«Τι γύρευε τέτοια ώρα στα Εξαρχεια;» - Ήθελε να ανασάνει

Ηθοποιοί και σκηνοθέτες κάνουν αναφορά στις προσωπικές τους σελίδες στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης στις 6 του Δεκέμβρη και τη δολοφονία του Αλέξανδρου Γρηγορόπουλου από τον ειδικό φρουρό Επαμεινώνδα Κορκονέα.

NewsRoom 06/12/2021 | 15:57

Χρύσα Κατσαρίνη, stand-up comedian

Ένα παιδί σκοτώθηκε, το σκότωσε μπάτσος

Το βράδυ της 6ης Δεκεμβρίου του 2008 ήμουν φοιτήτρια στην Θεσσαλονικη. Είχαμε αποφασίσει με την παρέα να πάμε σε ένα κρητικό γλέντι. Θυμάμαι να υπάρχουν τρεις τέσσερις τύποι που βαρούσαν μπαλοθιές. Ήταν η πρώτη φορά που ήρθα αντιμέτωπη με αυτό το έθιμο.

Πάντα με τρόμαζαν τα όπλα και δεν μπορούσα να καταλάβω από πού αντλούσαν τόση χαρά κάθε φορά που άκουγαν τον κρότο. Προσγειώθηκε ένα απομεινάρι σφαίρας στο τραπέζι μου και το κράτησα στα χέρια μου. Το χάζευα για λίγη ώρα. Σκεφτόμουν ότι σήμερα πυροβολούν για να εκφράσουν την χαρά τους. Τι περίεργος τρόπος να χρησιμοποιήσεις ένα όπλο.

Είχα πιει αρκετά για τα δικά μου δεδομένα εκείνο το βράδυ. Χόρευα ακατάπαυστα, γελούσα πολύ, χάζευα και έναν κρητικό που μου χαμογελούσε, όλα ήταν όμορφα.

Μέχρι που άρχισε ένα σούσουρο στα τραπέζια. Μια περίεργη ανησυχία. Την έβλεπες να απλώνεται τριγύρω και τις παρέες να σκοτεινιάζουν. Χτυπούσαν τα τηλέφωνα σχεδόν μαζικά. Άκουσα και το δικό μου.

«Ένα παιδί σκοτώθηκε. Το σκότωσε μπάτσος».

Βγήκαμε έξω τελείως μηχανικά, σχεδόν ασυνείδητα. Σαν ζόμπι. Δεν μπορούσαμε να επεξεργαστούμε την πληροφορία. Βγήκαμε στην Εγνατία και η πόλη καιγόταν. Και ήταν η μόνη λογική αντίδραση. Γιατί ένα παιδί σκοτώθηκε από σφαίρα μπάτσου.

Εκείνο το βράδυ ήταν το εφαλτήριο της κοινωνικοπολιτικής μου επαγρύπνησης. Της συνειδητοποίησης πως το μόνο που έχουμε είναι ο ένας τον άλλο.

Μιας συνειδητοποίησης που δεν πρόλαβε να διαμορφώσει ο Αλέξανδρος. Ίσως εκείνο το βράδυ να έπινε σφηνάκια που θα ήταν μπόμπα (γιατί ήταν 15 και δεν ήξερε να ξεχωρίζει τα καλά ποτά), ίσως να κάπνιζε ένα από τα πρώτα του τσιγάρα, από εκείνα τα αλήτικα της εφηβείας και ίσως εκείνο το βράδυ να βίωνε την πρώτη του ερωτική απογοήτευση.

Σήμερα θα ήταν 28. Θα είχε την επιλογή να φτιάξει ο ίδιος οποία ζωή ήθελε. Πολύ πιθανόν να βρισκόταν σήμερα με την παρέα του και να τους έλεγε την ιστορία που τέτοια μέρα πριν από χρόνια τον τραμπούκιζε ένας μπάτσος.

Όμως η σφαίρα που βρήκε τον Αλέξανδρο δεν ήταν αβολίδωτη, δεν στόχευε στον ουρανό και δεν ήταν στο πλαίσιο μιας ηλίθιας εκδήλωσης χαράς, όπως στο κρητικό γλέντι που προανέφερα.

Ήταν μια σφαίρα που στόχευε καρδιά. Από τα χέρια της εξουσίας.

Από το χέρι του ανθρώπου που υποτίθεται ότι θα τον προστάτευε. Τον πυροβόλησε γιατί «τι δουλειά είχε το 15άχρονο στα Εξάρχεια;» και έτσι ένα όργανο της τάξης αποφάσισε ότι το 15άχρονο δεν θα πήγαινε πουθενά αλλού.

Αλέξανδρε, λυπάμαι που δεν σου δόθηκε η ευκαιρία να επιλέξεις πού θα πας και ποιο δρόμο θα διαλέξεις. Σε ευχαριστούμε που μας ξύπνησες.

Δημήτρης Σπύρου, καλλιτεχνικός διευθυντής Φεστιβάλ Ολυμπίας – σκηνοθέτης

Ο χρόνος πάγωσε το 200

«Ρε σεις, με χτύπησαν!»

Και το δεκαπεντάχρονο αγόρι έπεσε στο έδαφος νεκρό.

Θα ήταν σήμερα 28 ετών. Αλλά ο χρόνος πάγωσε το 2008.

Ζει στη μνήμη μας, με το αθώο του πρόσωπο και το βλέμμα του που κοίταζε στο μέλλον.

Χάρης Τζωρτζάκης, ηθοποιός

Στη Μεσολογγίου εκεί όπου είναι χτισμένη πλέον μια ακόμη πολυκατοικία ήταν κάποτε μια μικρή αλάνα. Και η Μεσολογγίου κάπως ανέπνεε. Μαζί της αναπνέαμε κι εμείς. Μπύρες από το παρακείμενο ψιλικατζίδικο, άραγμα στο πεζούλι της αλάνας και ένα τσιγάρο από αυτά που γυρίζουν. Αν θα μπορούσαμε να ήμασταν αλλού; Όχι, δεν θα μπορούσαμε. Δεν μας άρεσαν τα μπουζούκια ούτε τα κλαμπ ούτε τα ρεμπετάδικα ούτε καν τα τσιπουράδικα. Μας αρκούσε το πεζούλι της αλάνας της οδού Μεσολογγίου. Ένα ετερόκλητο πλήθος νεολαίων αποτελούμενο από μικρές παρέες συχνά ανταγωνιστικές μεταξύ τους που για κάποιο περίεργο λόγο βρισκόμασταν σχεδόν κάθε βράδυ εκεί. Συχνά σκέφτομαι την ερώτηση «τι γύρευε τέτοια ώρα στα Εξαρχεια;». Οι περισσότεροι νευριάζουν με την ερώτηση αλλά όσο τα χρόνια περνούν όλο και πιο πολύ πιστεύω ότι η συγκεκριμένη ερώτηση είναι η πιο εύστοχη, η πιο καίρια ερώτηση. Και απάντηση είναι μία. Ήθελε να ανασάνει. Το ίδιο που θέλαμε κι εμείς. Ανάσα ελευθερίας.

Την ανάσα μας ήθελαν να σκοτώσουν.

6/12/2008 Αλέξανδρος Γρηγορόπουλος. Ημέρα μνήμης.

Όλγα Νικολαΐδου, ηθοποιός

«Του σήκωσα την μπλούζα. Αιμορραγούσε». Μιλάει το παιδί που ήταν δίπλα στον Αλέξη.

«Δεν έχει σφυγμό!» – το αγόρι δίπλα στον Αλέξη ουρλιάζει. Σκυμμένο πάνω του, παίρνει τον πρώτο άνθρωπο που σκέφτεται στο τηλέφωνο. Τη μάνα μιας φίλης του, που είναι δικηγόρος. Οι αστυνομικοί στο βάθος, δύο σκιές που φεύγουν. Η δικηγόρος είναι η κυρία Χρύσα Πετσιμέρη. Τον Αλέξη τον ξέρει από παιδί. Μπαίνει στον Ευαγγελισμό σε κατάσταση αλλοφροσύνης. «Φέραν ένα παιδί σκοτωμένο εδώ. Πού είναι;». Σχεδόν αδιάφορα κάποιος της δείχνει στο βάθος. Στα κρεβάτια των ασθενών ο Αλέξης μόνος του, κάτωχρος. Ούτε γιατρός ούτε κανείς. Η μπλούζα σηκωμένη. Μια γάζα στην καρδιά.

Στον Ευαγγελισμό, τον Αλέξη τον παρέλαβαν οι νοσηλεύτριες σαν «άγνωστο». «Με το τραύμα που είχε, δεν μπορούσε να είχε σωθεί» λέει μια νοσηλεύτρια. Η κοινωνική υπηρεσία άδειασε τις τσέπες του παιδιού. Μια ταυτότητα με ημερομηνία γέννησης 25 Ιουνίου 1993, κι ένα κινητό. Η πρώτη καταχώριση έγραφε «μαμά». Η κοινωνική λειτουργός πάτησε το πλήκτρο κλήσης. Στο Ψυχικό, η μητέρα του Αλέξη άκουγε το κινητό της να χτυπά από το κινητό του γιου της, και μετά μια ξένη φωνή: «Ο γιος σας χτύπησε. Πάρτε μια φίλη σας κι ελάτε».

«Μια αξιοπρεπέστατη κυρία, δεν μπορείτε να φανταστείτε». Ετσι λέει η νοσοκόμα που οδήγησε τη μάνα στην αίθουσα των γιατρών. Ενας αστυνομικός από το Ανθρωποκτονιών με πολιτικά καθισμένος σ’ ένα τραπέζι. Δίπλα η μάνα, και μια φίλη της να την κρατάει. Η κυρία Χρύσα, η δικηγόρος, μπαίνει στην αίθουσα, πάει να της μιλήσει. Η μάνα την κοιτάει. «Πες μου. Τι έκανε το παιδί μου και το σκοτώσανε;». «Τι να της απαντήσω;»

Το παραπάνω κείμενο της Μαρίλης Μαργωμένου, δημοσιευμένο στην «Καθημερινή». Το είχα κρατήσει και προσπαθούσα διαβάζοντάς το να «ανασυνθέσω» εκείνο το βράδυ.

Εκείνο το βράδυ, ήμουν μαζί με μια πολύ καλή φίλη στο Μεταξουργείο. Κοντά στην σχολή μας, στην Σχολή Θεάτρου «Δήλος». Καθόμασταν έξω και συζητάγαμε για κάποιον ρόλο, αν θυμάμαι καλά, ίσως και να διαφωνούσαμε για τον τρόπο που προσεγγίζεται ένας ρόλος. Κάποια στιγμή μας πλησιάζει μια κοπέλα, πρωτοετής της Σχολής μας –εμείς ήδη είχαμε αποφοιτήσει – και αρχίζει να μας λέει σε κατάσταση σοκ, κάτι ακατάληπτα: «Σκοτώσανε ένα παιδί στα Εξάρχεια. Ένα παιδί 15 χρονών. Στα καλά καθούμενα. Η Αστυνομία το σκότωσε».

Της είπαμε να ηρεμήσει, ότι μάλλον δεν έχει καταλάβει καλά, δεν γίνονται αυτά…

Κι όμως έγιναν.

Αυτό που δεν γίνεται, είναι να το ξεχάσουμε, όσα χρόνια κι αν περάσουν.