Το Νεπάλ που γνώρισα πεζοπορώντας στους πρόποδες της θεόρατης Αναπούρνα (8.091 μ.) τα Χριστούγεννα του 2008 είναι, ίσως, η ομορφότερη χώρα του πλανήτη, κατοικημένη μάλιστα από έναν λαό υπερήφανο, σκληραγωγημένο και αγνό. Μόλις απομακρυνόσουν από το πολύβουο τουριστικό κέντρο (Θάμελ) της πρωτεύουσας Κατμαντού, τουριστικό με την «εναλλακτική» έννοια αφού σχεδόν όλοι οι επισκέπτες είναι ορειβάτες και πεζοπόροι, ανακάλυπτες έναν κόσμο που δεν φανταζόσουν ότι υπάρχει.
Στα μονοπάτια που οδηγούν στα χωριά των Ιμαλαΐων δεν φτάνουν ούτε αυτοκίνητα, ούτε μηχανάκια, ούτε λεωφορεία. Όσες προμήθειες χρειάζονται οι ντόπιοι τις κουβαλάνε στις πλάτες τους, μέρες ολόκληρες βασανιστικής πεζοπορίας. Ή, στην καλύτερη περίπτωση, τα μεταφέρουν με τη βοήθεια υποζυγίων, όπως τα μαλλιαρά γιακ, που όμως τα βλέπεις μόνο στα μεγάλα υψόμετρα. «Όταν δείτε να έρχεται από την αντίθετη κατεύθυνση κονβόι από γιακ, να παραμερίσετε από την πλευρά του βουνού», είναι η συμβουλή των ντόπιων. Εάν από την άλλη έχει γκρεμό, το ογκώδες ζώο μπορεί να σε σπρώξει κατά λάθος στο βάραθρο και να μη βρεθεί ούτε το κοκαλάκι σου.
Εμείς φτάσαμε μέχρι τα 3,5 χιλιάδες μέτρα και δεν συναντήσαμε ποτέ γιακ. Συναντήσαμε όμως ανθρώπους μαθημένους να ζουν με όσα τους προσφέρει η φύση και οι θεοί των απάτητων βουνών. Σε μία εβδομάδα πεζοπορίας, που δεν ήταν δα στα βάθη των Ιμαλαΐων ούτε στην κορυφογραμμή και τα απρόσιτα περάσματα, δεν είδαμε ποτέ τηλεόραση, κινητό τηλέφωνο, ηλεκτρονική συσκευή, ίντερνετ.
Οι επαφές με τον έξω κόσμο γίνονταν με κερματοδέκτες παλαιού τύπου, ένας σε κάθε χωριό και προσβάσιμος μόνο σε ώρες ψιλικατζίδικου, και με τη βοήθεια της τυφλής θεάς. Τα μικρά σπιτάκια, σκαρφαλωμένα στις πλαγιές, είχαν σχεδόν όλα μικροσκοπικά μποστάνια όπου ο σπιτονοικοκύρης καλλιεργούσε τα απολύτως αναγκαία, όσα τέλος πάντων συμβιβάζονταν με το σκληρό κλίμα των βουνών. Τα περισσότερα νοικοκυριά είχαν και λίγα ζώα, πολύτιμη περιουσία αν και λιπόσαρκα και ταλαιπωρημένα.
Και όλα αυτά, στα «χαμηλά». Στις 5 με 10 ώρες ποδαρόδρομο από τον κεντρικό δρόμο. Όσο προχωράει το μονοπάτι μέσα στις κοιλάδες, τόσο απομακρύνεται ο επισκέπτης από τον «πολιτισμό». Σε κάθε χωριό, μας υποδέχονταν και μας ξεπροβόδιζαν χαρούμενα παιδιά, αλλά και λίγο μεγαλύτερα αγόρια, έτοιμα να βρουν δουλειά ως βαστάζοι για να βοηθήσουν τη βιοπάλη πολυμελών οικογενειών.

Εάν δεν με ξεγελάει η μνήμη, το μεροκάματο των γοργοπόδαρων αχθοφόρων που εργάζονταν στο δικό μας γκρουπ ήταν 2 δολάρια, με άτυπη οδηγία προς εμάς να το διπλασιάζουμε με φιλοδωρήματα. Από τα, ας πούμε τέσσερα δολάρια ημερησίως, οι καλοί αυτοί άνθρωποι έπρεπε να πληρώσουν τη διαμονή τους (συνήθως σε παγωμένους κοιτώνες) και το φαγητό τους. Και αυτοί ήταν οι τυχεροί, οι καλοπληρωμένοι. Οι λίγοι που είχαν βρει δουλειά, έστω εποχιακή. Δεκάδες ή και εκατοντάδες χιλιόμετρα μακριά από το χωριό τους.
Το Νεπάλ είναι μία από τις φτωχότερες χώρες του πλανήτη, αλλά ζει τη φτώχεια του με αξιοπρέπεια και φιλόξενο χαμόγελο, ίσως επειδή οι χωρικοί των απομακρυσμένων επαρχιών δεν γνωρίζουν ότι υπάρχει ζωή διαφορετική από αυτήν που ζουν. Ιδίως οι ηλικιωμένοι και τα μικρά παιδιά.
Επίσκεψη στον γιατρό σημαίνει για αυτούς τους χαλκέντερους βιοπαλαιστές δύο μέρες ποδαρόδρομος σε ατελείωτες ανηφόρες και κατηφόρες. Πολυτέλεια σημαίνει να βγάλει κατακόκκινες ντομάτες η ντοματιά στην αυλή. Άνεση σημαίνει να υπάρχει μία χοντρή χωριάτικη κουβέρτα για το νυχτερινό ύπνο. Διασκέδαση σημαίνει κουτσομπολιό με τους γείτονες ή ίσως μία επίσκεψη από καλοπροαίρετους δυτικούς επισκέπτες. «Πιάνω την καλή» σημαίνει να βρει δουλειά ο γιος μου σε κάποιο πρακτορείο trekking για όλη τη σεζόν. Ζητιανιά και κακομοιριά δεν είδαμε πουθενά, με εξαίρεση τα σοκάκια της Θάμελ, όπου μαζεύονται οι επαίτες προκειμένου να συγκινήσουν τους τουρίστες.
Η ομορφιά των βουνών είναι ασύλληπτη και η φύση μαγευτική, οπότε ο τουρισμός αποτελεί τη «βαριά» βιομηχανία της χώρας. Και μόνο η κρατική έγκριση για να σκαρφαλώσει κάποιος π.χ. στο Έβερεστ κοστίζει μαζί με την υποχρεωτική ασφάλιση 15 χιλιάδες δολάρια την υψηλή σεζόν. Η «βιομηχανία Έβερεστ» υπολογίζεται ότι προσφέρει στην οικονομία του Νεπάλ περίπου 7 εκατομμύρια δολάρια τον χρόνο.
Και πάλι, βέβαια, λίγα είναι. Σχεδόν όλοι οι ταξιδευτές των υψηλών βουνών τρώνε ακρίδες και κοιμούνται σε αντίσκηνα ή σε πάμφθηνα πανδοχεία. Ξοδεύουν μόνο τα απολύτως αναγκαία ή και πολύ λιγότερα.
Αυτή την πτωχή πλην τίμια χώρα χτύπησε το φρικαλέο «τσουνάμι λάσπης» της προηγούμενης εβδομάδας, αυτήν και ο ανελέητος Εγκέλαδος του 2015 με τους 9.000 νεκρούς και τα 3,5 εκατομμύρια άστεγους. Όπου φτωχός και η μοίρα του, δεν λένε; Πέρα από τις απώλειες σε ανθρώπινες ζωές, που φυσικά δεν αναπληρώνονται, οι ζημιές υπολογίζονται σε 4-5 δις δολάρια. Ο υπουργός Οικονομικών του Νεπάλ δήλωσε ότι θα χρειαστεί το 10% της οικονομίας της χώρας για την ανοικοδόμηση.

Τίποτε, όμως, δεν μπορεί να συγκριθεί με την τωρινή καταστροφή. Το ασυγκράτητο ποτάμι της λάσπης και των βράχων δημιουργήθηκε όταν αποκολλήθηκε τμήμα παγετώνα και παρέσυρε στο σαρωτικό πέρασμά του οικισμούς, φράγματα, σοδειές, ανθρώπους, ζώα, τα πάντα. Η εκδίκηση της φύσης ήταν αδυσώπητη. Ο φονικός ποταμός της λάσπης ήταν προϊόν όχι κάποιας συμπαντικής συνωμοσίας, αλλά της κλιματικής αλλαγής, που κάνει τους προαιώνιους παγετώνες να λιώνουν και να καταρρέουν.
Από τα χαλάσματα έχουν ανασυρθεί περίπου 1000 πτώματα, ντόπιων και ξένων, ενώ οι αγνοούμενοι στις δύο πλευρές των συνόρων (Νεπάλ και Κίνα, διάβαζε Θιβέτ) είναι σχεδόν 5 χιλιάδες. Το πλήγμα για την ήδη εύθραυστη οικονομία της χώρας θεωρείται τρομακτικό, αφού θα χρειαστούν χρόνια για να γίνει ξανά επισκέψιμη (από τουρίστες αλλά και προσκυνητές) η αχανής και δύσβατη περιοχή απ’ όπου πέρασε η λαίλαπα.
Το μοναδικό παρήγορο νέο ήταν η σωτηρία 1643 παιδιών, που χρωστούν τη ζωή τους στην ετοιμότητα ενός 47χρονου δασκάλου. Όταν ο διευθυντής του γυμνασίου του Τρισούλι Μπαζάρ, έμαθε για την καταστροφή που ήδη κατάπινε τα ορεινά χωριά, τηλεφώνησε χωρίς χρονοτριβή στους οδηγούς των σχολικών λεωφορείων. Τους βρήκε σχεδόν όλους καθ’ οδόν προς το πρωινό μάθημα: «Μην έρθετε στο σχολείο, πάρτε τα παιδιά και γυρίστε αμέσως πίσω, κινδυνεύουμε».
Το τριώροφο κτίριο καταστράφηκε ολοσχερώς χωρίς να μείνει το παραμικρό ίχνος αφού ήταν χτισμένο 60 μέτρα ψηλότερα από την κοίτη του ποταμού Τρισούλι και το καφετί «τσουνάμι» έφτασε σε διπλάσιο ύψος. Αλλά τα παιδιά που έμειναν στα σκαρφαλωμένα στις πλαγιές σπίτια διασώθηκαν, με μοναδική απώλεια έναν καθηγητή Ιστορίας που έτυχε να βρίσκεται στο σχολείο από νωρίς. «Είχαν άγιο», θα πει κάποιος. Αλλά ο άγιος των Ιμαλαΐων είναι θνητός, με σάρκα και οστά. Τον λένε Ρατζέντρα Νταντάμπι, είναι 47 χρονών και διδάσκει Αγγλικά.
Διαβάστε επίσης:
«Σόρι παίδες, βοήθεια δεχόμαστε μόνο από το Ισραήλ»
«Με τις σακούλες γυρίσαμε το παιχνίδι»
To φεστιβάλ του ροχαλητού και τα σκοτεινά όνειρα του Τραμπ
Tα σχόλια στο site έχουν απενεργοποιηθεί. Μπορείτε να σχολιάζετε μέσα από την επίσημη σελίδα στο Facebook
Σχόλια