Ο Ντόναλντ Τραμπ εμφανίζεται να καταγράφει χαμηλά επίπεδα δημοφιλίας, σύμφωνα με νέα δημοσκόπηση του CNN, με το ποσοστό αποδοχής του να υποχωρεί στο 35%.
Το ποσοστό αυτό τον φέρνει κοντά στα ιστορικά χαμηλά που είχαν καταγραφεί για τον Τζορτζ Μπους τον νεότερο, ο οποίος είχε παραμείνει για μεγάλο διάστημα σε αντίστοιχα επίπεδα μετά την προεδρία του.
Σύμφωνα με την ανάλυση, ο Μπους Τζούνιορ αποτελεί τον μοναδικό Αμερικανό πρόεδρο μετά την εποχή του Τζίμι Κάρτερ που διατήρησε για παρατεταμένο χρονικό διάστημα ποσοστά αποδοχής γύρω στο 35% ή χαμηλότερα.
Το πολιτικό αυτό κλίμα δημιουργεί πίεση στο Ρεπουμπλικανικό Κόμμα ενόψει των ενδιάμεσων εκλογών, οι οποίες αναμένεται να διεξαχθούν σε περίπου έξι μήνες.
Πτώση δημοφιλίας και εξελίξεις στη θητεία
Η μείωση της δημοφιλίας του Τραμπ χαρακτηρίζεται σταδιακή αλλά σταθερή κατά τους τελευταίους μήνες της δεύτερης θητείας του.
Αρχικά, ο Τραμπ είχε καταγράψει σχετικά υψηλά ποσοστά αποδοχής κατά την επιστροφή του στην εξουσία, με ορισμένες δημοσκοπήσεις να τον τοποθετούν πάνω από το 50% στα τέλη Ιανουαρίου 2025. Ωστόσο, σύμφωνα με την ανάλυση, ο «μήνας του μέλιτος» αποδείχθηκε σύντομος.
Όπως αναφέρεται στο ρεπορτάζ, «η πρώτη φορά που είδε τη δημοτικότητά του να πέφτει ήταν με το “καλημέρα”».
Η υποχώρηση αποδίδεται σε σειρά πολιτικών αποφάσεων της νέας διακυβέρνησης, μεταξύ των οποίων η χάρη που δόθηκε σε κατηγορούμενους για τα γεγονότα της 6ης Ιανουαρίου, καθώς και περικοπές σε δημόσιες υπηρεσίες στο πλαίσιο του Υπουργείου Αποδοτικότητας της Κυβέρνησης (DOGE), υπό τον Έλον Μασκ.
Σημαντική καμπή καταγράφηκε στις αρχές Απριλίου, όταν ο Τραμπ προχώρησε στην επιβολή δασμών σε διεθνές επίπεδο, με την ανακοίνωση της λεγόμενης «Ημέρας Απελευθέρωσης».

Η εξέλιξη αυτή προκάλεσε αντιδράσεις και οικονομική αβεβαιότητα, με τις δημοσκοπήσεις να καταγράφουν πτώση της αποδοχής του από 45% σε 41% μέσα σε έναν μήνα.
Στη συνέχεια, σύμφωνα με την ανάλυση, η πολιτική σταθεροποιήθηκε προσωρινά, παρά την ψήφιση αμφιλεγόμενου νομοσχεδίου και τη διαχείριση της υπόθεσης Έπσταϊν από το Υπουργείο Δικαιοσύνης.
Ωστόσο, νέα επιδείνωση καταγράφηκε μετά από εκλογικές ήττες των Ρεπουμπλικανών σε κρίσιμες πολιτείες το 2025.
Η μεταναστευτική πολιτική και ο πόλεμος στο Ιράν
Το 2026, σημείο καμπής αποτέλεσε η αυστηροποίηση της μεταναστευτικής πολιτικής, η οποία κορυφώθηκε με περιστατικό στη Μινεάπολη, όπου δύο άτομα σκοτώθηκαν από ομοσπονδιακούς πράκτορες. Η κυβέρνηση αρχικά συνέδεσε τα πρόσωπα αυτά με «εγχώρια τρομοκρατία», κάτι που προκάλεσε έντονες αντιδράσεις.
Όπως σημειώνεται, «οι Αμερικανοί πολίτες φάνηκαν να διαφωνούν συντριπτικά».

Το μεγαλύτερο πλήγμα στη δημοφιλία του προέδρου αποδίδεται στον πόλεμο με το Ιράν.
Σε πρόσφατη δημοσκόπηση, το 61% των Αμερικανών χαρακτήρισε τον πόλεμο «λάθος».
Η ανάλυση αναφέρει ότι «ο πόλεμος έχει προκαλέσει μεγάλο πλήγμα στον Τραμπ – κάνοντας τους ανθρώπους που τον είχαν στηρίξει αποφασιστικά για χρόνια να αλλάξουν στάση».
Κόστος ζωής και πολιτική δυσαρέσκεια
Βασικός παράγοντας δυσαρέσκειας παραμένει η οικονομία και το αυξημένο κόστος ζωής. Οι δασμοί και οι διεθνείς εντάσεις επιβάρυναν περαιτέρω την κατάσταση, με την τιμή της βενζίνης να καταγράφει άνοδο που επηρέασε αρνητικά τη δημοφιλία του.
Όπως αναφέρεται, «οι δασμοί πλήγωσαν, αλλά ο πόλεμος στο Ιράν ήταν ένα πολύ ηχηρό χτύπημα».

Παράλληλα, μεγάλο μέρος της κοινής γνώμης θεωρεί ότι η κυβέρνηση δεν έχει επικεντρωθεί επαρκώς στο ζήτημα της ακρίβειας.
Σύμφωνα με τις δημοσκοπήσεις, η εμπιστοσύνη των πολιτών στην ικανότητα του προέδρου να διαχειριστεί κρίσιμους τομείς έχει μειωθεί σημαντικά, με πάνω από το 60% να εκφράζει δυσπιστία σε ζητήματα εξωτερικής πολιτικής και εκτελεστικής διακυβέρνησης.
Αναφορές γίνονται επίσης σε ανησυχίες για την ηλικία και τη σταθερότητα του προέδρου.
Οι ενδιάμεσες εκλογές χαρακτηρίζονται ως κρίσιμη πολιτική δοκιμασία για την εκάστοτε προεδρία, καθώς συχνά λειτουργούν ως δημοψήφισμα για την κυβέρνηση.
Μερικές από τις χειρότερες ενδιάμεσες εκλογές στη σύγχρονη ιστορία ήρθαν όταν οι πρόεδροι είχαν ποσοστά αποδοχής κάτω του 50%: ο Χάρι Τρούμαν το 1946 (το κόμμα του έχασε 55 έδρες στη Βουλή των Αντιπροσώπων ), ο Λίντον Τζόνσον το 1966 (48 έδρες), ο Ρόναλντ Ρίγκαν το 1982 (26 έδρες), ο Μπιλ Κλίντον το 1994 (54 έδρες), ο Τζορτζ Μπους το 2006 (30 έδρες), ο Μπαράκ Ομπάμα το 2010 (64 έδρες) και ο Τραμπ το 2018 (42 έδρες).
Από την άλλη πλευρά, πρόεδροι που καταγράφουν ποσοστά αποδοχής γύρω στο 60% ή υψηλότερα συνήθως περιορίζουν τις απώλειες του κόμματός τους σε λιγότερες από 10 έδρες ή ακόμη και επιτυγχάνουν μικρά εκλογικά κέρδη.
Ως εξαίρεση αναφέρεται το 2022, όταν ο Τζο Μπάιντεν, παρά τη χαμηλή δημοφιλία του, οδήγησε σε σχετικά ισορροπημένο αποτέλεσμα στις ενδιάμεσες εκλογές.
Το αποτέλεσμα αυτό αποδίδεται σε μεγάλο βαθμό στην απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου των ΗΠΑ να ανατρέψει την απόφαση Roe v. Wade, γεγονός που ενίσχυσε σημαντικά την κινητοποίηση των Δημοκρατικών, οι οποίοι αξιοποίησαν και το πολιτικό αποτύπωμα του Ντόναλντ Τραμπ στην προεκλογική αντιπαράθεση.
Διαβάστε επίσης:
Στενά Ορμούζ: Αεροσκάφος ανεφοδιασμού των ΗΠΑ εξέπεμψε SOS και χάθηκε
Βυθίζεται μια από τις μεγαλύτερες πόλεις του κόσμου – Πλέον η καθίζηση είναι ορατή από το διάστημα
Final Four 2026: Το πρόγραμμα των αγώνων – Η ημέρα του τελικού
Tα σχόλια στο site έχουν απενεργοποιηθεί. Μπορείτε να σχολιάζετε μέσα από την επίσημη σελίδα στο Facebook
Σχόλια