Θέατρο Εμπρός: «Η κυβέρνηση αποφασίζει ποια τραγούδια θα καταδικάσει, ποια συνάντηση θα αποτρέψει»

Το Ελεύθερο Αυτοδιαχειριζόμενο Θέατρο Εμπρός θύμα της επικοινωνιακής πολιτικής του υπουργού… Δημόσιας Τάξης.

Ηλέκτρα Ζαργάνη 28/05/2021 | 17:41

Άλλη μια «θεαματική» καταδρομή των επίλεκτων σωμάτων του Μιχάλη Χρυσοχοΐδη διέδωσε την αίσθηση της κυριαρχίας του νόμου –όπως τον παράγουν στρεβλώνοντάς τον και τον εφαρμόζουν τα πειθήνια εκτελεστικά όργανα της ελίτ– και της ανυποχώρητης στάσης απέναντι σε συλλογικότητες που επιμένουν να αντιστέκονται στη μονοφωνία και τη μονωδία.

Ανακουφισμένος ο αγωνιών κόσμος άκουσε την είδηση πως το Ελεύθερο Αυτοδιαχειριζόμενο Θέατρο Εμπρός εκκενώθηκε από αστυνομική δύναμη παρουσία εκπροσώπων της Εταιρείας Ακινήτων του Δημοσίου στην οποία ανήκει, ώστε να στερέψει από καλλιτεχνική και συλλογική πνοή το ιστορικό κτίριο του πρώτου τυπογραφείου της Ελλάδας –χαρακτηρισμένο ως σύγχρονο μνημείο– και να μείνει άλλο ένα αστικό κουφάρι, πιθανή πηγή μελλοντικού κέρδους.

Η ηθοποιός και σκηνοθέτρια Μάνια Παπαδημητρίου και ο ηθοποιός Όμηρος Πουλάκης γράφουν στο Documento για την εκκένωση ενός χώρου στο κέντρο της Αθήνας όπου η ζωή γινόταν τέχνη και η τέχνη ζωή. Και αυτό ενοχλεί.

Όμηρος Πουλάκης: Χτύπημα στην ετεροτοπία

Ελεύθερο Θέατρο Εμπρός υπήρξε επί τουλάχιστον μια δεκαετία θύλακας οξυγόνου με διακυμάνσεις, προβλήματα, όνειρα, πραγματώσεις καλλιτεχνικές, κοινωνικές και πολιτικές και αξιοζήλευτη ανοιχτότητα σε φωνές που καταδικάζονται αδίκως στη σιωπή από μια αντίληψη που επικροτεί την πλήρη, οριστική και ισοπεδωτική εμπορευματοποίηση των τεχνών.

Πρόσφερε πολλά και έδωσε στη συνολική καλλιτεχνική κοινότητα ένα παράδειγμα διαφορετικό ως προς τον τρόπο λειτουργίας μιας θεατρικής σκηνής. Στα σπλάχνα του άνθησαν άνθρωποι και αισθητικά ρεύματα, σμιλεύτηκε μια αλληλέγγυα λογική, στηρίχτηκαν ετερότητες που πλούτισαν τον διάλογο, συλλέχθηκαν και διανεμήθηκαν αγαθά σε κοινωνικές ομάδες που βίωναν τη συμπίεση.

Η εκκένωση και το τσιμέντωμα του θεάτρου Εμπρός δεν αποτυπώνουν σε καμία περίπτωση την αποφασιστικότητα απέναντι στην ανομία αλλά αντίθετα σηματοδοτούν την αδυναμία να υπάρξει διάκριση ανάμεσα στο μείζον και το έλασσον, το θετικό και το αρνητικό, το κοινωνικά ωφέλιμο και το κοινωνικά επιζήμιο, το ελεύθερο και το ασύδοτο, το συνετό και το καταδυναστευτικό. Υστερα από μια δεκαετία δύσκολη και επώδυνη (στη διάρκεια της οποίας έγιναν ερείπια τα περισσότερα από όσα συγκροτούσαν την κοινωνική συνοχή και απειλήθηκε βάναυσα η δυνατότητα των ανθρώπων να επιβιώνουν στοιχειωδώς) το να εκδιώχνεται η ζωή από εγκαταλειμμένα κτίρια (επειδή συλλογικότητες τόλμησαν να ονειρευτούν και να πράξουν μια ετεροτοπία ανθοφορούσα μέσα στην ερειπωμένη τους σάρκα) είναι βία.

Και η κυβέρνηση οφείλει να αναιρέσει αυτήν τη βία αν δεν θέλει να μοιάζει όλο και πιο πολύ με μια ύπαρξη φοβισμένη και εχθρική, η οποία κρυφοκοιτάζει τον δρόμο από τις γρίλιες ενός κλειστού παραθύρου και αποφασίζει ποιο χαμόγελο θα καταγγείλει, ποιο φιλί θα απαγορεύσει, ποια τραγούδια θα καταδικάσει, ποια συνάντηση θα αποτρέψει.

Μάνια Παπαδημητρίου: Ο ενταφιασμός της ιστορικής μνήμης

Βρέθηκα στο θέατρο Εμπρός πολλές φορές από τότε που έγινε αυτοδιαχειριζόμενο στέκι. Ως θεατής, ως συζητήτρια, ως ομιλήτρια και τέσσερις φορές ως ηθοποιός και σκηνοθέτρια. Κάθε φορά που βρέθηκα εκεί η εμπειρία μου ήταν πάρα πολύ ενδιαφέρουσα. Ως σκηνοθέτρια είχα απόλυτη στήριξη σε τεχνικά μέσα και σε δυνατότητες, παρά το γεγονός ότι δεν υπήρχε οικονομική άνεση.

Υπήρχε όμως η απαραίτητη βάση αγάπης του αντικειμένου και γνώσης εκ μέρους των διοργανωτών του για το τι είναι απαραίτητο για να έχουμε επαγγελματικό επίπεδο παράστασης. Κάτι που σε πολλούς οργανωμένους –υποτίθεται– χώρους πολύ συχνά δεν βρίσκεις. Ως θεατής είχα πάντα την αίσθηση πως θα δω κάτι ξεχωριστό, κάτι που δεν μπορώ να δω πουθενά αλλού στην πόλη. Ως συζητήτρια ή ομιλήτρια είχα την αίσθηση ότι παίρνω μέρος σε ημερίδες οι οποίες είναι εξαιρετικά ενδιαφέρουσες και (επίσης) δεν θα μπορούσαν να γίνουν αλλού.

Μόνο θετικά έχω να θυμάμαι από τον χώρο αυτό και κάθε διοργάνωσή του. Και όλα αυτά χωρίς να μας ζητηθεί ποτέ να πληρώσουμε τίποτε και πάντα με το αίσθημα ότι είμαστε αλληλέγγυοι. Ο γνώμονας ήταν κάποιος κοινωνικός σκοπός, αλλά χωρίς ποτέ να υποτιμάται το καλλιτεχνικό αποτέλεσμα που έπρεπε να βγει. Δηλαδή ήταν ένας χώρος όπου η τέχνη και η σημασία της ως πολιτικής πράξης μπορούσαν να συνυπάρχουν ως οφείλουν πάντα. Η έννοια της arte povera υπηρετείτο στην πιο καλή και αισθητικά υψηλή της εκδοχή.

Το σφράγισμα του χώρου σε μια στιγμή που ο κόσμος έχει την ανάγκη του διαλόγου της τέχνης με την κοινωνία είναι κάτι περισσότερο από πράξη καλλιτεχνικής φίμωσης. Είναι συνειδητό ξερίζωμα κάθε πιθανότητας να υπάρξει πολιτική πράξη διαμέσου της τέχνης. Είναι πράξη καθαρής λογοκρισίας, ενταφιασμός.

Ενταφιασμός τόσο της ιστορικής μνήμης του χώρου –η οποία είναι σημαντική από την εποχή του θεατρικού οργανισμού του Εμπρός με τους Τάσο Μπαντή, Ράνια Οικονομίδου, Δημήτρη Καταλειφό και άλλους σημαντικότατους καλλιτέχνες– όσο και του κόπου, της προσπάθειας και της αγωνίας όλων των μετέπειτα γενιών από την κίνηση Μαβίλη έως το αυτοδιαχειριζόμενο Εμπρός μέχρι χθες να κρατήσουν τον χώρο ελεύθερο και ανοιχτό στα όνειρα όλων των νέων καλλιτεχνών και σκεπτόμενων ανθρώπων και προσβάσιμο και φιλικό σε κάθε κοινότητα και ομάδα.