Θάνος Αλεξανδρής: «Δεν θέλω δόξες, δεν θέλω συνεντεύξεις, θέλω απλά να αναφέρεται το όνομα μου».

Απόψε έχει την τηλεοπτική πρεμιέρα του το σήριαλ «Αυτή η νύχτα μένει». Ο συγγραφέας Θάνος Αλεξανδρής συνάντησε τον Αντώνη Μποσκοΐτη και του έδωσε μία εκ βαθέων συνέντευξη.

Όταν πρωτοήρθε στην Αθήνα για να σπουδάσει θέατρο, στις αρχές του 1970, ο νεαρός Θάνος Αλεξανδρής δεν αναζήτησε το τηλέφωνο της Αλίκης Βουγιουκλάκη, αλλά αυτό της Λούλας Αναγνωστάκη. Της χτύπησε μια ωραία μέρα την πόρτα, εκείνη του άνοιξε, έπαιξε μπροστά της έναν ολόκληρο δικό της μονόλογο και μετά τη χαιρέτισε κι έφυγε. Το πώς αυτός ο νέος έμπλεξε με τα σκυλάδικα β’ διαλογής της επαρχίας, κάνοντας τον «αρχηγό» στα μπαλέτα και ενίοτε τον τραγουδιστή, είναι κάτι που ανάγεται στη σφαίρα του σουρεαλισμού. Ή όχι και τόσο, αν υποτεθεί πως οι εμπειρίες του από τη νύχτα καταγράφηκαν σ’ ένα βιβλίο, το οποίο έγινε ταινία, μετά θεατρικό έργο και τώρα κάνει πρεμιέρα ως τηλεοπτικό σήριαλ.. Ήταν μια καλή αφορμή να συναντηθώ και να συνομιλήσω μ’ έναν άνθρωπο χειμαρρώδη στο λόγο του, που δεν θεωρεί τον εαυτό του συγγραφέα, μα και που θέλει να αναγνωρίζεται το όνομα του εφόσον έχει δουλέψει και σκληρά μάλιστα. Το «Αυτή η νύχτα μένει» που έγινε και τραγούδι – ορόσημο από τον Σταμάτη Κραουνάκη, θα αρχίσει να προβάλλεται από απόψε στο κανάλι του Alpha. Ο δημιουργός του, πάντως, μοιάζει να’χει αφήσει πίσω του μια βαριά κατάθλιψη και να περνάει την προσωπική του Αναγέννηση.
Πριν αρχίσουμε, θέλω να σου πω ότι είμαι πολύ συγκινημένος γιατί έχω να έρθω πάνω από 30 τόσα χρόνια στην ευλογημένη πλατεία Βικτωρίας. Εδώ, επειδή ήταν κοντά τα καλλιτεχνικά γραφεία, δίναμε ραντεβού οι χορευτές και οι τραγουδίστριες κι ήταν πολύ εύκολο για τους μαγαζάτορες να προσλαμβάνουν κόσμο. Ερχόντουσαν οι τραγουδίστριες με σούπερ μίνι, πάντα μεσημέρι, κι αυτοί είχαν έτοιμες τις προκαταβολές. Καθόμασταν, πίναμε καφέδες και ουίσκια, εγώ έπαιρνα τις προκαταβολές και φεύγαμε. Ήμουν υπεύθυνος του μπαλέτου, αφού όμως μας είχε κλείσει τη δουλειά ο ατζέντης. Δεν χόρευα, αλλά τραγουδούσα και μη νομίζεις ότι ήταν εύκολη δουλειά.
Μόλις μου μεταφέρατε μια ωραία εικόνα, όχι μόνο για την πλατεία που καθόμαστε, αλλά και για το τι γινόταν τότε στη νύχτα.
Μιλάω για τη δεκαετία του ’80, όταν είχα τελειώσει με την παράσταση «Οιδίπους Τύραννος» από Χατζίσκο – Νικηφοράκη με Σπύρο Μπιμπίλα, Τάκη Τζαμαργιά, Κοραή Δαμάτη, Αντώνη Αντύπα κ.α. Ήταν η τελευταία μου δουλειά στο θέατρο, κάναμε μια περιοδεία, αλλά δεν ήταν πολύ καλά τα πράγματα. Έτσι άρχισα τα μπουζούκια.
Το περιμένατε ότι το βιβλίο «Αυτή η νύχτα μένει» θα γινόταν σήριαλ;
Εγώ θυμάμαι να’μαι σ’ ένα βαρύ εντεχνοσκυλάδικο στη Θεσσαλονίκη και να πηγαίνω στο φεστιβάλ κινηματογράφου, όπου θα βραβευόταν ο Γιώργος Νινιός στο ξεκίνημα του. Είχα πάει μόνος μου στα χαμένα και θαμπώθηκα απ’ τη μαγεία του φεστιβάλ. Εκεί είπα απλά «Θα ξανάρθω, το βιβλίο μου θα’χει γίνει ταινία και θα βραβευτεί». Επειδή δούλευα με τη Μαλβίνα και της έδινα ανταποκρίσεις, είχα ενθουσιαστεί και το έλεγα στους φίλους μου. Τους φαίνονταν περίεργο. Δύο πράγματα έλεγα: «Θεέ μου, κάνε να γίνει ταινία που θα τη σκηνοθετήσει ο Αλμοδόβαρ και μουσική θα γράψει ο Κραουνάκης». Από τότε μέχρι σήμερα με το σήριαλ, πιστεύω ότι δικαιώνομαι. Υπάρχει μια έντονη αποδοχή που δεν υπήρχε τότε με την ταινία.
Η ταινία δηλαδή ήταν εντός ενός πιο κλειστού αρτίστικου κυκλώματος;
Όχι, αναφέρομαι στην τάση που υπήρχε να οικειοποιηθούν οι άλλοι τη δουλειά σου. Η Μαξίμου και ο Κουρής, ας πούμε, οι πρωταγωνιστές, ποτέ δεν ανάφεραν το όνομα μου. Οι δημοσιογράφοι, αντιθέτως, με τιμούσαν και μου κάνανε αφιερώματα. Ήθελα να τους πιάσω και να τους πω: «Συγγνώμη, ξέρετε που βασίστηκε αυτή η ταινία και κάνατε μεγάλη καριέρα; Εάν δεν είχα κάνει εγώ την κονσομασιόν ή αν δεν είχα μείνει 12 χρόνια στα σκυλάδικα, ναι μεν είστε αξιόλογοι και ταλαντούχοι εσείς, η ταινία όμως ”Αυτή η νύχτα μένει” δεν θα γινόταν ποτέ. Θα μπορούσατε να είχατε κάνει μια μεγάλη καριέρα, όπως θα μπορούσατε να μην είχατε κάνει και τίποτα».
Την ταινία δηλαδή την καρπώθηκε αποκλειστικά ο auteur Παναγιωτόπουλος;
Εγώ ήξερα ότι εν αρχή ην ο λόγος. Αυτό το «η ταινία είναι του Παναγιωτόπουλου», μπορεί να με σκοτώσει. Τέλος πάντων…Εγώ υπέγραφα και σαν σεναριογράφος, είχα υποχρεωθεί σε φίλες μου τραγουδίστριες για τα κοστούμια και επίσης είχα βρει το χώρο στην Τρούμπα. Ο Κραουνάκης είχε φέρει μόνο τη Χαρά Πομώνη και τη Δήμητρα Παπίου, τους άλλους όμως, από την Άννα Βασιλείου και την Παλόμα, μέχρι τον χορευτή οριεντάλ, εγώ τους είχα κλείσει. Αν αυτό δεν ήταν δόσιμο ολοκληρωτικό από μεριάς μου, τι ήτανε; Είναι η εποχή που έχει πάθει αλτσχάιμερ ο πατέρας μου κι έχω παρατήσει τα πάντα. Αποφάσισα να αφήσω το Μαρούσι και να εγκατασταθώ στην Αρτάκη. Μου τηλεφωνεί ο Παναγιωτόπουλος για να ανέβω στο φεστιβάλ με τα έξοδα όλα καλυμμένα. Η απονομή θα γινόταν σε ζωντανή μετάδοση. Η μάνα μου περίμενε όλο αγωνία. Μου λέει η γυναίκα του Παναγιωτόπουλου: «Επειδή δεν είναι εδώ ο Νίκος, να είσαι έτοιμος να ανέβεις να παραλάβεις το βραβείο σεναρίου και να μιλήσεις». Πράγματι, έχω γράψει λόγο, που θα τον αφιέρωνα στον Ντίνο Χριστιανόπουλο και στη μάνα μου, η οποία με ήθελε δικηγόρο κι εγώ αναζήτησα αλλού τ’ όνειρο. Τελικά, παίρνουν όλοι βραβείο, ανέβηκε ο καθένας για να το παραλάβει και καμία αναφορά στον Θάνο Αλεξανδρή! Ανεβαίνει και η Μαριάννα Σπανουδάκη, η γυναίκα του Παναγιωτόπουλου, όπου δεν κάνει πάλι καμία αναφορά! Το είδε η μάνα μου από την τηλεόραση και μου τηλεφώνησε στο ξενοδοχείο: «Πάλι, ρε αγόρι μου, σε κορόιδεψαν;» Βγήκα κλαμένος απ’ την αίθουσα, ξέσπασα σε λυγμούς ενώ έβρεχε κιόλας και ένιωσα μια περίεργη απομόνωση. Έξω ήταν ένας πλανόδιος βιβλιοπώλης και θυμάμαι να παίρνω το βιβλίο του Νικόλα Άσιμου. Μετά πήγα σ’ ένα σκυλάδικο, σούρωσα κι ενώ ήταν να φύγω την επόμενη τ’ απόγευμα, τηλεφώνησα στο ταξιδιωτικό γραφείο και άλλαξα σε πρωινή την πτήση. Φεύγοντας, είπα «Ρε πούστηδες, θα ξανάρθω εγώ εδώ όχι ως συγγραφέας, ούτε ως ηθοποιός». Κάτι ετοιμάζω, τέλος πάντων.
Άρα σωστά λέτε ότι τώρα με το σήριαλ δικαιώνεστε.
Υπάρχει και μια αγαπησιάρικη διάθεση απ’ τον ALPHA. Όταν πήγα, με αγκάλιασαν του στυλ «Θάνο, σ’ αγαπάμε, σε ξέρουμε χρόνια και αγαπάμε το βιβλίο σου». Πέραν του ότι με προωθούν, που αυτό δεν είναι το πρόβλημα μου, λένε ότι «το έργο είναι του Θάνου Αλεξανδρή». Κάποιοι χαρακτήρισαν «λεύκωμα» το βιβλίο μου, δεν είναι όμως λεύκωμα. Πρόκειται για ένα λογοτεχνικό έργο, που σύμφωνα με την κριτική της Μαλβίνας, είναι η πιο εμπεριστατωμένη κοινωνιολογική έρευνα στον ευρύ χώρο που λέγεται σκυλάδικο.
Πως σας ηχεί η λέξη «σκυλάδικο»;
Αν ξανάκανα κάτι, σκυλάδικο θα το χαρακτήριζα. Μ’ αρέσει αυτή η λέξη. Είναι υπέροχο το σκυλάδικο.
Ο Πουλικάκος πάντως λέει πως μεγαλύτερη αξία έχουν τα ορίτζιναλ «σκυλιά» παρά οι έντεχνοι «κλαψομούνηδες».
Τον αγαπώ τον Πουλικάκο και ένας απ’ τους πρώτους δίσκους που αγόρασα φοιτητής ήταν το «Μεταφοραί – εκδρομαί ο Μήτσος». Όταν πρωτοδούλεψα με τον Γιώργο Μαρίνο, με είχε στείλει να αγοράσω τάχα μου σατιρικούς δίσκους. Τα «σκυλιά» δεν είναι μόνο πιο ορίτζιναλ απλά. Γνώρισα γκαρσόνια, προστάτες, που με εκτίμησαν και πέρασα υπέροχα κοντά τους. Υπήρχε μια οργάνωση, ιεραρχία και ντομπροσύνη. Το σοκ το έπαθα, όταν τελείωσα με τα σκυλάδικα και η Μαλβίνα με έβαλε μέσα στα media. Φτήνια, μιζέρια, ημιμάθεια, τσιγκουνιά…Και ο χώρος του σκυλάδικου, ξέρεις, είναι πολύ γενναιόδωρος στα αισθήματα, στην αγάπη, στον έρωτα. Παρόλο που τα κορίτσια έχουν υποστεί κανιβαλισμό, έχουν γευθεί την ηδονή και τον έρωτα για δέκα ζωές. Νομίζω πως για τα κορίτσια της νύχτας ισχύει η ατάκα που έχει πει ο θεός ο Ηλίας Πετρόπουλος: «Την ηδονή τη γεύεσαι, δεν την αντιγράφεις σαν τα τσιτάτα του Μαρξ».
Υπάρχει βέβαια και μιαν άλλη άποψη που λέει πως το σκυλάδικο ναι μεν λατρεύτηκε από το κοινό, ακόμη σνομπάρεται όμως απ’ τους διανοούμενους.
Αλήθεια, ε; Νόμιζα πως έχουν εκλείψει αυτοί οι διαχωρισμοί.
Ίσως έχουν συρρικνωθεί, αλλά εξακολουθούν να υφίστανται.
Του Χατζιδάκι, όμως, θα του άρεσε αυτό που κάνετε εσείς, τη μια να γράφετε για τη Φλέρυ Νταντωνάκη και την άλλη για τη Φωτεινή Μαυράκη ή για τον λατρεμένο Κώστα Καφάση. Και οι άνθρωποι που αγαπήσαμε ήταν ο Χατζιδάκις και ο Χριστιανόπουλος, μ’ αυτούς μεγαλώσαμε. Εγώ πιστεύω ότι το σκυλάδικο έχει περάσει πια στη σφαίρα του μύθου.
Ίσως επειδή δεν υπάρχει πλέον, όπως το ζήσατε εσείς.
Ακριβώς. Κοιτάξτε τι γίνεται με τους διανοούμενους: Όταν εγώ ξεκινούσα, οι φίλοι μου από τη Νομική μέχρι το Θέατρο Τέχνης, όχι απλά το διαπόμπευαν το σκυλάδικο, αλλά έλεγαν για μένα «Κάτι θα έπαθε αυτός»…Ήταν σαν τους έλεγα ότι δούλευα σε οίκο ανοχής. Ήταν όπως με το ρεμπέτικο, που αν δεν το παραλάμβανε ο Μάνος Χατζιδάκις, θα παρέμενε στο περιθώριο σαν ένα ευτελές είδος διασκέδασης. Λέγανε όλοι τότε πως τα σκυλάδικα απευθύνονται σε βλαμμένους, ημιμαθείς και γενικά σε προβληματικά άτομα. Συν τω χρόνω, όμως, οι διανοούμενοι άρχισαν να το
αποθεώνουν.
Ας θυμηθούμε την αποθέωση, π.χ., του Κώστα Ζουράρι για την Κατερίνα Στανίση.
Όπως και ένα μαγικό κείμενο του Παπαγιώργη. Σιγά – σιγά άρχισαν να το αποδέχονται οι διανοούμενοι σε αντίθεση με τον κόσμο, το λαϊκό ένστικτο δηλαδή, που το αποδέχτηκε τη στιγμή που
δημιουργούταν. Τα ίδια δεν έγιναν και με το ελληνικό σινεμά; Σε λίγο θα αποθεώσουν και τον Στάθη Ψάλτη, θα το δεις αυτό! Ήδη βλέπω αφιερώματα στον Ψάλτη και στον Τσάκωνα. Και τον Λευτέρη Πανταζή ακόμη, που’ναι χρυσό παιδί, βλέπω να τον αποδέχονται οι διανοούμενοι σήμερα. Σημειωτέον, όταν την Άντζελα Δημητρίου την κανιβάλιζαν όλοι, εγώ την υμνούσα στα κείμενα μου. Όταν μιλάς με την Άντζελα, με τη Στανίση και μ’ όλα αυτά τα κορίτσια, δεν μπορείς να ρωτάς αν ο Καζαντζάκης είναι ποιητής. Τι σε νοιάζει, ρε μαλάκα; Η Άντζελα και η Κατερίνα σου έχουν μιλήσει ποτέ για όσα πέρασαν στα μπουζούκια β’ διαλογής; Ούτε το νεσεσέρ με τα καλλυντικά δεν θα καταδέχονταν η Άντζελα να της κρατάνε όλοι αυτοί.
Τώρα μου θυμίζετε την περιβόητη ατάκα της Άντζελας σ’ έναν σνομπ δημοσιογράφο. Την πλησίασε με τουπέ και αυτή του είπε απλά: «Πφφ, βρωμάς ανωνυμία».
(γελάει πολύ) Αυτό δεν είναι λογοτεχνία κανονική; Θυμάμαι έναν γελοίο που είχε ρωτήσει μιαν άλλη τραγουδίστρια: «Όταν η λήγουσα είναι μακρά, η παραλήγουσα τι κάνει;» κι αυτή απάντησε: «Βρε αγόρι μου, που να ξέρω εγώ, που απ’ τα 15 μου είμαι στο εργοστάσιο και στο τραγούδι;» Να σου πει αυτή, ρε αστοιχείωτε, για τα καψούρια, να σου πει για τον άλλον που πήρε όλο το μισθό του και τον έριξε στα πόδια της!
Τα τραγούδια του Ζαγοραίου και του Καφάση, θα λέγαμε ότι ήταν τα σκυλάδικα του ’60 και του ’70;
Εννοείται, πάντα περιθωριακοί ήταν όλοι αυτοί. Τον Ζαγοραίο ειδικά προς το τέλος τον ανακάλυψαν. Εγώ, έχε υπόψιν, ξεκίνησα ως τραγουδιστής με ρεπερτόριο Γιώργου Χατζηνάσιου. Έφαγα το κράξιμο της ζωής μου και το γύρισα στα λαϊκά σουξέ. Κατάλαβα ότι για να επιβιώσω έπρεπε να γίνω ένα με την ξεφτίλα που όμως την αγαπούσα. Άρχισα να λέω τραγούδια, που τα έκανα σουξέ, όπως το «Τι πουρό, τι καγκουρό» της Ελένης Ροδά. Το μισό μου σπίτι απ’ αυτό το τραγούδι το πήρα! Παράλληλα, έκανα και το «Καμπαρέ» της Μινέλι με ελληνικούς στίχους, για να το έπαιζα και λίγο ποιοτικός.
Είναι εύκολη η μεταφορά του βιβλίου σας στην τηλεόραση;
Νομίζω πως είναι εύκολη, γιατί το team των σεναριογράφων είναι δυναμικό και πολύ έμπειρο. Θα υπάρχει βέβαια μια μυθοπλασία, θα γραφούν ίντριγκες. Εγώ κρατώ τα δικαιώματα μου και θα έχω έναν συμβουλευτικό χαρακτήρα. Η Κανελλοπούλου και ο Μακρής είναι καταπληκτικοί σεναριογράφοι, όπως και η σκηνοθέτις Κατερίνα Φιλιώτου είναι καταπληκτική. Το πήρε με μεγάλη αγάπη ο ALPHA! Το πιστεύουν πολύ! Να μην ξεχάσω να πω ότι είμαι πολύ ευχαριστημένος με τη νέα έκδοση του βιβλίου από τον «Κάκτο». Βγαίνει εμπλουτισμένο με νέες ιστορίες. Απ’ όσο ξέρω, θα γυριστούν πάνω από 100 επεισόδια, άρα θα χρειαστεί κι άλλη μυθοπλασία. Μέχρι στιγμής όλα είναι πολύ αρμονικά.
Η αλήθεια είναι πως το όνομα σας στο τρέιλερ, που προβάλλεται, είναι πρώτο – πρώτο.
Δεν θέλω δόξες, δεν θέλω συνεντεύξεις, θέλω απλά να αναφέρεται το όνομα μου. Σαν να έχω περάσει ένα εφετείο και δικαιώνομαι. Το λέω και συγκινούμαι.
Πόσο σας ανέβασε ψυχολογικά όλη αυτή η ιστορία;
Πάρα πολύ. Για 14 χρόνια απομονώθηκα συνειδητά. Χάνω τον πατέρα μου, χάνω τον αδερφό μου, χάνω τη μητέρα μου το ’14 κι εκεί τρελαίνομαι. Έλεγα «Παναγία μου, ας γίνει κάτι να φύγω κι εγώ». Ευτυχώς έχω κι έναν αδερφό που με υπεραγαπά. Εγώ πιστεύω πως έπρεπε να υπάρχει νόμος που να θεωρείται αδίκημα η αμέλεια και η αδιαφορία απέναντι στη μάνα. Ξέρεις πόσο ζηλεύω όταν βλέπω αγόρια να κρατάνε το χέρι της μάνας τους; Τη δικιά μου την έχασα στα 91, αλλά για μένα ήταν εικοσάχρονη. Ήξερε απ’ έξω τα κινητά μας και τα ΦΠΑ μας. Όλα τα ήξερε! «Λωξάντρα», μικρασιάτισσα…Όταν την έχασα, άρχισα να νιώθω ενοχές, ότι την αφήσαμε και έφυγε. Μισούσα πάντα το καλοκαίρι, αλλά μετά απ’ αυτό που μας βρήκε Αύγουστο, το μίσησα πιο πολύ. Ακολούθησε μια μεγάλη καταθλιψάρα, ώσπου το ’16 μου τηλεφώνησε η Κίρκη Καραλή: «Άσε τις μαλακίες και πάμε να κάνουμε θέατρο το ”Αυτή η νύχτα μένει”». Το κάναμε στα τέλη του ’16 – αρχές του ’17 και μετά ξαναγύρισα στο χωριό. Από τότε μέχρι αυτή τη στιγμή, δεν έχω πάει ούτε σε ταβέρνα, ούτε σε καφέ, ούτε καν στο κέντρο. Πρώτη φορά είμαι έξω τώρα για να σε συναντήσω και να κάνουμε αυτή την κουβέντα.
Και δεν πήρατε φάρμακα για την καταθλιψάρα;
Μου είπαν όλοι να αναζητήσω βοήθεια, αλλά εγώ τα φοβάμαι τα χάπια. Σκεφτείτε ότι ήμουν μόνος μου και ούτε μπάνιο δεν ήθελα να κάνω. Ξυπνούσα στις 6 η ώρα και μέχρι τα μεσάνυχτα ήμουν στο ίντερνετ. Ευτυχώς ο αδερφός μου με έπαιρνε 500 τηλέφωνα τη μέρα. Γενικά, όμως, μισώ το καλοκαίρι. Έχω γράψει κείμενα κατά της θάλασσας, παρότι ο πατέρας μου ήταν ψαράς.
Ωστόσο από δω και πέρα θα χτυπάει συνεχώς το τηλέφωνο σας. Δίνετε συνεντεύξεις στα μέσα.
Πρέπει να ξέρεις ότι έχω μια τρομερή αγοραφοβία. Ντρέπομαι και φοβάμαι.
Το βλέπω έτσι όπως σας έχω απέναντι μου.
Υπάρχει όρος στο συμβόλαιο να εμφανίζομαι για να διαφημιστεί το σήριαλ. Είσαι απ’ τις ελαχιστότατες περιπτώσεις που συναντώ δημοσιογράφο. Συνήθως νιώθω πιο ασφαλής να μου στέλνουν
ερωτήσεις ή να μιλάμε μέσω skype. Πάντα χωρίς εικόνα…Άρχισα να φοβάμαι πολύ μετά την απώλεια της μητέρας μου. Έβλεπα τις μανάδες και ζήλευα, έλεγα «Γιατί να ζουν αυτές και να μη ζει η δικιά μου;» Και στο θέατρο, βέβαια, που έβγαινα, έπρεπε να έχω πιει κάνα κονιάκ πριν.
Πόσο καιρό σας πήρε να το ξεπεράσετε πραγματικά;
Μωρέ, δεν ξεπερνιέται αυτό…(δακρύζει) Η μάνα μου ήταν προστάτις μου. Δυο χρόνια πριν πεθάνει, μου παρέδωσε όλους τους λογαριασμούς μου, αφού όλα εκείνη τα κανόνιζε. Δεν την έχω δει ποτέ στον ύπνο μου…Στις γιορτές των Χριστουγέννων δεν μπορώ να κάτσω να φάω μαζί μ’ άλλους. Μου λείπει η μαμά.
Καλά, αυτό είναι πιο γενικευμένο. Σύμφωνα με τους ψυχιάτρους, τα Χριστούγεννα διογκώνονται όλες οι καταθλίψεις, οι νευρώσεις και οι ψυχώσεις.
Ο αδερφός μου στενοχωριέται, αλλά εγώ τους αφήνω, έρχομαι μόνος μου στο Μαρούσι και πάντα μαγειρεύω φακές, σαν να μην υπάρχει τίποτα εορταστικό στο σπίτι μου. Τα πρώτα Χριστούγεννα έβγαινα έξω κι έκλαιγα, έλεγα «Μαμά, μαμά»…
Με συγχωρείτε, αλλά θα έπρεπε να έχετε πάρει φάρμακα.
Το ξέρω, όλοι οι φίλοι μου το λέγανε. Φοβόμουν μήπως τα συνηθίσω τα χάπια…
Πάνε αυτά. Τώρα περνάτε την Αναγέννηση, σαν το φοίνικα μέσα απ’ τις στάχτες.
Χαίρομαι που το λέτε. Πέρασα πολλά μετά την ταινία και θέλω να πω το εξής: Πάντα πίστευα και πιστεύω ότι ο Κραουνάκης είναι μεγάλος συνθέτης. Όταν υπογράψαμε με τον Παναγιωτόπουλο, με ρώτησε τι μουσική να βάλουμε. Για μένα ήταν ονειρικό να έγραφε μουσική ο Σταμάτης. «Που θα τον βρούμε αυτόν;» με ρωτάει ο Παναγιωτόπουλος. Τηλεφωνώ στη Μαλβίνα και μου δίνει το νούμερο του. Τότε δούλευε στο ΖΟΟΜ με Ζαχαράτο – Ελένη Δήμου. Μιλήσαμε, αλλά ψιλοχάθηκε κι εκεί μου πρότεινε ο Παναγιωτόπουλος να χρησιμοποιήσουμε παλιά τραγούδια. «Όχι, όχι, μόνο Κραουνάκης» επέμεινα. Άρχισα να πηγαίνω σπίτι του και μια φορά λέγαμε να πάμε απ’ του Γιώργου Μαρίνου στο Μάτι. Μια χαρά ήταν όλα. Εκ των υστέρων, έδινε συνεντεύξεις και ευχαριστούσε τη Μαλβίνα, επειδή εκείνη τάχα μου τον είχε προτείνει. Εκεί νευρίασα εγώ, δεν είχα κανέναν άλλο λόγο.
Και γιατί δεν του κάνατε ένα τηλέφωνο να τα βρείτε;
Το σκέφτηκα, αλλά κάπου είπα γιατί να τον πάρω εγώ τηλέφωνο; Έτσι δεν μιλιόμαστε, χωρίς να έχουμε ποτέ ανταλλάξει κουβέντα. Μια φορά μόνο είχαμε εμφανιστεί μαζί στην τηλεόραση λόγω της ταινίας. Τη Μαλβίνα τη γνώρισε ο Παναγιωτόπουλος από μένα όταν είχαμε πάει όλοι μαζί στα «Αραπάκια». Εκεί ήταν ο Χαριτόπουλος, η Μαλβίνα, εγώ, η Μαριάννα και ο Παναγιωτόπουλος, ο οποίος είχε παραγγείλει γαλλικό καφέ κιόλας.
Στο σήριαλ ποιος θα γράψει τη μουσική τώρα;
Θα υπάρχει φυσικά το τραγούδι του Σταμάτη, αλλά μ’ άλλη τραγουδίστρια, τη Γιώτα Νέγκα, όχι την Παπίου. Μια σκέψη ήταν να χρησιμοποιήσουμε τα τραγούδια του 1980, του Μουσαφίρη, της Πίτσας Παπαδοπούλου, αλλά τα πνευματικά δικαιώματα ήταν πολλά. Τελικά θα μπουν τραγούδια του Τάκη Σούκα. Δεν τα πολυξέρω αυτά. Να γράψεις ότι θεωρώ τον Κραουνάκη έναν εμπνευσμένο και ευλογημένο δημιουργό. Κι ας μ’ έβριζε σ’ όλη την Αθήνα! Δε είναι δυνατόν το «Αυτή η νύχτα μένει» να είναι του Παναγιωτόπουλου και του Κραουνάκη. Όχι, είναι του Αλεξανδρή σε υπέροχη σκηνοθεσία του Παναγιωτόπουλου και σε υπέροχη μουσική του Κραουνάκη. Για το «Βαμμένα κόκκινα μαλλιά» δεν λένε ότι είναι του συνθέτη Βασίλη Δημητρίου. Του Μουρσελά λένε ότι είναι! Βγάζω κακία; Δεν ξέρω…
Κακία όχι, αλλά πικρία και παράπονο βγάζετε. Σήριαλ βλέπετε τελευταία;
Δεν είδα κανένα, ξέρω όμως ότι κάποια έκαναν θραύση συγκεκριμένης θεματικής. Επειδή δεν παράγεται τίποτα καινούργιο. Πριν από 20 χρόνια, αν δεν ήσουν κορίτσι ξέκωλο, δεν σ’ έπαιρναν σε κανένα μαγαζί να τραγουδήσεις, ενώ σήμερα πάμε σε μεγαλύτερες ηλικίες.
Και πάμε προς τα πίσω, θα έλεγα, αν υποτεθεί πως βλέπουμε σήριαλ για βεντέτες και αγίους της Ορθόδοξης Εκκλησίας. Είναι σουρεαλιστικό σχεδόν.
Δεν τα έχω δει και δεν έχω γνώμη, σίγουρα όμως παλιά δεν θα τα θέλαμε αυτά. Να ήταν, ας πούμε, στο αρτ του Καρατζαφέρη τέτοια σήριαλ, να το καταλάβω…Μόνο η Λουκά πιστεύαμε ότι θα τα έβλεπε και όμως κάνανε τρελές τηλεθεάσεις. Μα και ο Παναγιωτόπουλος δεν έκανε την ταινία να διαδραματίζεται στο ’80, αλλά μεταγενέστερα. Παράξενο τη στιγμή που έχουμε δει να αποθεώνονται έως και οι βιντεοκασέτες του ’80. Πως να παρακάμψεις το ότι μόλις είχε ανέβει ο Ανδρέας στην εξουσία και έρεε το χρήμα; Κι έτσι υπάρχουν νέοι που γνωρίζουν ότι υπήρχαν περίοδοι στην Ελλάδα που ξενυχτούσαν, ξόδευαν, δεν είχαν πρόβλημα με τη ΔΕΗ, είχανε γκόμενες, κάνανε έρωτα…Σήμερα μια μιζέρια είναι όλα τα παιδιά. Έπαιρνε ο άλλος τότε την επιδότηση 1.000.000 δραχμές και τα στοίβαζε σε μαύρες σακούλες τα χιλιάρικα. Πήγαινε κι έλεγε στη Τζένη στην επαρχία (μιμείται βλάχικη προφορά): «Κουρίτσι μ’ να σε γαμήσω»! Της έκανα εγώ: «Δεν θα τον πάρεις μωρή;» και απαντούσε αυτή: «Τρελός είσαι; Άσε με με τον βρωμιάρη». Ερχόταν με το σορτς ο άλλος και μ’ ένα εκατομμύριο. Αυτά που κάνανε οι Άραβες, τα κάνανε και οι γεωργοί με τα τσουράπια και τις επιδοτήσεις.
Γνωρίσατε τις ηδονές της νύχτας;
Γενικά δεν ερωτευόμουν ποτέ, πέρασα όμως γενικά καλά. Πιο πολύ το’χα πάρει σαν παιχνίδι όλο αυτό. Έλεγα πως θα τελειώσει κάποια στιγμή, δεν γίνεται να βγάζω τόσα λεφτά. Σκέψου ότι πήρα το σπίτι στο Μαρούσι με δουλειά δύο ετών. Τριάρι ρετιρέ. Ενώ δεν έχω πάει ποτέ μου διακοπές, έκανα πολλά ταξίδια λόγω δουλειάς και, έτσι, όταν σταμάτησα, σταμάτησα μια για πάντα. Έμεινα στο σπίτι μου, τακτοποιούσε η μαμά τα οικονομικά και μπήκα στα δημοσιογραφικά με τη Μαλβίνα. Όλα πήγαιναν καλά. Η Μαλβίνα ήταν κολλητή με τον Σωκράτη, τον αδερφό μου, και με τη μάνα μου. Είχε φτιάξει μια μπουτίκ ο αδερφός μου στη Χαλκίδα κι απέναντι ήταν το βιβλιοπωλείο του Κάραλη, του άντρα της. Θεά η Μαλβίνα, έβγαινε με καυτά μίνι, σαν την Έλενα Ναθαναήλ. Πηγαίναμε να αγοράσουμε μολύβια για να τη βλέπουμε που καθόταν και φιλιόταν με τον σύζυγο. Μιλάμε για χούντα, που οι γυναίκες είχαν μουστάκια κι αυτή έβγαινε με το σούπερ μίνι. Αν τολμούσε δε κάποιος να την κοιτάξει, φώναζε αστυνομία. Από τότε τη θεοποίησα, όχι απόλυτα όμως. Μου στάθηκε πολύ, αλλά κι εγώ δούλεψα κοντά της. Ήταν ένα εκρηκτικό μυαλό με χιούμορ και μαγική στις κατινιές σαν τον Χριστιανόπουλο. Δεν το περίμενα να πεθάνει τόσο νέα και με συγκλόνισε το γεγονός. Πάντα μου λείπει και πάντα λέω που είναι να την πάρω ένα τηλέφωνο…Ξέρεις κάτι; Εγώ δεν αλλάζω εύκολα, δεν πετάω καν λογαριασμούς, όπως δεν αλλάζω και φίλους. Μένω συνέχεια στα ίδια πράγματα.
Και είστε τρομερά μοναχικός θα έλεγα.
Είμαι, ναι. Δεν εξηγώ τα πάντα σημειολογικά. Ζω ό,τι αισθάνομαι. Πιθανώς εσείς να στοχάζεστε τώρα, αλλά εγώ δεν το βλέπω έτσι.
Μιλήστε μου για τις επανεκδόσεις του βιβλίου σας.
Πρωτοκυκλοφόρησε από την Οδό Πανός. Γίνεται η ταινία και ξαναβγαίνει απ’ τον Περίπλου με νέο εξώφυλλο. Τρίτο εξώφυλλο ξαναγίνεται από τον Περίπλου με αφορμή το θεατρικό της Κίρκης Καραλή και τώρα βγαίνει πάλι απ’ τον Κάκτο εμπλουτισμένο με πολλές φωτογραφίες και νέο υλικό. Είναι η τέταρτη επίσημη επανέκδοση.
Με ένα βιβλίο να εκδίδεται για 28 χρόνια, διεκδικήσατε δικαιώματα;
Ότι πήρα ήταν μόνο στην αρχή. Τώρα τελείωσε αυτό, ας μην το συζητήσουμε. Από δω και πέρα είμαι πιο συνεπής ευτυχώς. Ξέρεις, έβλεπα φίλους και μόλις ερχόταν η επιτυχία, άλλαζε ο χαρακτήρας τους. Με μένα συνέβαινε το αντίθετο. Στην αποτυχία, ενώ γίνομαι μίζερος και ψιλομαλάκας, στην επιτυχία γίνομαι άλλος άνθρωπος, γλυκαίνω.
Οι άλλοι γίνονται επηρμένοι;
Πολύ! Λέω «τι παθαίνουν αυτοί ξαφνικά;» Εγώ είχα πάντα την εξής σκέψη: Να λέμε κι ένα ευχαριστώ που υπάρχουμε, που δουλεύουμε και που έχουμε μία αποδοχή – άλλος μικρότερη, άλλος μεγαλύτερη – όταν συνυπάρχουμε στο σύμπαν του Καβάφη, του Χατζιδάκι και του Χριστιανόπουλου και δυο φίλων που μας αγαπάνε. Γιατί να έχεις έπαρση; Δεν είναι και τόσο σημαντικό αυτό που κάνουμε. Ίσως αν ήμουν γιατρός και ανακάλυπτα ένα φάρμακο και έσωζα ανθρώπους, να είχα έπαρση.
Βέβαια, σύμφωνα με τον Τσιτσάνη, το λαϊκό τραγούδι έσωσε τους Έλληνες απ’ τα ψυχιατρεία.
Εννοείται αυτό. Λέω ότι δεν χρειάζεται να διατυμπανίζουμε τι κάνουμε. Η μάνα μου μού έλεγε να μη διαφημίζω ότι αγόρασα σπίτι για να μην πικραίνεται ο κόσμος, οι άλλοι που δεν έχουν τίποτα. Ας μη διαφημίζουμε την επιτυχία μας, εκτός αν κάποιος πάει να σε ποδοπατήσει, όπου εκεί θα σε πουν μαλάκα. Κι εγώ υπήρξα μαλάκας πολλές φορές στη ζωή μου. Αν μου κάνεις κακό εσύ, σβήνω το τηλέφωνο σου, αποσύρομαι και δεν ξαναλέω ποτέ το όνομα σου. Δεν έχω μαλώσει ποτέ με φίλο, απλά απέχω συνειδητά. Όπως τα μπλοκαρίσματα στο facebook (γέλια). Κι έτσι νιώθω ευτυχισμένος χωρίς να κάνω σχεδόν τίποτα. Κοιμάμαι σαν τους γέρους στις 9, ξυπνάω στις 5, μπαίνω στο ίντερνετ, φτιάχνω καμιά μακαρονάδα και την περνάω μόνος μου.
Εξακολουθεί να σας γοητεύει το περιθώριο, οι παράνομοι;
Πάντα είχα μια έφεση στο ανίερο, στο απαγορευμένο, σ’ ότι υπερβαίνει τα όρια. Ανέκαθεν ήμουν του Κέρουακ και της σχολής Ζαν Ζενέ. Στο λέω εγώ που μια ζωή έζησα κοντά στην εκκλησία, όπως και ο Αλμοδόβαρ νομίζω. Ήταν κι η βασική αιτία που μπήκα στον κόσμο της νύχτας, όταν ως φοιτητής άρχισα να πίνω και να με ελκύει ο Μπουκόφσκι.
Θα μπορούσατε να είχατε μπει σε μια ροκ μπάντα, όχι στα σκυλάδικα.
Ναι, ισχύει. Το έβλεπα σαν παιχνίδι. Το σκυλάδικο προέκυψε και το ακολούθησα. Το ότι δεν συμφωνούσε η κοινή γνώμη μ’ αυτό, εμένα με εξιτάριζε.
Ξύλο έχετε φάει ποτέ;
Ναι, όταν πήγα κι είπα σε μια τραγουδίστρια που τραβολογιόταν με τον μαγαζάτορα, να τον προσέχει, γιατί ήτανε έμπορος ναρκωτικών. Πήγε αυτή, του το είπε και έφαγα μια μεγάλη γροθιά. Τα
μάζεψα κι έφυγα. Άλλες φορές μας απειλούσαν, αφού μπορούσαν να μας διώξουν όποτε θέλανε, εμείς όμως δεν μπορούσαμε να φύγουμε. Οι ξενοδόχοι, στο μεταξύ, βλέπανε ότι πληρώναμε και τηλεφωνούσαν στα αφεντικά: «Αυτοί φεύγουν, την κοπανάνε. Από που κι ως που;» Στη Γερμανία θυμάμαι ότι έπαιζε πολύ η κόκα. Στη δε Κύπρο, σ’ ένα βαρύ σκυλάδικο στη Λάρνακα, έβλεπα τα πιστόλια πάνω στο τραπέζι.
Είπατε για το ΠΑΣΟΚ πριν. Έχετε ακούσει πως ήταν υπεύθυνο εν πολλοίς για την έκρηξη μιας λαϊκίστικης υποκουλτούρας με τον Ευάγγελο Γιαννόπουλο στα μπουζούκια;
Αν και δεν είμαι ΠΑΣΟΚ τώρα, τότε ήμασταν όλοι φανατικοί, αυτό όμως το θεωρώ μεγάλη μαλακία. Θυμάμαι τη σύνταξη του πατέρα μου να’ναι κάτι ψωροχιλιάρικα και με την έλευση του ΠΑΣΟΚ, να γίνεται αξιοπρεπέστατη. Δηλαδή, ΟΚ, έγινε έκρηξη του σκυλάδικου. Σήμερα τι έχουμε; Κουλτούρα μεγάλη; Υπάρχει κάνας Χατζιδάκις, όπως υπήρχε τότε παράλληλα με το σκυλάδικο; Γιατί να’ναι υποκουλτούρα τα αριστουργηματικά τραγούδια του Μουσαφίρη; Έχει φτιάξει μεγάλα τραγούδια με την Πίτσα Παπαδοπούλου, όχι τα πιο γνωστά του. Να μου το θυμηθείτε, σε λίγο όλοι οι έντεχνοι θα ξαναβγάζουν τραγούδια του Καφάση και της Πίτσας Παπαδοπούλου.
Να υποθέσω πως με το που δείτε το πρώτο επεισόδιο του σήριαλ σας, αμέσως θα τρέξετε να μάθετε πως πήγε από τηλεθέαση;
Εννοείται, πάντα ήμουν της τηλεθέασης. Το ίδιο και στα βιβλία μου, αφού τώρα μαθαίνω πως πάει τρελά η επανέκδοση. Το περιμένουν πως και πως στον ALPHA!
Αν σας ζητήσω να κατατάξετε τον εαυτό σας ανάμεσα σ’ άλλους Έλληνες συγγραφείς, ποιοι θα ήταν αυτοί;
Όχι, μη μου το κάνεις αυτό. Το μόνο ταλέντο μου είναι στο να μαγειρεύω, δεν δηλώνω ούτε συγγραφέας, ούτε ηθοποιός, ούτε τραγουδιστής. Έχω λατρεία στον Ηλία Πετρόπουλο. Εάν είχα το ταλέντο του θα ήμουν ευτυχής. Θεωρώ υπέροχους τον Κοροβίνη, τον Γρηγοριάδη, αλλά δεν θα συγκριθώ μαζί τους. Τους θεωρώ πολύ ανώτερους. Αυτοί έχουν προχωρήσει πέρα από μένα, που δεν είμαι ταγμένος συγγραφέας. Μου πήρε 12 χρόνια να γράψω το «Αυτή η νύχτα μένει».
Τι περιμένετε από το σήριαλ και από την επανέκδοση του βιβλίου;
Να αγαπηθούν από τον κόσμο. Να μάθουν οι νέοι και το βιβλίο εκτός από μια περίοδο του ελληνικού τραγουδιού και έναν τρόπο διασκέδασης που πέρασε ανεπιστρεπτί.

Ξένη Δημητρίου στο Ειδικό Δικαστήριο: Η Ράικου εξυπηρέτησε το πολιτικό αφήγημα περί «σκευωρίας Novartis»

Ξένη Δημητρίου στο Ειδικό Δικαστήριο: Η Ράικου εξυπηρέτησε το πολιτικό αφήγημα περί «σκευωρίας Novartis»

«Βόμβες» κατά Ράικου από την πρώην εισαγγελέα του Αρείου Πάγου

«Άδειασμα» Δημητριάδη σε Μητσοτάκη στην Επιτροπή Θεσμών: Παραιτήθηκα, δεν με παραίτησε

«Άδειασμα» Δημητριάδη σε Μητσοτάκη στην Επιτροπή Θεσμών: Παραιτήθηκα, δεν με παραίτησε

Δεν μοιάζει διατεθειμένος να προσφέρει στον Μητσοτάκη τη δυνατότητα μετατροπής της «θυσίας» του -όπως ο…