Όταν έπεσε το Γ΄ Ράιχ, στις 8 Μαΐου 1945, πάνω στα συντρίμμια του πάλαι ποτέ κραταιού Βερολίνου στήθηκε η κόκκινη σημαία με το σφυροδρέπανο. Η πόλη ύστερα από σκληρές μάχες είχε καταληφθεί από τον Κόκκινο Στρατό και είχε περιέλθει στα χέρια των Σοβιετικών. Τελικά όμως βάσει του πνεύματος της Συμφωνίας της Γιάλτας (4-11 Φεβρουαρίου 1945), η οποία είχε συγκληθεί από τους «Τρεις Μεγάλους» προκειμένου να καθοριστεί η τύχη των κατακτημένων από τη Γερμανία χωρών αλλά και η τύχη των συμμάχων της Γερμανίας χωρών, αποφασίστηκε να δοθεί και στους Συμμάχους μερίδιο από την πρωτεύουσα του Γ΄ Ράιχ. Οι Σοβιετικοί παραχώρησαν τότε στους Δυτικούς Συμμάχους τις δυτικές συνοικίες της πόλης, ενώ η ζώνη που παρέμεινε υπό σοβιετικό έλεγχο είχε έκταση 409 τετραγωνικά χιλιόμετρα, δηλαδή ποσοστό 45,6% επί της συνολικής έκτασης της πόλης.(1)

Οι «Τρεις Μεγάλοι» είχαν αποφασίσει ότι η Γερμανία θα συνέχιζε να υπάρχει ως χώρα μέσα από έναν μηχανισμό στήριξης που ονομάστηκε Συμμαχικό Συμβούλιο Ελέγχου (Allied Control Council ή ACC). Επρόκειτο για ένα κυβερνητικό σχήμα που συστάθηκε από τις συμμαχικές δυνάμεις κατοχής (ΗΠΑ, Αγγλία, Σοβιετική Ένωση), μετά την άνευ όρων παράδοση της ναζιστικής Γερμανίας. Αργότερα προστέθηκε και η Γαλλία με δικαίωμα ψήφου, χωρίς όμως ευθύνες. Το Συμβούλιο είχε έδρα το Βερολίνο-Σένεμπεργκ (Berlin-Schöneberg) και απαρτιζόταν από τους ανώτατους στρατιωτικούς διοικητές κάθε ζώνης κατοχής.

Έτσι τα αρχικά μέλη του Συμβουλίου ήταν: ο στρατάρχης Γκεόργκι Ζούκοφ από τη Σοβιετική Ένωση, ο αρχηγός του αμερικανικού στρατού Ντουάιτ Αϊζενχάουερ, ο στρατηγός Μπέρναρντ Μοντγκόμερι εκ μέρους της Βρετανίας και ο στρατηγός Ζαν ντε Λατρ ντε Τασινί από τη Γαλλία.
Για τη λήψη αποφάσεων στο Συμβούλιο απαιτούνταν η ομοφωνία των τεσσάρων μελών του. Όταν όμως ο Χάρι Τρούμαν αντικατέστησε τον Ρούσβελτ στην προεδρία –τέλη Απριλίου 1945– η στάση των ΗΠΑ και της Βρετανίας άλλαξε απέναντι στον Στάλιν και άρχισε να γίνεται εμφανής η διαφορά πολιτικής μεταξύ των κυβερνήσεων.
Κύριο μέλημα του Συμβουλίου ήταν να ξηλώσει, πρώτον, όλες τις οργανωτικές δομές και τους νόμους των ναζί και, δεύτερον, να προχωρήσει στη διάλυση του γερμανικού στρατού (αποστρατικοποίηση) και την απομάκρυνση των ναζιστών από τις δημόσιες υπηρεσίες και τον κρατικό μηχανισμό (αποναζιστικοποίηση) της Γερμανίας, εκδίδοντας νόμους, οδηγίες (ντιρεκτίβες) και διαταγές προς αυτή την κατεύθυνση. Μία από τις πρώτες πράξεις του Συμβουλίου ήταν η «Ντιρεκτίβα 9» («Directive No 9», 30 Αυγούστου 1945) που αφορούσε την εφαρμογή της Συμφωνίας του Λονδίνου για τη δίωξη της ηγεσίας των ναζί και όσων είχαν διαπράξει εγκλήματα πολέμου.
Ο «Νόμος 4» (30 0κτωβρίου 1945) επανέφερε τους νόμους που ίσχυαν πριν από την άνοδο του Χίτλερ. Η «Ντιρεκτίβα 16» (6 Νοεμβρίου 1945) καθόριζε τον οπλισμό της γερμανικής αστυνομίας, απαγορεύοντας τη χρήση βαρέων όπλων (καραμπίνες, αυτόματα) από τους αστυνομικούς. Ο «Νόμος 2» (10 Οκτωβρίου 1945) όριζε τη διάλυση του ναζιστικού κόμματος, καταργώντας ακόμη και κάποιους αθλητικούς αγώνες που θεωρήθηκαν ότι αποτελούσαν μέρος της παραστρατιωτικής εκπαίδευσης.
Όταν άρχισε η δίκη της Νυρεμβέργης, εκδόθηκε ο «Νόμος 10» («Law Νo 10», στις 20 Δεκεμβρίου 1945) που επέτρεπε στην κάθε χώρα να δικάσει βάσει του δικού της συστήματος δικαίου όσους εγκληματίες πολέμου ήταν στο έδαφός της, ανεξάρτητα από τη δίκη της Νυρεμβέργης. Η εφαρμογή του νόμου αυτού οδήγησε τη συμμαχική συνεργασία για θέματα εγκλημάτων πολέμου σε αδιέξοδο.
Υπήρχαν όμως πολλά θέματα να ρυθμιστούν, οπότε θεσπίστηκαν διάφοροι κανονισμοί, όπως ο «Νόμος 7» (30 Νοεμβρίου 1945) που προέβλεπε τη διανομή του ηλεκτρικού ρεύματος και του φυσικού αερίου στις διάφορες συμμαχικές ζώνες, ο «Νόμος 32» (10 Ιουλίου 1946) που προέβλεπε την απασχόληση γυναικών σε αντρικές εργασίες (λόγω έλλειψης ανδρών) και την εξίσωση των ημερομισθίων ανδρών – γυναικών.(2)
Παρόλα αυτά, άρχισε να διαφαίνεται η αποξένωση μεταξύ των συμμάχων. Τον Σεπτέμβριο του 1946 μάλιστα ανέκυψε η πρώτη σοβαρή διαφωνία σχετικά με την κατανομή του βιομηχανικού άνθρακα στις τέσσερις ζώνες κατοχής.
Αμερικανοί και Βρετανοί άρχισαν να ενεργούν αυτόνομα στις ζώνες τους, λύνοντας αυτοτελώς τα ζητήματα που ανέκυπταν, και το 1946 η Βρετανία αποδέχτηκε την πρόταση των ΗΠΑ για συγχώνευση αυτών των δύο ζωνών στον τομέα της οικονομίας, πράγμα που τελικά υλοποιήθηκε την 1η Ιανουαρίου 1947, με την ίδρυση της «Διπλής Ζώνης» (Bizone) και άρχισαν οι διεργασίες για τη δημιουργία νομίσματος, του νέου γερμανικού μάρκου, παρά τις διαμαρτυρίες των Σοβιετικών.
Μέσα στο 1947 συστήθηκαν οι πρώτες τοπικές γερμανικές κυβερνήσεις κι έτσι μεγάλο τμήμα της διοίκησης πέρασε στους Γερμανούς, αφού τον Ιούνιο του 1946 είχαν εκλεγεί τα πρώτα τοπικά κοινοβούλια (Landtage) στην αμερικανική ζώνη και ακολούθησαν τα αντίστοιχα της βρετανικής ζώνης (Απρίλιος 1947) και της γαλλικής (Μάιος 1947).(3)
Από την απόκλιση στην αυτοκατάργηση
Όμως το 1948 τα προβλήματα οξύνθηκαν. Η αύξηση των μελών στο Γερμανικό Οικονομικό Συμβούλιο της αγγλοαμερικανικής ζώνης (Ιανουάριος 1948) και η σύσταση ενός δεύτερου επιμελητηρίου (Länderrat), το οποίο θα συμπεριλάμβανε και τη γαλλική ζώνη κατοχής, θεωρήθηκαν –και ήταν– μονομερείς κινήσεις που αποσκοπούσαν στην αλλαγή του συσχετισμού δυνάμεων ενόψει της δημιουργίας ενός πυρήνα από τον οποίο θα προέκυπτε μια μέλλουσα γερμανική κυβέρνηση.
Οι ενέργειες αυτές δημιούργησαν βαρύ κλίμα στο Συμμαχικό Συμβούλιο Ελέγχου, το οποίο, μη εξασφαλίζοντας την απαραίτητη ομοφωνία, δεν έπαιρνε πλέον σχεδόν καμία απόφαση, οπότε αυτοκαταργήθηκε. Η επίσημη διάλυσή του ήλθε στις 20 Μαρτίου 1948, όταν ο εκπρόσωπος της Σοβιετικής Ένωσης Βασίλι Σοκολόβσκι αποχώρησε σε ένδειξη διαμαρτυρίας.(4)
Η Σοβιετική Ένωση προχώρησε τότε στον αποκλεισμό του Βερολίνου, οι συμμαχικές δυνάμεις με τη σειρά τους προχώρησαν στον αποκλεισμό της σοβιετικής ζώνης και οργάνωσαν αερογέφυρα για τον ανεφοδιασμό του δυτικού Βερολίνου. Ο αποκλεισμός αυτός διήρκεσε κάτι παραπάνω από έναν χρόνο και άρθηκε από τους Σοβιετικούς τον Μάιο του 1949. Έτσι, «ντε φάκτο», χωρίς διπλωματικές κινήσεις και τυμπανοκρουσίες, το Βερολίνο διαιρέθηκε σε δύο μέρη, το δυτικό (υπό τη διοίκηση των Δυτικών Συμμάχων) και το ανατολικό (υπό τη διοίκηση των Σοβιετικών).
-
Στις 23 Μαΐου η Δυτική Γερμανία, στις 7 Οκτωβρίου η Ανατολική
Στις 23 Μαΐου 1949 ψηφίστηκε το Σύνταγμα και ιδρύθηκε η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας (ΟΔΓ) μέσα στις τρεις ζώνες διοίκησης των Συμμάχων (ΗΠΑ, Αγγλίας, Γαλλίας). Στις 7 Οκτωβρίου του ίδιου χρόνου δημιουργήθηκε η Λαϊκή Δημοκρατία της Γερμανίας (ΛΔΓ) μέσα στη ζώνη διοίκησης της Σοβιετικής Ένωσης. Η δημιουργία αυτών των δύο κρατών οριστικοποίησε όχι μόνο την εδαφική, αλλά και την πολιτική διαίρεση της πόλης του Βερολίνου που επρόκειτο να γίνει το πεδίο της σύγκρουσης δύο διαφορετικών πολιτικών θεωριών, δύο διαφορετικών κοινωνικών συστημάτων, δύο διαφορετικών κόσμων.
Από νομικής άποψης, το Βερολίνο διατήρησε το καθεστώς αποστρατιωτικοποιημένης πόλης (απουσία Γερμανών στρατιωτών) η οποία παρέμενε μοιρασμένη σε τέσσερα τμήματα, ενώ ήταν ανεξάρτητη των δύο κρατών που αποτελούσαν η ΟΔΓ και η ΛΔΓ. Στην πραγματικότητα η ανεξαρτησία αυτή σε πρακτικό επίπεδο ήταν ιδιαιτέρως περιορισμένη. Όντως, το καθεστώς του Δυτικού Βερολίνου ήταν ανάλογο αυτού ενός κρατιδίου (Land), με εκπροσώπους δίχως δικαίωμα ψήφου στο νομοθετικό σώμα (Bundestag), ενώ αντίθετα το Ανατολικό Βερολίνο έγινε, κατά παράβαση του καταστατικού του, πρωτεύουσα της Λαϊκής Δημοκρατίας της Γερμανίας. Η πόλη παρέμεινε ωστόσο το μοναδικό σημείο στο οποίο οι Γερμανοί πολίτες της Ανατολικής και Δυτικής Γερμανίας μπορούσαν να επικοινωνούν μεταξύ τους.
Στις 27 Νοεμβρίου 1958, η ΕΣΣΔ επιχείρησε μια νέα προσέγγιση με το «τελεσίγραφο του Χρουστσόφ», το οποίο πρότεινε την αποχώρηση των δυτικών στρατευμάτων εντός έξι μηνών ώστε το Βερολίνο να καταστεί μια αποστρατικοποιημένη «ελεύθερη πόλη». Οι δυτικοί σύμμαχοι αρνήθηκαν.(5)
Από τη δημιουργία της το 1949 η Λαϊκή Δημοκρατία της Γερμανίας γνώρισε ένα ολοένα αυξανόμενο κύμα φυγής προς την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, και ειδικότερα στο Βερολίνο. Η γραμμή των συνόρων μέσα στον αστικό ιστό ήταν δύσκολο να ελεγχθεί και υπολογίζεται ότι 2,6 έως και 3,6 εκατομμύρια Γερμανοί διέφυγαν από τη ΛΔΓ μέσω του Βερολίνου το διάστημα 1949-1961. Έως τον Αύγουστο του 1961 αρκούσε να πάρει κανείς το μετρό ή τον βερολινέζικο σιδηρόδρομο για να περάσει από τον Ανατολικό στο Δυτικό Τομέα, κάτι που έκαναν σε καθημερινή βάση αρκετοί Βερολινέζοι για να πάνε στον χώρο εργασίας τους.(6)

Τις πρώτες δύο εβδομάδες του Αυγούστου του 1961 περισσότεροι από 47.000 Ανατολικογερμανοί πολίτες διέφυγαν στη Δυτική Γερμανία μέσω του Βερολίνου. Επιπλέον, το Δυτικό Βερολίνο έπαιξε τον ρόλο πύλης εισόδου προς τη Δύση για μεγάλο αριθμό Τσέχων και Πολωνών. Το κύμα φυγάδων αφορούσε κυρίως τις νεότερες ηλικίες, οπότε άρχισε να δημιουργείται μείζον οικονομικό ζήτημα, θέτοντας σε κίνδυνο την ίδια την ύπαρξη της ΛΔΓ.
Περίπου 50.000 Βερολινέζοι εργάζονταν στο Δυτικό Βερολίνο, ωστόσο κατοικούσαν στο Ανατολικό Βερολίνο ή στα προάστιά του, όπου το κόστος της ζωής και των ακινήτων ήταν πολύ χαμηλότερο. Στις 4 Αυγούστου 1961 εκδόθηκε ένα διάταγμα που υποχρέωνε όσους εργάζονταν στην άλλη πλευρά των συνόρων να καταγραφούν ως τέτοιοι και να πληρώνουν τα ενοίκιά τους σε γερμανικά μάρκα (νόμισμα της ΟΔΓ). Προτού ακόμη ξεκινήσει η κατασκευή του Τείχους, η αστυνομία της ΛΔΓ είχε θέσει υπό εντατική παρακολούθηση στα σημεία πρόσβασης στο Δυτικό Βερολίνο αυτούς τους οποίους χαρακτήριζε «λαθρεμπόρους» ή «λιποτάκτες της Δημοκρατίας».
Όπως σε όλα τα κομμουνιστικά κράτη, στη ΛΔΓ επιβλήθηκε μία οικονομία σχεδιασμένη από τη Μόσχα. Το επταετές σχέδιο 1959-1965 απέτυχε εξαρχής. Η βιομηχανική παραγωγή αυξήθηκε με ρυθμούς βραδύτερους του αναμενόμενου. Οι επενδύσεις ήταν ανεπαρκείς και η κολεκτιβοποίηση των αγροτικών γαιών προκάλεσε μείωση της παραγωγής και έλλειψη τροφίμων. Οι μισθοί αυξήθηκαν γρηγορότερα του αναμενόμενου εξαιτίας της έλλειψης εργατικών χεριών, κάτι που προκλήθηκε σε μεγάλο βαθμό από τη φυγή των νέων προς τη Δύση. Ένα σημαντικό λαθρεμπόριο συναλλάγματος και εμπορευμάτων, επιβλαβές για την ανατολικογερμανική οικονομία, περνούσε μέσω του Βερολίνου. Η ΛΔΓ βρισκόταν το 1961 στο χείλος της οικονομικής και κοινωνικής κατάρρευσης.(7)
13η Αυγούστου 1961. Αρχίζει το χτίσιμο
Παρόλα αυτά τίποτα δεν προμήνυε το χτίσιμο του «Τείχους». Το σχέδιο για την ανέγερση τείχους στο Βερολίνο ήταν ένα από τα πιο καλά κρυμμένα κρατικά μυστικά της ανατολικογερμανικής κυβέρνησης. Το τείχος χτίστηκε με εντολή της ηγεσίας του Ενιαίου Σοσιαλιστικού Κόμματος (SED, το ΚΚ της Ανατολικής Γερμανίας) από οικοδόμους υπό την προστασία και την επιτήρηση της αστυνομίας και του στρατού.
Τα ξημερώματα της 13ης Αυγούστου 1961 μονάδες του Εθνικού Λαϊκού Στρατού, 5.000 συνοριοφύλακες, 5.000 αστυνομικοί και 4.500 μέλη των «Εργατικών Ομάδων Μάχης» άρχισαν να κλείνουν τους δρόμους και να μπλοκάρουν τις τροχιές των μέσων μεταφοράς προς το Δυτικό Βερολίνο, και χώρισαν με αγκαθωτά συρματοπλέγματα τους δύο τομείς της πόλης που μέχρι τότε επικοινωνούσαν ελεύθερα. Οι Σοβιετικοί παρέμεναν σε συναγερμό μάχης στις μεθοριακές διαβάσεις που προβλέπονταν για τους Συμμάχους. Κάθε συγκοινωνία μεταξύ των δύο τομέων της πόλης διακόπηκε.

Μία εβδομάδα αργότερα τα συρματοπλέγματα άρχισαν να αντικαθίστανται από προκατασκευασμένα τμήματα τσιμεντένιων τοίχων. Έτσι δημιουργήθηκε το γνωστό «Τείχος του Βερολίνου», που για 30 ολόκληρα χρόνια θα ήταν το σύμβολο της αποτυχίας ενός καθεστώτος. Κύριος λόγος της κατασκευής του δεν ήταν η προστασία από κάποιον εξωτερικό κίνδυνο αλλά η αποτροπή της μαζικής φυγής των κατοίκων του.
Το «Τείχος» αποτελούσε ταυτόχρονα σύμβολο διαίρεσης της Ευρώπης αλλά και δραματικό σύμβολο αναζήτησης ελευθερίας, αφού πολλοί Ανατολικογερμανοί σκοτώθηκαν από τους μεθοριακούς φρουρούς της Ανατολικής Γερμανίας ενώ προσπαθούσαν να διαφύγουν στο Δυτικό Βερολίνο.
Κατά μήκος του τείχους από την ανατολική πλευρά υπήρχε μία ζώνη ελεγχόμενη από τους φρουρούς, γνωστή και ως «ζώνη θανάτου», με 302 παρατηρητήρια και 20 φυλάκια σε ένα συνολικό μήκος 27 μιλίων (από τα 96 συνολικά), τα οποία χώριζαν την πόλη στα δύο. Η οχύρωση περιλάμβανε σε κάποια σημεία της επιφάνειες άμμου για να γίνονται αντιληπτές τυχόν πατημασιές, αλλά και κάποια ναρκοθετημένα «περάσματα». Οι σκοποί είχαν διαταγή να πυροβολούν όποιον προσπαθούσε να δραπετεύσει με αποτέλεσμα τα επόμενα χρόνια 192 άνθρωποι να σκοτωθούν στην προσπάθειά τους να καταφύγουν στη Δύση.
Από τις ένοπλες μονάδες που διατέθηκαν για τη φύλαξη των συνόρων, τις πρώτες κιόλας μέρες, λιποτάκτησαν και διέφυγαν προς το Δυτικό Βερολίνο 85 άνδρες, ενώ από τις συνολικά 400 απόπειρες διαφυγής πέτυχαν οι 216. Αξέχαστες θα μείνουν οι εικόνες φυγάδων που κατέβαιναν με σεντόνια από τα παράθυρα των σπιτιών στους δρόμους που βρίσκονταν πάνω στα σύνορα. Αλησμόνητος θα μείνει επίσης ο νεαρός συνοριοφύλακας Κόνραντ Σούμαν, που ενώ φύλαγε σκοπιά στην Μπερνάουερ-Στράσε, υπερπήδησε το συρματόπλεγμα με τη στολή και το όπλο του και βρέθηκε στο Δυτικό Βερολίνο.

Ολιγωρία, αμηχανία ή ψυχρός υπολογισμός;
Εν μέσω θερινών διακοπών, οι αντιδράσεις των δυτικών συμμάχων ήταν αργές και καθυστερημένες. Έτσι πέρασαν 20 ώρες μέχρι την εμφάνιση των πρώτων στρατιωτικών περιπόλων στα σύνορα και 40 ώρες μέχρι την επίδοση διαμαρτυρίας στον Σοβιετικό στρατιωτικό διοικητή του Βερολίνου. Χρειάστηκαν 72 ώρες για να επιδοθούν επίσημες νότες διαμαρτυρίας σύμφωνα με τους διπλωματικούς τύπους στη Μόσχα. Μετά την εμπειρία του εμπάργκο της πόλης και τα επανειλημμένα τελεσίγραφα του Χρουστσόφ (το 1958 και τον Ιούνιο του 1961), με τα οποία ζητούσε την αποστρατικοποίηση του Βερολίνου και την κήρυξή του σε ελεύθερη πόλη, οι δυτικοί σύμμαχοι ανησυχούσαν διαρκώς για το καθεστώς του Βερολίνου. Έτσι ο πρόεδρος των ΗΠΑ Τζον Φιτζέραλντ Κένεντι «παραιτήθηκε» από τα δικαιώματα που είχαν όλες οι νικήτριες δυνάμεις σε ολόκληρο το Βερολίνο, έθεσε ως προτεραιότητα την εξασφάλιση της προσβασιμότητας και βιωσιμότητας του Δυτικού Βερολίνου, και σχεδόν «υπέδειξε» τη λύση της διχοτόμησης της πόλης.
Στην πραγματικότητα οι Δυτικοί είδαν με ανακούφιση το γεγονός ότι με το τείχος παγιωνόταν το καθεστώς του Βερολίνου. Ο Κένεντι δήλωσε: «Δεν είναι και πολύ ωραία λύση, είναι όμως χίλιες φορές καλύτερη από τον πόλεμο». «Οι Ανατολικογερμανοί», δήλωσε ο Βρετανός πρωθυπουργός Χάρολντ ΜακΜίλαν (Harold MacMillan), «σταματούν το κύμα προσφύγων και οχυρώνονται πίσω από ένα ακόμα πιο αδιαπέραστο Σιδηρούν Παραπέτασμα. Σ’ αυτό δεν υπάρχει τίποτα παράνομο».
Στις 22 Φεβρουαρίου 1962 ο υπουργός Δικαιοσύνης των ΗΠΑ Ρόμπερτ Κένεντι, έχοντας μαζί του τον δήμαρχο της πόλης και μετέπειτα Δυτικογερμανό καγκελάριο Βίλι Μπραντ, επισκέφτηκε το Τείχος του Βερολίνου, το οποίο και παρατήρησε ανεβασμένος σε μία εξέδρα στην πλατεία Πότσνταμ του Δυτικού Βερολίνου.

Ο Κένεντι τουλάχιστον παρέμεινε αμετακίνητος στη διατήρηση της προσβασιμότητας και βιωσιμότητας του Δυτικού Βερολίνου. Για να επιβεβαιώσει ότι οι προσβάσεις προς την πόλη έμειναν ανοιχτές, έστειλε 1.500 στρατιώτες μέσω της οδού τράνζιτ που τη συνέδεε με τη Δυτική Γερμανία περνώντας από ανατολικογερμανικό έδαφος, καθώς και τον αντιπρόεδρο Λίντον Τζόνσον (Lyndon B. Johnson), που έγινε δεκτός με ενθουσιασμό από τους Δυτικοβερολινέζους. Η αξίωση του ηγέτη της ΛΔΓ Βάλτερ Ούλμπριχτ να ελέγχει η αστυνομία του τους αξιωματικούς και το πολιτικό προσωπικό των Συμμάχων απορρίφθηκε κατηγορηματικότατα από τους Αμερικανούς. Στο τέλος αναγκάστηκε και ο ίδιος ο διοικητής των Σοβιετικών Ενόπλων Δυνάμεων στη Γερμανία να επέμβει κατευναστικά στους κομματικούς παράγοντες της ΛΔΓ γι’ αυτό το θέμα.
Οι Δυτικοί αξιοποίησαν το γεγονός προπαγανδιστικά για να καταδικάσουν το «Τείχος του αίσχους και τη βαρβαρότητα του ανατολικού κόσμου». Ο ίδιος ο πρόεδρος Τζον Φιτζέραλντ Κένεντι στις 26 Ιουνίου 1963 θα εκφωνήσει μπροστά στο Τείχος την περιβόητη ομιλία του, στην οποία σε άπταιστα γερμανικά δήλωνε ότι και ο ίδιος ήταν ένας Βερολινέζος («Ιch bin ein Berliner»).
Ο Ψυχρός Πόλεμος πέρασε πολλές φάσεις κορύφωσης και ύφεσης ώσπου το 1987 ο πρόεδρος των ΗΠΑ Ρόναλντ Ρίγκαν κάλεσε τον Σοβιετικό ομόλογό του Μιχαήλ Γκορμπατσόφ που ηγείτο της Περεστρόικα να ρίξει επιτέλους το τείχος. Το καλοκαίρι του 1989 η Ουγγαρία άνοιξε τα σύνορά της με την Αυστρία και άρχισε η σχεδόν ελεύθερη διαφυγή από τις ανατολικές χώρες. Στις 4 Νοεμβρίου 1989 άρχισαν να μαζεύονται τα βράδια στις δύο πλευρές του τείχους του Βερολίνου κάτοικοι και από τις δύο πλευρές της πόλης και να ζητούν την κατεδάφισή του.

Στις 9 Νοεμβρίου 1989 μια λανθασμένη δήλωση του υπουργού Γκίντερ Σαμπόβσκι για την άμεση άρση των συνοριακών ελέγχων κατέβασε στους δρόμους τους κατοίκους του Ανατολικού Βερολίνου που ήθελαν να περάσουν στη Δύση. Οι συνοριοφύλακες δεν ήταν ενήμεροι και προς στιγμήν απειλήθηκαν επεισόδια, αλλά τελικά δόθηκε άδεια να επιτραπεί η έξοδος από τη χώρα και το φυλάκιο της Μπονχόλμερ Στράσε σήκωσε την μπάρα του αφήνοντας να περάσει ένα ανθρώπινο ποτάμι που συμπαρέσυρε ένα καθεστώς 30 ετών. Την άλλη μέρα, το Τείχος άρχισε να κατεδαφίζεται εν μέσω πανηγυρισμών και από τις δύο πλευρές. Σήμερα μένουν πλέον λίγα κομμάτια του σαν μια πικρή ανάμνηση, σαν ένα θλιβερό απομεινάρι της «τσιμεντένιας περιόδου» αυτής της πόλης.

Ως προς τα θύματα του Τείχους οι αριθμοί ποικίλλουν. Η λίστα Ζάλτσγκιτερ (Salzgitter) καταγράφει 78 θανάτους, ενώ η Αλεξάντρα Χίλντεμπραντ (Alexandra Hildebrandt, χήρα του Rainer Hildebrandt ιδρυτή της ομάδας εργασίας «Arbeitsgruppe 13 August» η οποία διαχειρίζεται και το κτίριο του Checkpoint Charlie) καταγράφει 235 θανάτους.(8)
Αντικομμουνισμός ή αποναζιστικοποίηση;
Όσο η Δυτική Γερμανία προήγαγε τους παλιούς ναζιστές αξιωματικούς, τόσο το κομμουνιστικό καθεστώς της Ανατολικής Γερμανίας κλεινόταν στο φρούριό του. Το «Τείχος του Βερολίνου» δεν ξεφύτρωσε από το πουθενά. Όλοι οι ερευνητές πλέον δέχονται ότι η διαίρεση της Γερμανίας και του Βερολίνου ήταν προδιαγεγραμμένη, αφού τον Μάρτιο του 1943 ο υπουργός Εξωτερικών της Βρετανίας Ίντεν επισκέφθηκε την Ουάσινγκτον για το θέμα αυτό, ενώ τον Οκτώβριο του 1943 οι υπουργοί Εξωτερικών Ίντεν (Βρετανία), Χαλ (ΗΠΑ) και Μολότοφ (ΕΣΣΔ) υπέγραψαν στη διάσκεψη της Μόσχας πρωτόκολλο για την ίδρυση της Διασυμμαχικής Ευρωπαϊκής Συμβουλευτικής Επιτροπής (European Advisory Commission – EAC) που είναι πρόγονος του Συμμαχικού Συμβουλίου Ελέγχου (ACC).(9)
Οι Σύμμαχοι ήθελαν μια δυνατή, ευημερούσα, καπιταλιστική Γερμανία που να σταθεί ανάχωμα στη Σοβιετική Ένωση, ενώ οι Σοβιετικοί ήθελαν να εκμεταλλευτούν τους πόρους της Γερμανίας για να αποζημιωθούν από τις ζημιές του πολέμου και επιθυμούσαν μια αδύναμη Γερμανία ώστε να επιβληθεί το δικό τους οικονομικό μοντέλο και να ξεριζωθεί ο ναζισμός.
Για τους δυτικούς αναλυτές (Τζορτζ Κίναν, Μόσχα 1946, η αναφορά του με το «Λονγκ Τέλεγραμ»), οι στόχοι των Σοβιετικών στην Ευρώπη ήταν αμιγώς πολιτικοί και όχι στρατιωτικοί, αφού είχαν υπερβεί τις δυνάμεις τους σε τέτοιον βαθμό ώστε να βρίσκονται πλέον στα πρόθυρα εσωτερικής κρίσης.(10)
Πράγματι, όλα τα υπομνήματα των Σοβιετικών πίεζαν για την αποστρατικοποίηση, καθώς το κόστος των εξοπλισμών δεν επέτρεπε την επούλωση των πολεμικών καταστροφών. Οι Σύμμαχοι το γνώριζαν και γι’ αυτό δεν έκαναν δεκτά τα σοβιετικά αιτήματα. Άλλο ένα ακανθώδες ζήτημα ήταν ότι οι Σύμμαχοι έβαλαν στην άκρη την «αποναζιστικοποίηση» και προέκριναν τον αντικομμουνισμό, σταματώντας έτσι τις διώξεις των ναζί. Όσο η Δυτική Γερμανία προήγαγε τους παλιούς ναζιστές αξιωματικούς, τόσο το κομμουνιστικό καθεστώς της Ανατολικής Γερμανίας κλεινόταν στο φρούριό του…
Οι στρατηγοί του Χίτλερ στρατηγοί του ΝΑΤΟ
Με το άνοιγμα των αρχείων της Υπηρεσίας Πληροφοριών της Γερμανίας (BND), το περιοδικό «Der Spiegel» ανακάλυψε ότι από το 1949 υπήρχαν 2.000 αξιωματικοί της Βέρμαχτ οι οποίοι είχαν δημιουργήσει ένα παραστρατιωτικό σώμα 40.000 μαχητών. Αν οι Σύμμαχοι το «γνώριζαν», θα έβλεπαν την εμπλοκή πολλών στρατηγών του Γ΄ Ράιχ που πήραν ηγετικές θέσεις στον στρατό της Δυτικής Γερμανίας που δημιουργήθηκε το 1955. Ο «μυστικός» αυτός στρατός στήθηκε από ναζί στρατηγούς σαν τον Χανς Σπίντελ (Hans Spiedel), ο οποίος το 1957 έγινε διοικητής των χερσαίων δυνάμεων του ΝΑΤΟ στην κεντρική Ευρώπη, ή τον Άντολφ Χόιζινγκερ (Adolf Heusinger), πρώτο τη τάξει στρατηγό-επιθεωρητή του στρατού της Δυτικής Γερμανίας.

Ο «μυστικός» στρατός ήταν πνευματικό τέκνο του συνταγματάρχη της Βέρμαχτ Άλμπερτ Σνετς (Albert Schnez), που ήθελε να εκμεταλλευτεί τους έτοιμους αυτούς βετεράνους μαχητές, διεξάγοντας ανταρτοπόλεμο ενάντια στους Σοβιετικούς, έχοντας βάσεις στην Ισπανία του Φράνκο ή στην πάντα «ουδέτερη» Ελβετία. Το γερμανικό κοινοβούλιο δεν είχε γνώση του θέματος, αλλά ο Σνετς είχε έλθει –από το 1951– σε επαφή με την «Οργάνωση Γκέλεν», ένα πρόπλασμα της δυτικογερμανικής μυστικής υπηρεσίας η οποία «καταγόταν» από το δίκτυο κατασκοπίας που είχε αναπτύξει στη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου ο Ράινχαρντ Γκέλεν στα μετόπισθεν της Σοβιετικής Ένωσης. Την εποχή εκείνη διεξαγόταν ο πόλεμος στην Κορέα και πολλοί πίστευαν ότι επρόκειτο για αντιπερισπασμό των Σοβιετικών ώστε οι ΗΠΑ να αποσπάσουν στρατεύματα στην Ασία και να ανοίξει ο δρόμος για τη Δυτική Γερμανία. Η ιδέα του ανταρτοπολέμου ήταν του ίδιου του Χίτλερ. Πράγματι οι Σύμμαχοι τα πρώτα χρόνια μετά την πτώση του Γ΄ Ράιχ φοβήθηκαν την εκδήλωση ανταρτοπολέμου, αλλά τα γεγονότα και η απομόνωση των ναζί «ανταρτών» («Werewolves») απέδειξαν ότι ο λαός της Γερμανίας έπειτα από έξι χρόνια ολοκληρωτικού πολέμου είχε πια κουραστεί και προτιμούσε να γίνει κόκκινος από το να καταλήξει νεκρός (better Red, than dead).(11)
Μια «βολική» ισορροπία για τους Βερολινέζους
Πολλοί σύγχρονοι αναλυτές, όπως ο Πολ Στιγκ (Paul Steege), προσεγγίζουν το θέμα της διαίρεσης του Βερολίνου εξετάζοντας το ίδιο το υποκείμενο της διαίρεσης, δηλαδή τους ίδιους τους Βερολινέζους, και τη συμμετοχή τους στο γεγονός που βίωσαν. Έτσι δίνουν ιδιαίτερη σημασία στις έννοιες της «ενδιάμεσης κατάστασης» (Between-ness) και της «συνόρευσης» ή του «συνοριακού χώρου» (liminality or liminal space) στην οποία βρέθηκαν οι Βερολινέζοι, με την έννοια ότι βίωσαν την περίοδο του Ψυχρού Πολέμου σαν μια παρατεταμένη προσωρινή περίοδο αβεβαιότητας μεταξύ καπιταλισμού και κομμουνισμού, μεταξύ πολέμου και ειρήνης, που κράτησε από το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου μέχρι την οριστικοποίηση της ειρήνης και την τελική επανένωση της Γερμανίας το 1990. Εξετάζοντας λοιπόν την ψυχροπολεμική περίοδο μέσα από τη σκοπιά της καθημερινής ζωής των κατοίκων του Βερολίνου βρίσκουν ότι οι ίδιοι οι κάτοικοι έπαιξαν άθελά τους κάποιον ρόλο στη διαίρεση της πόλης τους.
Οι ανάγκες των Βερολινέζων για είδη πρώτης ανάγκης τούς οδήγησαν σε μια εκτεταμένη «μαύρη αγορά» για αναζήτηση τροφής. Οι συνεχείς μετακινήσεις ώθησαν τις αρχές κατοχής στον αυστηρότερο έλεγχο της πόλης και εμπόδισαν το «φιλοσοβιετικό» Ενιαίο Σοσιαλιστικό Κόμμα (SED) να αποκτήσει το πάνω χέρι στην οικονομία του ανατολικού τομέα του Βερολίνου και των περιοχών της χώρας που βρίσκονταν υπό σοβιετική κατοχή, αφού οι παραγωγοί έφερναν λαθραία τα προϊόντα τους στην πόλη για να τα ανταλλάξουν με ρευστό. Η νομισματική μεταρρύθμιση και η θέσπιση δύο νομισμάτων (δέκα ανατολικά μάρκα είχαν την αξία ενός δυτικού μάρκου) οδήγησαν τις σοβιετικές αρχές να στήσουν μπλόκα για να περιορίσουν την κυκλοφορία του δυτικού μάρκου στον σοβιετικό τομέα.
Η γρήγορη ισχυροποίηση του δυτικού μάρκου σε σχέση με το ανατολικό αντίστοιχο νόμισμα έδωσε την ευκαιρία στους κατοίκους του Δυτικού Βερολίνου να κάνουν προνομιακές αγορές στον ανατολικό τομέα της πόλης. Σίγουρα οι κάτοικοι του Δυτικού Βερολίνου υπέστησαν στερήσεις όταν αποκλείστηκε ο τομέας τους, αλλά τα βιομηχανικά και αγροτικά προϊόντα συνέχισαν να περνούν λαθραία στον δυτικό τομέα.
Οι Βερολινέζοι έπαιξαν –άθελά τους– σημαντικό ρόλο στον επίσημο διαχωρισμό της πόλης τους, παρότι επιθυμούσαν ενωμένη και την πόλη τους και τη χώρα τους. Φοβούμενοι τον εγκλωβισμό τους στη σοβιετική σφαίρα επιρροής, ψήφιζαν επανειλημμένα τα κόμματα της αντιπολίτευσης. Οι αντισοβιετικοί πολιτικοί του Βερολίνου, φοβούμενοι με τη σειρά τους ότι οι Σύμμαχοι θα τους «θυσίαζαν» στους Σοβιετικούς με αντάλλαγμα κάποια νομισματική μεταρρύθμιση ή άλλες οικονομικές ρυθμίσεις, ζητούσαν με επιμονή ο δυτικός τομέας να συναλλάσσεται αποκλειστικά με το δυτικό μάρκο, αρνούμενοι κάθε πληρωμή ή καταβολή μισθού σε ανατολικά μάρκα. Οι Σύμμαχοι τελικά συναίνεσαν στο μέτρο αυτό, κι έτσι επιτάθηκε ο διαχωρισμός της πόλης.(12)
* Ο Γιάννης Μπαζός είναι συγγραφέας
** Αναδημοσιεύεται από το τεύχος #26 του HotDoc.History που κυκλοφόρησε στις 26 Νοεμβρίου 2017. Διατηρούνται οι ιδιότητες των προσώπων όπως είχαν την εποχή της δημοσίευσης
Παραπομπές
- Gérard-François Dumont (Université de Paris-Sorbonne), «Le Mur de Berlin dans l’Histoire», Herodote.net
- «Enactment and Approved Papers of the Control Council and Coordinating Committee», Allied Control Authority, Germany 1945
- British Library Documents, Official publications
- Ιστοσελίδα της Καγκελαρίας – Βίλι Μπραντ
- Anne-Marie Le Gloannec, «Un mur à Berlin», p. 47
- Jean-François Soulet, «La “question allemande” et la désintégration de l’empire soviétique est-européen», Les Cahiers d’histoire immédiate, no 15, σελ. 259-274
- Rita Thalmann, article «Histoire de l’Allemagne, la République démocratique allemande», Encyclopædia Universalis
- Hertle, Hans-Hermann; Nooke, Maria (2009). «Die Todesopfer an der Berliner Mauer 1961–1989. Ein biographisches Handbuch», Berlin 2011, p. 15
- Niel Spitzer, Dividing a City, The Wilson Quarterly ;Vol 12, Summer 1988, p. 102 Ηφ. 212
- George Kennan, Foreign Affairs XXV (July 1947), «The Sources of Soviet Conduct», p. 566-582
- Pahl, Magnus. «Fremde Heere Ost: Hitlers militärische Feindaufklärung», Links Verlag 2013, p. 32
- Paul Steege, «Black Market, Cold War: Everyday life in Berlin, 1946-1949», Cambridge University Press (2007)
Διαβάστε επίσης:
10 Αυγούστου 1920: Συνθήκη των Σεβρών – Τι μερίδιο ζητούσε καθένας από τους νικητές
Χιροσίμα και Ναγκασάκι: Οι δύο βομβαρδισμοί που άλλαξαν τη σύγχρονη ιστορία
Ναζί κατά Ρομά: Το λησμονημένο «μελαψό» Ολοκαύτωμα
Tα σχόλια στο site έχουν απενεργοποιηθεί. Μπορείτε να σχολιάζετε μέσα από την επίσημη σελίδα στο Facebook
Σχόλια