«Τα τάπερ της Αλίκης»: Πως μπλέκουν λέω οι ιστορίες και των ανθρώπων οι τροχιές

Η Ακρίτα δεν αγαπάει μόνο τους χαρακτήρες της! Αγαπάει και τους αναγνώστες της κι αυτό είναι το σημαντικότερο στην περίπτωση της! 

Αντώνης Μποσκοΐτης 14/06/2019 | 13:13

Αν και ήταν δύσκολο, προσπάθησα να γράψω κριτική στα «Τάπερ της Αλίκης», παρακάμπτοντας το όνομα της συγγραφέως τους, εν προκειμένω της πολυτάλαντης δημοσιογράφου (κυρίως) Έλενας Ακρίτα. Προσπάθησα ηθελημένα δηλαδή να διαβάσω το βιβλίο σαν ένα λογοτεχνικό έργο, αυθύπαρκτο, αυτοδύναμο, που δεν θα έσερνε από πίσω του το δημοφιλέστατο όνομα της δημιουργού του. Η έκπληξη ήταν παραπάνω από ευχάριστη και το «μπαουλάκι» των 400 σελίδων διαβάστηκε μέσα σε τρεις - τέσσερις ολονυκτίες, εκεί που τα βλέφαρα αρχίζουν να γέρνουν και για τελευταία κίνηση πριν τον ύπνο κρατάς το τσάκισμα της σελίδας. 

Οφείλω να πω ότι από το πρώτο κεφάλαιο με τον τίτλο «Κυψέλη 1979», από την πρώτη σελίδα κιόλας, το βιβλίο με «έπιασε». Θυμήθηκα τον εαυτό μου στη δεκαετία του 1980, δέκα χρονών παιδάκι, που η μάνα μου, την οποία θα χαρακτήριζα καταπιεσμένη επιχειρηματία, έκανε επιτυχημένες επιδείξεις με τάπερ, είτε στα μεγάλα ξενοδοχεία της Αθήνας, τύπου «Χίλτον», είτε στα σπίτια των φιλενάδων της στο Κερατσίνι. Από τότε απέκτησα μία συμπάθεια για τα χρηστικά τάπερ, που μας έφερναν μια κάποια οικονομική άνεση στο σπίτι, η οποία συμπάθεια εξανεμίστηκε με τα χρόνια και πλέον πολλά πλαστικά τάπερ υπάρχουν και στο δικό μου σπίτι, στοιβαγμένα και παρατημένα σε κάποιο ντουλάπι. Μην το ψάχνεις, μικροαστικές καταστάσεις...

Στο βιβλίο μέσα, αντιθέτως, η συγγραφέας αποδίδει μεταφυσικές, σχεδόν ποιητικές, ιδιότητες στα τάπερ που παίζουν το ρόλο ενός παράδοξου απόκρυφου ημερολογίου για όλα τα δεινά της ηρωίδας της, της μικρής Αλίκης που ενηλικιώνεται μέσα σε μία εικοσαετία: Από το 1980 μέχρι και το millenium του 2000. Αυτή είναι η περίοδος που καλύπτει χρονικά η Ακρίτα. Και το κάνει καλά, εντυπωσιακά καλά θα έλεγα! 

Τρεις λαϊκές γυναίκες είναι οι ηρωίδες του έργου: Η γιαγιά Κοραλία, η μαμά Ελένη και η κόρη - εγγονή Αλίκη. Οι αλληλένδετες ιστορίες τους εμπλέκονται δεξιοτεχνικά και μαζί τους ένα σωρό άλλοι καλοσχεδιασμένοι χαρακτήρες που όλοι, άλλος περισσότερο κι άλλος λιγότερο, έχουμε συναντηθεί μαζί τους: Νευρωτικές πεθερές, Πασόκοι πολιτικάντηδες (δεκαετία του '80 γαρ), καλόψυχες πουτάνες, αδιάφοροι πατεράδες και απατημένοι σύζυγοι, παιδιά - θύματα εκφοβισμού στο σχολείο, γυναίκες - θύματα ενδοοικογενειακής βίας, γκέι αγόρια που οδηγούνται σε συμβατικούς γάμους για να κουκουλώσουν τη «ντροπή», μικροαστοί φασιστούληδες γείτονες, αλλά και η Ελληνίδα Εθνική Σταρ Αλίκη Βουγιουκλάκη με σάρκα και οστά (κυριολεκτικά όμως)! Πάνω απ' όλα, ωστόσο, η συγγραφέας φαίνεται να συμπαθεί όλον αυτό το θίασο των χαρακτήρων της που τελικά στέκεται στο ψυχικό μεγαλείο τους, ανεξαρτήτως επιπέδου μόρφωσης και κοινωνικών στάτους.  

Θα μπορούσα να αναφερθώ διεξοδικά στην υπόθεση του έργου, αλλά δεν θα το κάνω. Προτιμώ να πω ότι όσο περνούσαν οι σελίδες, τόσο πιο πολύ έμπαινα στην εξέλιξη των ιστοριών. Δεν είναι και μικρό πράγμα, μέσα στην υπερπληροφόρηση και την ταχύτητα του διαδικτύου, να κρατάς ένα βιβλίο στα χέρια σου και να αδημονείς να το τελειώσεις, μόνο και μόνο για να δεις τι θα γίνει παρακάτω και ποια μοίρα εξασφαλίζει η Ακρίτα για όλα αυτά τα τόσο ετερόκλητα πρόσωπα. 

Στα «Τάπερ της Αλίκης», τηρουμένων των αναλογιών, βρήκα ψήγματα από διάφορα καλλιτεχνικά έργα που έχουν προφανώς επηρεάσει τη συγγραφέα: Πρώτα απ' όλα από το «Τρίτο στεφάνι» του Κώστα Ταχτσή! Αν ο Ταχτσής μέσα από τη Νίνα και την Εκάβη απέδωσε με πιστότητα το κλίμα του Μεσοπολέμου, η Ακρίτα «σχεδίασε» την Κοραλία και την Ελένη σε ένα πρώτο επίπεδο, αποδίδοντας επίσης με πιστότητα την εικοσαετία 1980 - 2000, μία ολότελα διαφορετική εποχή απ' αυτήν του Ταχτσή, αλλά εξίσου σημαντική για την τροπή των πραγμάτων της νεοελληνικής κοινωνίας. Το σκηνικό είναι ίδιο στον Ταχτσή και στην Ακρίτα: Το αστικό περιβάλλον, μέσα στο οποίο κινούνται οι ήρωες τους. Είναι ένα στοιχείο που κάνει τα δύο βιβλία προσιτά και λαϊκά, προξενώντας την ταύτιση του αναγνώστη με τα τεκταινόμενα. Έπειτα είναι η γλώσσα! Αν ο Ταχτσής πάντρεψε κάποτε την δημοτική με την καθαρεύουσα, η Ακρίτα παντρεύει την δημοτική με την καθομιλουμένη (πιο καθομιλουμένη δεν γίνεται), με φράσεις και εκφράσεις που αφενός πηγάζουν από το προσωπικό της αναγνωρίσιμο χιούμορ, περιλαμβάνουν ωστόσο στοιχεία ενός λόγου αντιστικτικού, που απουσίαζε από τον Ταχτσή. Αυτή είναι, πιστεύω, η κυριότερη αιτία για την εξαιρετική ροή στο κείμενο της! Η μία ιστορία του Α χαρακτήρα μπλέκεται μ' αυτήν του Β, ακολουθώντας την αφηγηματική δομή ενός σεναρίου που τόσο πολύ, αποδεδειγμένα, κατέχει η Ακρίτα, με διαλόγους ζωντανούς, καθημερινούς, «υπαρκτούς», άλλοτε «φόρα παρτίδα» και άλλοτε πιο εσωτερικοί, πιο ψυχολογικοί και, σίγουρα, πιο ενδοσκοπικοί. 

Δεν γνωρίζω αν η Ακρίτα έχει διαβάσει τον Στίβεν Κινγκ, η ιστορία όμως της Δόμνας, της φίλης της Αλίκης, με παρέπεμψε στο «Carrie» του Μπράιαν Ντε Πάλμα ή στην «Έκρηξη οργής» σύμφωνα με τον ελληνικό κινηματογραφικό τίτλο. Η ιστορία δηλαδή της παχουλής έφηβης κοπέλας που γίνεται αντικείμενο χλευασμού στο σχολικό περιβάλλον, ενώ ο συμμαθητής της, ο νέος που την πλησιάζει, αρχικά δεν έχει και τους πιο αγαθούς σκοπούς. Μόνο που η συγγραφέας δεν επιφυλάσσει ένα τέλος με βία και αίμα για τη συγκεκριμένη ηρωίδα της, αλλά την εξαγνίζει μέσα από την τριβή της με την τέχνη της υποκριτικής και με τις ψυχικές αρετές που της αποδίδει. Αν το έκανε δηλαδή αλλιώς, η Ακρίτα θά'χε γράψει ένα θρίλερ κι εγώ μάλλον δεν θα έβλεπα καμία αναφορά στο οριακό «Τρίτο στεφάνι»...

Στα «Τάπερ της Αλίκης» δεσπόζει, όπως είπαμε, η φιγούρα της Αλίκης Βουγιουκλάκη, με την οποία η Ακρίτα - ως γνωστόν - είχε κουμπαριά στην αληθινή της ζωή. Αυτό δεν γίνεται τόσο με το να την παρουσιάζει συχνά - πυκνά μεσ' στη ροή του έργου, όσο με τη μοίρα που επιφυλάσσει για την ιδιωτική ζωή της κεντρικής ηρωίδας της, της Αλίκης, η οποία υπήρξε - υποτίθεται - βαφτισιμιά της Εθνικής Σταρ. Η ραχοκοκαλιά της ιστορίας της Αλίκης οφείλει πολλά στα «Χτυποκάρδια στα θρανία», μια και ερωτεύεται τον νέο γοητευτικό καθηγητή της και τον παντρεύεται, μόνο που η κοινή τους πορεία δεν αποφαίνεται καθόλου ανώδυνη και «εύπεπτη», αντίθετα έχει να κάνει με σκηνές ζηλοτυπίας, ξυλοφορτώματα και αστυνομίες - καταστάσεις εν ολίγοις δυσεπίλυτες για τη δεκαετία του 1990 που ο νόμος δεν ήταν ακόμη τόσο υποστηρικτικός απέναντι στις γυναίκες - θύματα πατριαρχίας και ενδοοικογενειακής βίας. 

Κοίτα να δεις που έλεγα πως θα παρακάμψω σκόπιμα, θα προσπαθήσω να ξεχάσω το όνομα της συγγραφέως ενόσω διάβαζα το βιβλίο της, αλλά αυτό δεν ήταν εφικτό τελικά. Με τίποτα! Για όποιον γνωρίζει και παρακολουθεί την Ακρίτα μέσα από τα social media τα τελευταία χρόνια, στα «Τάπερ της Αλίκης» αναγνωρίζει όλα όσα την πονάνε σε προσωπικό επίπεδο και την ωθούν να δημοσιεύει κατά καιρούς τα χαρακτηριστικά άρθρα της στην εφημερίδα και στο facebook. Το βιβλίο της, έτσι, συστήνει ένα κανονικό ράπισμα στον καθημερινό φασισμό, στα κοινωνικά στερεότυπα, απ' τα οποία κάποτε η Ελλάδα υπέφερε, και μαζί της υπέφεραν και οι υπήκοοι της. Στα «Τάπερ της Αλίκης» καταγγέλλονται επί της ουσίας ο συντηρητισμός, ο αριβισμός, η ομοφοβία και οι πιο κάλπικες και υποκριτικές ανθρώπινες σχέσεις. Διόλου τυχαίο που η Ακρίτα έχει «σκιτσάρει» με περισσή αγάπη τη Φιφή και τη Τζίνα, δύο «κοινές» γυναίκες της Φυλής, ακόμη και τον νταβατζή ονόματι Τάκαρο, τον οποίο, αν και κρατάει στο περιθώριο της δράσης, σίγουρα τον εκτιμά περισσότερο από φραγκάτους επιχειρηματίες και υποψήφιους υπουργούς του σημιτικού ΠΑΣΟΚ. 

Το βιβλίο, τέλος, διαβάζεται σαν ένα σημαντικό χρονολόγιο όλων των μεγάλων γεγονότων που σημάδεψαν τη χώρα μας τις δύο τελευταίες δεκαετίες του 20ου αι. και που σίγουρα είχαν απασχολήσει το πολιτικό και πολιτιστικό ρεπορτάζ της εποχής: Όχι σαν μια στείρα παράθεση, που δεν θά'χε ιδιαίτερο ενδιαφέρον, αλλά βάζοντας τους χαρακτήρες της να συμμετέχουν ερήμην τους σ' αυτά τα γεγονότα! Βρήκα εξαιρετικά πρωτότυπη, λόγου χάριν, την απόδοση της αποβολής του πρώτου παιδιού της Αλίκης: Διαδραματίζεται την 23η Μαρτίου του 1992, τότε που το διαβόητο «φιάσκο της οδού Ριανκούρ» αποτέλεσε μία από τις μεγαλύτερες ξεφτίλες της ελληνικής αστυνομίας στον αγώνα εναντίον της 17Ν! Ένας διερχόμενος μπάτσος που κυνηγά τον ύποπτο ως τρομοκράτη, καταπλακώνει τη νεαρή έγκυο Αλίκη, η οποία χάνει μεσ' στο δρόμο το έμβρυο της! Τα υπόλοιπα θέματα που η συγγραφέας καταγράφει εκτείνονται από τον ηχηρό για όλα τα ΜΜΕ θάνατο της Βουγιουκλάκη (υπαρκτό πρόσωπο, αλλά και χαρακτήρας στο έργο της) μέχρι τις πρώιμες προσπάθειες για την ομοφυλοφιλική κινηματική δράση (η ιστορία του Δημήτρη που από εκδιωγμένο γκέι αγόρι εξελίσσεται σε πρωτεργάτη του ομοφυλόφιλου κινήματος).   

«Τα τάπερ της Αλίκης» αναζητούν ήδη εκείνον τον σεναριογράφο ή σκηνοθέτη που θα θελήσει να τα μεταφέρει στη μεγάλη ή στη μικρή οθόνη. Από την Έλενα Ακρίτα έφυγαν και ξεκίνησαν το ταξίδι τους. «Τα τάπερ της Αλίκης» δεν είναι ένα συνηθισμένο βιβλίο. Μπορούν να διαβαστούν στη θάλασσα το επερχόμενο καλοκαίρι, μπορούν όμως να δώσουν και τροφή για σκέψη. Είναι ο απόλυτος ορισμός της καλλιτεχνικής και της εμπορικής επιτυχίας, αν θέλετε, ένας συνδυασμός «φαρμακερός» με την πιο καλή έννοια. Σκοπός άλλωστε του κάθε καλλιτέχνη - συγγραφέα κλπ. είναι να προάγει τα υψηλότερα ανθρώπινα ένστικτα, να θυμίζει πως υπέρ πάντων είμαστε άνθρωποι που παλεύουμε περισσότερο με τη βασανιστική καθημερινότητα παρά με την πιο μύχια ψυχολογική συνθήκη μας. Η Έλενα Ακρίτα δεν αγαπάει μόνο τους χαρακτήρες της. Αγαπάει και τους αναγνώστες της κι αυτό είναι το σημαντικότερο στην περίπτωση της! 

* Το βιβλίο της Έλενας Ακρίτα, «Τα τάπερ της Αλίκης», κυκλοφορεί σε όλα τα βιβλιοπωλεία από τις εκδόσεις «διόπτρα»

** Ο τίτλος του άρθρου είναι δάνειος από στίχους του Τάσου Σαμαρτζή για το τραγούδι του Νότη Μαυρουδή «Ίσως φταίνε τα φεγγάρια» (1990) με την Ελένη Βιτάλη 

To koutipandoras.gr θεωρεί δικαίωμα του κάθε αναγνώστη να εκφράζει ελεύθερα τις απόψεις του. Ωστόσο, τονίζουμε ρητά ότι δεν υιοθετούμε τις απόψεις αυτές καθώς εκφράζουν τον εκάστοτε χρήστη και μόνο αυτόν. Παρακαλούμε πολύ να είστε ευπρεπείς στις εκφράσεις σας. Τα σχόλια με ύβρεις θα διαγράφονται, ενώ οι χρήστες που προκαλούν ή υβρίζουν θα αποκλείονται.