Τα ύστερα του κόσμου

Ο «αφορεσμός» των τριών σκληρών αρχι-δεξιών από το χουντοφασίστα Αμβρόσιο, με το ύφος του… αθάνατου ΚΑΖΑΝΤΖΑΚΗ

Νίκος Παπακωνσταντίνου 21/05/2020 | 14:48

…Πρόβαλε στον άμπωνα της σκοτεινής εκκλησιάς με αναμμένη τη μαύρη, κατάμαυρη, σαν τα μυαλά του,  μεγάλη λαμπάδα. Η γενειάδα του φάνταζε από μακριά ορθωμένη, διχαλωτή και μυτερή σαν τα δύο μεγάλα κέρατα του τρισκατάρατου. Κατακόκκινα τα μάτια του, σαν λύκου που διψάει για αίμα. Σήκωσε ψηλά τη λαμπάδα. Το λεφούσι των πιστών ανατρίχιασε.

 - Αφορεσμένος ο Χαρδαλιάς!, ούρλιαξε ο παπά- Αμβρόσιος. Άλιωτος και σιχαμερός εις τους αιώνας!

- Αφορεσμένος!, ούρλιαξαν κι όλες μαζί, πρώτες απ' όλο το λεφούσι, οι θεούσες, άπλυτες και πάντοτε κακάσκημες, σήμερα πιο άσκημες παρά ποτέ, τριχωτές σαν τα κουνάβια, λιανόμαυρες σαν του γερο-Λαδά τις σάπιες ρέγγες, μα πάντοτε γιομάτες το φαρμάκι της οχιάς, τη λύσσα της σκύλας και τη χριστιανικιά τους μάνητα. Αφορεσμένος!

- Αφορεσμένη και η Κεραμέως!, ξαναβρουχήθηκε το ρασοφόρο θεριό, ίδιο το τέρας της Αποκάλυψης! Ανάθεμα και κατάρα έστω αυτή, ως τη Ιεζάβελ, εις τους αιώνας! Να περιπλανάται εις τα σκότη και εις το άσβεστον δαιμονικόν πυρ της κολάσεως. Ημείς δε οι Πιστοί τότε γεγηθότες εσόμεθα, εορακότες αυτήν (μέσα από κάμεραν του υψίστου) φρικιώσαν και όζουσαν και σκωληκόβρωτον!

- Αναθεματισμένη! Αναθεματισμένη και τρισαναθεματισμένη!, έγρουξαν πάλι πρώτες οι κυρα-Κατίνες. Η θεια η Κοντύλω ένιωθε σα νά χε γίνει κιόλας ρομφαία πύρινη, έτοιμη να κάτακάψει τη σατανικιά θεομάχα!

Ο παπά- Αμβρόσιος ξανασήκωσε τη λαμπάδα του, ενώ τα σάλια του έλουζαν με τους αφρούς τους τα κιτρινωπά μουστάκια του.

- Αφορεσμένος, κατηραμένος και τρισαναθενατισμένος  ο Μητσοτάκης!, ξεφώνιζε τώρα ο φευγάτος με όλη του πλεμονιού του τη δύναμη.

Σείστηκε μονομιάς η εκκλησιά, σαν  να σειόνταν από σάλπιγγα αρχαγγέλου τα τείχη της Ιεριχώς και τα μπορντέλα των Σόδομων και Γόμορρων.

-ωΜη σώσει να ξαναδεί γκουβέρνο, μη σώσει να ξαναπιάσει φράγκο στ' αντίχριστα χέρια του. Γενηθήτωσαν τροφή του Βελζεβούλ τα πλούτη αυτού και κατακαυθήτωσαν! Τόκον τραπέζης και μέρισμα κερδών οφσόρ ούτος μη λάβη υπό ουδενός, άχρι συντελείας του αιώνος!

Δεν απόσωσε το ουρλιαχτό του και λες πως σήμανε κι η έβδομη σάλπιγγα κι ανοίξαν οι τάφοι των κολασμένων.

 -Καταραμένος! Αφορεσμένος! Μη σώσει! Στα κομμάτια!, αντιβούιξε με όλη του τη δύναμη το εκκλησίασμα, σερνικό και θηλυκό.

Οι λυσσασμένες κραυγές γίνηκαν τώρα κουβάρι αξεδιάλυτο, σάλαγος και βουητό κι άναρθρο μουγκανητό, σαν των χίλιων σατανάδων αντάμα. Το λιβάνι, σύγνεφο σωστό, τώρα πια είχε πνίξει το μολεμένο,υγρό και μουχλιάρικο τούτο κατώι, που πιότερο έμοιαζε με το καζάνι το βραστό του Ιούδα. Κάτι σαν "φωτιά" ή σαν "τσεκούρι", ξέκρινε για λίγο το αφτί του καντηλανάφτη από το βάθος του ιερού.  Μοναχά τα κεριά και μαζί τ' αγριεμένα μάτια των σαλεμένων φτωχοδιάβολων του ποίμνιου ξέσκιζαν την πνιγερή αντάρα, καθώς προμηνούσαν πόλεμο ιερό στους άπιστους, μαύρο θανατικό στα αφορεσμένα μπαίγνια του Εωσφόρου.

-ωΡομφαία και ξίφος επί της κεφαλής των καταράτων!, αποτελείωσε το ουρλιαχτό του ο παπά-Αμβρόσιος, ενώ κόντευε να του ’ρθει κόλπος για νταμπλάς από το ξελαρύγγισμα.

-Τί τσαμπουνάς εκεί πάνω, ωρέ σερσέμη; Τι γαβγίζεις, ωρέ διαόλου ξέρασμα, π' ανάθεμα τα γένια και το καλυμμαύκι σου!, ακούστηκε άξαφνα μια φωνή από το νάρθηκα.

Το τσούρμο τάχασε. Γύρισε το κεφάλι και τι να δει; Από την πόρτα της εκκλησιάς όρμαγε τώρα κατά τον άμπωνα, κραδαίνοντας ξύλο χοντρό, ο παπά- Γερώνυμος, ο αρχιδεσπότης των βακουφιών, δίπλα του τρεις νταγλαράδες διάκοι με χοντρά καντρόνια στα χέρια κι από κοντά ο σεΐζης Παναγιώταρος και μαζί του τα καρακόλια του Μιχάλη αγά, με τους βούρδουλες και τα ρόπαλα, έτοιμα να σπάσουν κεφάλια χαϊβανιών και χαΐνηδων.

 -Τι τσαμπουνάς, βρε κοκορόμυαλε, βρε ξεκουτιασμένε γερο-ταυραμπά, βρε αναθεματισμένε του διαόλου φάρα; Ποιος σού 'πε σένα, βρε θεομπαίχτη, ότι μπορείς να παίζεις εν ου παικτοίς με την εξουσία; Ποιος σε διόρισε σένα κριτή των πιο σεβαστών κεφαλών του τόπου; Ποιος, βρε ξεμωραμένε, θα σώσει τα βακούφια και τον πλούτο τους, από τους άπιστους, όταν εσύ, σατανά γέννα, αφορίζεις, δίχως να μας ρωτήσεις τους άρχοντας ημών, το δεξί χέρι του ύψιστου, τα στηρίγματα του ντουνιά; Ού να μου χαθείς βλαμμένε αγιογδύτη. Τσακίσου, κατέβα από κει πάνω, προτού σε πάρει ο διάολος! Σεΐζη Παναγιώταρε, βάλε γνώση στους κουφιοκέφαλους! Για δείξ' τους πόσα απίδια πιάνει ο σάκος!

 -Χριστιανοί, μας χτυπάνε οι μπολσεβίκοι!, ακούστηκε πνιχτό το ουρλιαχτό του παπά- Αμβρόσιου, καθώς το πιο χοντρό καντρόνι του ενού διάκου τον είχε κιόλας βρεί κατάμουτρα.

 -Τα ύστερα του κόσμου! Σώσον, Κύριε, τον λαόν σου!, ούρλιαξε το παραλοϊσμένο λεφούσι, κι έκανε να ορμήξει στον παπά- Γερώνυμο, την ώρα που όλα μαζί τα καρακόλια του Μιχάλη αγά, με πρώτο τον Παναγιώταρο άρχισαν να τσακίζουν τα χέρια, τα ποδάρια και τα παΐδια των χαΐνηδων!...    

(Γνωστού αγνώστου: "Οι Λαοί ξανασταυρώνονται", μυθιστόρημα του 2020, απόσπασμα)

To koutipandoras.gr θεωρεί δικαίωμα του κάθε αναγνώστη να εκφράζει ελεύθερα τις απόψεις του. Ωστόσο, τονίζουμε ρητά ότι δεν υιοθετούμε τις απόψεις αυτές καθώς εκφράζουν τον εκάστοτε χρήστη και μόνο αυτόν. Παρακαλούμε πολύ να είστε ευπρεπείς στις εκφράσεις σας. Τα σχόλια με ύβρεις θα διαγράφονται, ενώ οι χρήστες που προκαλούν ή υβρίζουν θα αποκλείονται.