Μια ουσιαστική μεταβολή στο διπλωματικό και εξοπλιστικό σκηνικό μεταξύ Ουάσιγκτον και Άγκυρας αποτυπώνεται στις τελευταίες διμερείς διεργασίες. Η τουρκική πλευρά εμφανίζεται πλέον πεπεισμένη ότι οι δύο νατοϊκοί σύμμαχοι διανύουν την πιο ώριμη φάση των διαπραγματεύσεών τους, επιδιώκοντας να γεφυρώσουν το χάσμα που προκάλεσε η επιλογή της Άγκυρας να προμηθευτεί ρωσικό στρατιωτικό υλικό. Η παρούσα συγκυρία χαρακτηρίζεται από μια πρωτόγνωρη κινητικότητα, η οποία στοχεύει όχι μόνο στην επιστροφή της Τουρκίας στο πρόγραμμα των μαχητικών αεροσκαφών πέμπτης γενιάς, αλλά και στη συνολική επανεκκίνηση της αμυντικής τους σύμπραξης.
Η ενεργοποίηση της κοινής ομάδας εργασίας
Το στίγμα αυτής της νέας δυναμικής έδωσε ο αναπληρωτής υπουργός Εξωτερικών και μόνιμος αντιπρόσωπος της Τουρκίας στο ΝΑΤΟ, Λεβέντ Γκιουμρουκσού, κατά τη διάρκεια τοποθέτησής του σε ειδική εκδήλωση του «Προγράμματος Τουρκο-Ατλαντικού Συμβουλίου». Σύμφωνα με τις επισημάνσεις του, η άρση του πολυετούς αδιεξόδου έχει μετατραπεί σε ζήτημα πρώτης γραμμής, με την Άγκυρα να εκτιμά ότι οι παρούσες συνθήκες επιτρέπουν την οριστική υπέρβαση του προβλήματος.
Καταλυτικό ρόλο σε αυτή την εξέλιξη διαδραμάτισε η αλλαγή σκυτάλης στον Λευκό Οίκο. Η ανάληψη της προεδρίας από τον Ντόναλντ Τραμπ έδωσε την απαιτούμενη πολιτική ώθηση ώστε οι δύο πρωτεύουσες να συγκροτήσουν μια κοινή, μεικτή ομάδα εργασίας, αποτελούμενη από διπλωματικά και στρατιωτικά στελέχη. Αυτό το διμερές όργανο έχει αναλάβει το βάρος της χαρτογράφησης των επόμενων βημάτων, μετατρέποντας τις μέχρι πρότινος άκαμπτες θέσεις σε ένα πεδίο ρεαλιστικού διαλόγου.
Η νομική εξίσωση και η απομάκρυνση των S-400
Η ουσία της επιδιωκόμενης συμφωνίας περιστρέφεται γύρω από έναν σαφή και απαράβατο όρο: την πλήρη απεμπλοκή της Τουρκίας από το ρωσικό αντιπυραυλικό σύστημα S-400. Η κοινή ομάδα εργασίας επικεντρώνεται στην αναζήτηση μιας σύνθετης φόρμουλας που θα καταφέρει να ισορροπήσει ανάμεσα σε δύο φαινομενικά ασύμβατες παραμέτρους. Από τη μία πλευρά, πρέπει να ικανοποιηθούν πλήρως οι αυστηρές προβλέψεις της αμερικανικής νομοθεσίας σχετικά με τις κυρώσεις και, από την άλλη, να ληφθούν υπόψη οι οικονομικές παράμετροι και οι εγχώριες πολιτικές ισορροπίες της Άγκυρας.
Αν και οι λεπτομέρειες γύρω από το ακριβές περιεχόμενο των όρων ή το τελικό χρονοδιάγραμμα παραμένουν προσώρας απόρρητες, η αίσθηση ότι η λύση βρίσκεται πιο κοντά από ποτέ είναι διάχυτη στην τουρκική διπλωματία. Η προσέγγιση αυτή δεν αντιμετωπίζεται ως μια θεωρητική πιθανότητα, αλλά ως ένα απολύτως εφικτό σενάριο, υπό την προϋπόθεση ότι θα διευθετηθεί το ζήτημα της ρωσικής πλατφόρμας.
Το στοιχείο της εμπιστοσύνης και ο ευρύτερος αμυντικός ορίζοντας
Η ποιοτική διαφορά της τρέχουσας διαπραγμάτευσης σε σχέση με το παρελθόν εντοπίζεται στον παράγοντα της αξιοπιστίας. Η Άγκυρα υπογραμμίζει ότι για πρώτη φορά μετά από μια δεκαετία και πλέον, υφίσταται ένα ισχυρό περιβάλλον ασφάλειας και εμπιστοσύνης تجاه των προθέσεων της Ουάσιγκτον. Η τουρκική πλευρά εκφράζει τη βεβαιότητα ότι η παρούσα αμερικανική διοίκηση θα τηρήσει στο ακέραιο τα συμφωνηθέντα, μόλις κλειδώσει η τελική αμοιβαία υποχώρηση, γεγονός που διαλύει τις επιφυλάξεις των προηγούμενων ετών.
Σε στρατηγικό επίπεδο, το διακύβευμα των συνομιλιών ξεπερνά τα στενά όρια της προμήθειας των F-35. Η Άγκυρα αντιμετωπίζει τη συγκεκριμένη συγκυρία ως μια ευρύτερη ευκαιρία για την εδραίωση μιας πολύ βαθύτερης και μακροπρόθεσμης συνεργασίας στον τομέα της αμυντικής βιομηχανίας με τις ΗΠΑ. Με αυτόν τον τρόπο, επιχειρείται η συνολική αναδιαμόρφωση της στρατιωτικής αρχιτεκτονικής των δύο χωρών, επαναφέροντας τη σχέση τους σε μια σταθερή νατοϊκή τροχιά.
Διαβάστε επίσης:
Η Τουρκία «εργάζεται» για το ζήτημα των S-400 και -άρα- των F-35
Tα σχόλια στο site έχουν απενεργοποιηθεί. Μπορείτε να σχολιάζετε μέσα από την επίσημη σελίδα στο Facebook
Σχόλια