνα, ως προσφορά των θνητών για την εύνοια των θεών, αντλεί τον γενεσιουργό της μύθο από την απάτη που διέπραξε ο Προμηθέας απέναντι στον Δία

Δημήτρης Καλαντζής 20/02/2020 | 12:47

Η ελληνορθόδοξη παράδοση της Τσικνοπέμπτης, που λαμβάνει χώρα τη δεύτερη εβδομάδα των Αποκριών, αποτελεί μία χαρακτηριστική περίπτωση επιβίωσης τελετουργίας της αρχαίας ελληνικής θρησκείας στην πρακτική του Χριστιανισμού.

Η τσίκνα, ως προσφορά των θνητών για την εύνοια των θεών, αντλεί τον γενεσιουργό της μύθο από την απάτη που διέπραξε ο Προμηθέας απέναντι στον Δία.

Σύμφωνα με την ελληνική μυθολογία, μετά την Τιτανομαχία, όταν θεοί και άνθρωποι μαζεύτηκαν στη Σικυώνα για να ορίσουν τα δικαιώματα του καθενός, ο Προμηθέας, που προστάτευε το ανθρώπινο είδος, αποφάσισε να ξεγελάσει τον Δία. Πήρε ένα βόδι, το έσφαξε, το έγδαρε, το κομμάτιασε, έκοψε και το τομάρι του στα δύο, και κατόπιν τύλιξε με το μισό τομάρι όλα τα ψαχνά και με το άλλο μισό τομάρι τα λίπη και τα κόκκαλα. Ο Προμηθέας έβαλε τα δύο κομμάτια μπροστά στον Δία για να διαλέξει. Το ένα με τα ψαχνά ήταν κακοσχηματισμένο και άτεχνο, ενώ το άλλο με τα λίπη, φουσκωμένο και δελεαστικό. Ο μύθος θέλει τον Δία να καταλαβαίνει το πονηρό σχέδιο του Προμηθέα, αλλά να πέφτει στην παγίδα (προκειμένου να εξελιχθεί ο μύθος). Επιλέγει λοιπόν το κομμάτι με τα λίπη και αφήνει το άλλο με τα ψαχνά, που με τη σειρά του ο Προμηθέας, προσέφερε στους ανθρώπους, εγκαινιάζοντας το έθιμο να τρώνε οι άνθρωποι τα ψαχνά από τα ζώα της θυσίας και να καίνε τα λίπη, να δημιουργούν δηλαδή «τσίκνα», ως προσφορά προς τους θεούς.

Το πόσο σημαντική θεωρείται η τσίκνα για τη λατρεία των αρχαίων ελληνικών θεοτήτων, φαίνεται ανάγλυφα στην κωμωδία του Αριστοφάνη Όρνιθες, όταν οι άνθρωποι / πτηνά φτιάχνουν μία πολιτεία ανάμεσα στη γη και τον ουρανό, τη «Νεφελοκοκκυγία», που εμποδίζει την τσίκνα από τις θυσίες των ανθρώπων να φτάνει στους θεούς. Οι θεοί, που γνωρίζουν ότι εάν πάψουν να λατρεύονται από τους θνητούς, θα χάσουν τις δυνάμεις τους, στέλνουν αντιπροσωπεία για να διαπραγματευτεί την ελεύθερη διακίνηση της τσίκνας.

Αν θέλουμε τώρα να σταθούμε πίσω από τους μύθους, στην πρακτική χρησιμότητα της θυσίας και της κατανάλωσης ζώων ως ακόλουθο μίας θρησκευτικής τελετουργίας, θα πρέπει να λάβουμε υπόψη τα ακόλουθα δεδομένα της αρχαίας ελληνικής κοινωνίας:

Η φωτιά αποτελεί τη βάση της πολιτισμένης ζωής, αφού προστατεύει από τα άγρια ζώα (και επομένως από τα κακά πνεύματα), προσφέρει φως και ζέστη, αλλά ταυτόχρονα είναι οδυνηρή και επικίνδυνη. Μπορεί να μετατρέψει σε στάχτες τεράστιους οικισμούς και δάση. Το δώρο της φωτιάς στον άνθρωπο επομένως, είναι ένα πολύτιμο εργαλείο που τον συνοδεύει σε όλες τις λειτουργίες, από την εστία του οίκου μέχρι τις μεγάλες κοινωνικές εκδηλώσεις, αλλά και ταυτόχρονα κάτι που πρέπει να σέβεται.

Η κατανάλωση κρέατος συνοδεύει τον άνθρωπο από την εποχή που ήταν κυνηγός και τροφοσυλλέκτης. Όταν όμως εγκαθίσταται σε οικισμούς, καλλιεργεί τη γη και συλλαμβάνει την έννοια της κτηνοτροφίας, αναγκάζεται να κάνει μετρημένη διαχείριση των ζώων του, αφού εκτός του κρέατος, τού παρέχουν μία σειρά από άλλα καταναλωτικά αγαθά. Έτσι η κρεατοφαγία σπανίζει και περιορίζεται σε κάποιες κοινωνικές εκδηλώσεις που παίρνουν θρησκευτικό χαρακτήρα με τη θανάτωση των ζώων με τελετουργικό τρόπο και κανόνες για τον τρόπο διαμοιρασμού των μερίδων.

Η θυσία/προσφορά κάποιου ζώου προς τους θεούς, αποτελεί σαφώς μία πρόφαση για την κατανάλωση κρέατος, εάν λάβουμε υπόψη ότι το «ολοκαύτωμα» του ζώου, δηλαδή το κάψιμο του ζώου, χωρίς την κατανάλωση του κρέατός του, αποτελεί μία πολύ σπάνια τελετουργία για τους αρχαίους έλληνες που θεωρούταν «βαρβαρική». Η θυσία κατά κανόνα συνοδευόταν με την κατανάλωση του θυσιαζόμενου ζώου.

Είναι επίσης χαρακτηριστικό ότι τα ζώα που θυσιάζονταν στην αρχαία Ελλάδα ήταν θερμόαιμα –κατά κανόνα, πρόβατα, χοίροι, αγελάδες και ταύροι- και πάντως ποτέ ψάρια, αφού τα τελευταία είχαν κεντρικό ρόλο στην καθημερινή διατροφή των πολιτών, καθώς υπήρχαν σε επάρκεια και δεν χρειαζόταν να τεθεί ο οποιοσδήποτε περιορισμός στην κατανάλωσή τους (με την πρόφαση της λατρείας).

Το πώς ακριβώς μεταγράφηκε η τελετουργία της παραγωγής τσίκνας από την αρχαία ελληνική λατρεία στον Χριστιανισμό, δεν είναι ξεκάθαρο. Εάν όμως αντιστοιχίσουμε τις ανάγκες των κοινωνιών για ρυθμισμένη (περιορισμένη) κατανάλωση κρέατος τόσο στην αρχαία ελληνική κοινωνία, όσο και στους χριστιανικούς χρόνους, εύκολα διαγράφονται οι μηχανισμοί λειτουργίας και εμπέδωσης των κανόνων της παράδοσης.   

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Walter Burkert, Aρχαία Ελληνική Θρησκεία, εκδόσεις Καρδαμίτσα.
Συλλογικό/Ι.Θ.Κακριδής, Ελληνική Μυθολογία, Εκδοτική Αθηνών.
Αριστοφάνη, Όρνιθες.
Αισχύλου, Προμηθεάς Δεσμώτης.

Πηγή: postmodern.gr

To koutipandoras.gr θεωρεί δικαίωμα του κάθε αναγνώστη να εκφράζει ελεύθερα τις απόψεις του. Ωστόσο, τονίζουμε ρητά ότι δεν υιοθετούμε τις απόψεις αυτές καθώς εκφράζουν τον εκάστοτε χρήστη και μόνο αυτόν. Παρακαλούμε πολύ να είστε ευπρεπείς στις εκφράσεις σας. Τα σχόλια με ύβρεις θα διαγράφονται, ενώ οι χρήστες που προκαλούν ή υβρίζουν θα αποκλείονται.