Κάποια καλοκαιρινή μέρα του Ιουνίου του 1959, όταν ο ήλιος έπεφτε πάνω στα νερά του μεγάλου λιμανιού και τα αμερικανικά πολεμικά πλοία αγκυροβολούσαν ακόμη ανοιχτά του Πειραιά, γεννήθηκε ένα παιδί που προοριζόταν να περάσει ολόκληρη τη ζωή του απέναντι από τα σύνορα της κανονικότητας. Από τη μία πλευρά της πόλης υπήρχαν οι καπετάνιοι και οι έμποροι των νησιών του Αιγαίου, κι από την άλλη η Τρούμπα, με τα καμπαρέ, τα πορνεία, τις ερωτικές κινηματογραφικές αίθουσες και τους ανθρώπους που ζούσαν στο περιθώριο. Ανάμεσα σε αυτούς τους δύο κόσμους μεγάλωσε η Πάολα Ρεβενιώτη. Και ίσως εκεί, ανάμεσα στον καθωσπρεπισμό και την παραβατικότητα, να γεννήθηκε η γυναίκα που αργότερα θα αφιέρωνε τη ζωή της στο να δίνει φωνή στους αόρατους.
Η Πάολα Ρεβενιώτη συνήθιζε να λέει ότι πήρε το πτυχίο της στη λεωφόρο Συγγρού, έκανε μεταπτυχιακό στην οδό Αθηνάς και διδακτορικό στη λεωφόρο Καβάλας. Ήταν ένας από εκείνους τους αυτοσαρκαστικούς αφορισμούς που έκρυβαν μέσα τους μια ολόκληρη ζωή. Μια ζωή που δεν χωρούσε σε βιογραφικά σημειώματα, κομματικές ταυτότητες ή ακαδημαϊκούς τίτλους. Μια ζωή φτιαγμένη στο δρόμο και γεμάτη αγώνες, επιβίωση, έρωτα, συγκρούσεις και ακατάπαυστο πάθος για δημιουργία.
Η Πάολα έφυγε από τη ζωή στα 68 της χρόνια, ύστερα από πολύμηνη μάχη με τον καρκίνο, αφήνοντας πίσω της ένα κενό που δύσκολα αναπληρώνεται. Για πολλές νεότερες γενιές ΛΟΑΤΚΙ+ ανθρώπων υπήρξε μια ιστορική μορφή. Για όσους τη γνώρισαν από κοντά ήταν κάτι περισσότερο, μια μεγάλη μαχήτρια της ζωής.
Από το Κερατσίνι στα Εξάρχεια
Ο πατέρας της ήταν εργάτης σε εργοστάσιο και η μητέρα της κομμώτρια. Σε συνέντευξή της στο Dazed & Confused (2012), η ίδια θυμόταν τα παιδικά της χρόνια μέσα από εικόνες που έμοιαζαν βγαλμένες από κινηματογραφική ταινία. Έλεγε πως ως παιδί έμοιαζε με τον Τάτζιο από τον «Θάνατο στη Βενετία», με μακριά ξανθά μαλλιά και βλέμμα που δεν ταίριαζε στις προσδοκίες της εποχής. Από νωρίς βίωσε την απόρριψη. Η οικογένεια του πατέρα της θεωρούσε πως δεν άξιζε ούτε την κληρονομιά που κάποτε της είχε υποσχεθεί η γιαγιά της. «Ήμουν μια αδελφή, μια ντροπή», είχε πει χαρακτηριστικά.
Αναζητώντας την ανεξαρτησία της, κατατάχθηκε στη Σχολή Υπαξιωματικών του Πολεμικού Ναυτικού στον Πόρο. Δεν ολοκλήρωσε ποτέ τις σπουδές της, καθώς αποβλήθηκε με τρόπο που η ίδια περιέγραφε ως βαθιά ρατσιστικό. Αντί όμως να λυγίσει, αποφάσισε να μορφωθεί μόνη της. «Στη ζωή γνώρισα σπουδαίους ανθρώπους και μορφώθηκα μόνη μου», έλεγε συχνά.
Στα τέλη της δεκαετίας του 1970 μετακόμισε στα Εξάρχεια. Η γειτονιά αποτελούσε τότε σημείο συνάντησης ποιητών, ζωγράφων, μουσικών, διανοουμένων και πολιτικών ανυπότακτων. Εκεί γνώρισε ανθρώπους που θα καθόριζαν τη ζωή της. Συμμετείχε σε καταλήψεις, διαδηλώσεις και πολιτικές πρωτοβουλίες, ενώ το 1989 έγινε η πρώτη τραβεστί υποψήφια με τους Οικολόγους – Εναλλακτικούς. Αργότερα θα είναι υποψήφια βουλεύτρια και ευρωβουλεύτρια με το ΜέΡΑ25.
Το «Κράξιμο» και η Αθήνα των αόρατων
Το όνομά της συνδέθηκε όσο λίγων με το θρυλικό περιοδικό «Κράξιμο». Χρηματοδοτημένο από τη δική της εργασία στο σεξ, αποτέλεσε το πρώτο έντυπο μεγάλης εμβέλειας που μίλησε ανοιχτά για τις ζωές των γκέι, των τρανς και των ανθρώπων του περιθωρίου στην Ελλάδα.
Η ίδια έγραφε, φωτογράφιζε, αναζητούσε συνεντεύξεις, σχεδίαζε σελίδες με τα χέρια λερωμένα από τα μελάνια και έδινε μάχες για να κυκλοφορήσει κάθε τεύχος. Δημοσίευε καταγγελίες για αστυνομική βία σε μια εποχή που δεν υπήρχε διαδίκτυο και οι φωνές των τρανς ανθρώπων αποκλείονταν σχεδόν παντού. Η ίδια θυμόταν ότι η αστυνομία συνέλαβε τραβεστί «για πλάκα» και ότι όταν είναι παράνομο να είσαι ο εαυτός σου, δεν έχεις άλλη επιλογή από το να αντισταθείς.
Τέσσερις φορές σύρθηκε στα δικαστήρια για το περιοδικό, αντιμετωπίζοντας κατηγορίες όπως η βλασφημία ή η προσβολή της δημοσίας αιδούς. Το «Κράξιμο» όμως επέζησε και εξελίχθηκε σε ένα ανεκτίμητο αρχείο της ελληνικής κουήρ ιστορίας.
Η Πάολα των FM
Πριν ακόμη εμφανιστούν τα κοινωνικά δίκτυα, η Πάολα είχε ήδη δημιουργήσει το δικό της μέσο επικοινωνίας. Με χρήματα από τη σεξεργασία έστησε πειρατικό ραδιοφωνικό σταθμό στα Εξάρχεια. Από τα μεσάνυχτα μέχρι τις πέντε το πρωί η Πάολα συζητούσε στον αέρα για πολιτική, φιλοσοφία, έρωτα και καθημερινότητα. Δεχόταν ζωντανές κλήσεις, οργάνωνε ακόμη και τυφλά ραντεβού και είχε αποκτήσει φανατικό κοινό.
Συνελήφθη δύο φορές για τη λειτουργία του σταθμού. Κάποια στιγμή έκρυψε τον εξοπλισμό της σε κομμουνιστές γείτονες για να γλιτώσει από τις αρχές. Όμως δεν σταμάτησε ποτέ. Την ίδια εποχή γνώρισε από πρώτο χέρι τη βία που αντιμετώπιζαν καθημερινά οι τρανς γυναίκες στους δρόμους της Αθήνας.
Μια ζωή αφιερωμένη στην ελευθερία
Παράλληλα με τη δημοσιογραφική και ακτιβιστική της δράση, η Πάολα δημιούργησε ένα πολύτιμο φωτογραφικό αρχείο. Με μια παλιά Zenit και αργότερα με μια Nikon κατέγραψε την Αθήνα της νύχτας, των τρανς γυναικών, των αναρχικών, των εραστών, των μεταναστών και όσων έμεναν έξω από το επίσημο κάδρο της ιστορίας.
Συμμετείχε στα πρώτα Gay Pride της Αθήνας, όταν ακόμη ελάχιστοι τολμούσαν να εμφανιστούν δημόσια. Οργάνωνε συναυλίες, πάρτι και εκδηλώσεις, κολλώντας αφίσες στους δρόμους που έγραφαν «Η δεσποινίς Πάολα παρουσιάζει». Για εκείνη ο αγώνας για ορατότητα ήταν καθημερινή πράξη.
Τα τελευταία χρόνια στράφηκε στον κινηματογράφο μέσα από το Paola Project, δημιουργώντας ντοκιμαντέρ για τη μετανάστευση, την πορνεία, την τρανς εμπειρία και τις αθέατες όψεις της ελληνικής κοινωνίας. Παρέμεινε μέχρι τέλους πολιτικοποιημένη, ανήσυχη και ενεργή, ενώ για περισσότερα από είκοσι χρόνια μεγάλωνε ένα παιδί, διαψεύδοντας στην πράξη τα στερεότυπα που συνόδευαν τις τρανς γυναίκες.
«Μου αρέσουν οι άνθρωποι»
Σε μια αδημοσίευτη συνέντευξη που είχαμε κάνει πριν από λίγα χρόνια, η Πάολα μου έλεγε πως ο κόσμος τη σταματούσε καθημερινά στον δρόμο. «Με κοιτάνε με ένα βλέμμα, με μια μυστική τρυφερότητα. Καμιά φορά με ενοχλεί κιόλας, αλλά συμβαίνει κάθε μέρα. Είναι μέρος της καθημερινότητάς μου». Κι όμως, πίσω από την αναγνώριση και την αγάπη του κόσμου, την απασχολούσαν άλλα πράγματα. «Το θέμα είναι πώς θα μπορέσω να ζήσω και να εξασφαλίσω στήριξη για το επόμενο εγχείρημα», έλεγε. Μιλούσε για τα δόντια που την ταλαιπωρούσαν, για τα ζητήματα υγείας που τη φόβιζαν περισσότερο απ’ όλα, για το άγχος της καθημερινότητας. «Ευτυχώς δεν κατέρρευσα και τα κατάφερα μια χαρά. Αλλά υπάρχει άγχος».
Λίγο αργότερα η κουβέντα πήγε, όπως σχεδόν πάντα μαζί της, στον έρωτα, στη νύχτα και στους ανθρώπους. «Ήμασταν τυχερές. Ζήσαμε τον έρωτα στον δρόμο, στη νύχτα, στις παρέες. Ήμασταν τολμηρές και γι’ αυτό τον χαρήκαμε», μου είπε. Για τη δική της γενιά ο έρωτας βρισκόταν στις πλατείες, στις βόλτες, στις πιάτσες και στις τυχαίες συναντήσεις. «Τώρα βλέπεις τα παιδιά να μεγαλώνουν μπροστά σε μια οθόνη, με ένα κινητό στο χέρι». Δεν αντιμετώπιζε το παρόν με νοσταλγία ή ηθικολογία, αλλά με μια μικρή ανησυχία. «Δεν ξέρω αν είναι καλύτερα ή χειρότερα. Ξέρω μόνο ότι είναι διαφορετικά». Εκείνο που τη φόβιζε περισσότερο ήταν ο φανατισμός. «Μπαίνω καμιά φορά στο TikTok και τρομάζω. Βλέπω ρατσισμό, επιθετικότητα, φασισμό. Αυτό με ανησυχεί πολύ».
Και όταν τη ρώτησα τι ήταν αυτό που τελικά καθόριζε τη στάση της απέναντι στη ζωή, απάντησε: «Η δική μου λογική είναι ότι μου αρέσουν οι άνθρωποι», κι αυτό μάλλον συνοψίζει τι ήταν η Πάολα. Ένας άνθρωπος που έζησε με πάθος, με βαθιά πίστη στους ανθρώπους και με μια ακατάβλητη αγάπη για τη ζωή.
(Πηγή: documentonews.gr)
Διαβάστε επίσης:
Η Πάολα Ρεβενιώτη… κράζει τα «ηλίθια» που βανδάλισαν street art με τον Κ.Π. Καβάφη
Πάολα Ρεβενιώτη: Οι Έλληνες δεν μισούν τους gay, μισούν τους φτωχούς gay
Δείτε όλες τις ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο στο koutipandoras.gr
Τα άρθρα που δημοσιεύονται στην κατηγορία «Απόψεις» εκφράζουν τον/την συντάκτη/τριά τους και οι θέσεις δεν συμπίπτουν κατ' ανάγκην με την άποψη του koutipandoras.gr
Tα σχόλια στο site έχουν απενεργοποιηθεί. Μπορείτε να σχολιάζετε μέσα από την επίσημη σελίδα στο Facebook
Σχόλια