«Τα Ποιήματα» του συνθέτη, ερμηνευτή, εικαστικού και ποιητή Χρήστου Λεττονού μόλις κυκλοφόρησαν από τον «Μετρονόμο»

Την έκδοση επιμελήθηκε ο Θανάσης Νιάρχος, ενώ συγκινεί στον πρόλογο το κείμενο του ποιητή Γιάννη Κοντού. Μνήμες από τον Λεττονό μοιράζονται στο αφιέρωμα του koutipandoras.gr ο ποιητής Γιώργος Μαρκόπουλος και ο συνθέτης Σταμάτης Κραουνάκης. 

Αντώνης Μποσκοΐτης 16/10/2020 | 16:16

Τον Θεσσαλονικιό Χρήστο Λεττονό οι περισσότεροι τον μάθαμε ως τραγουδιστή στην περίφημη «Τετραλογία» (1975) του Δήμου Μούτση δίπλα στον Μανώλη Μητσιά και τη νεότατη Άλκηστη Πρωτοψάλτη. Ένα χρόνο πριν είχε συνεργαστεί με τον Μούτση για πρώτη φορά στο άλμπουμ «Μαρτυρίες» με βασικούς ερμηνευτές τον Μητσιά και τη Βασιλική Λαβίνα. Το ίδιο διάστημα, τον ανακαλύψαμε πάλι με την ιδιότητα του τραγουδιστή σ' έναν άλλο θρυλικό κύκλο τραγουδιών, παιδικών αυτή τη φορά: Στον «Μορμόλη» (1974) του Γιάννη Σπανού δίπλα στην Τάνια Τσανακλίδου και στον υπόλοιπο θίασο ηθοποιών - τραγουδιστών. Η μεγάλη έκπληξη ήταν όταν ανακάλυψα ότι το 1976 ο Λεττονός είχε μελοποιήσει τον Κώστα Βίρβο σε ένα ολόκληρο προσωπικό του άλμπουμ με τίτλο «Γραφειοκρατία», με τη συμμετοχή επίσης του Χρήστου Κυριαζή και της ηθοποιού Ξένιας Ζερβού, κόρης του παλιού ηθοποιού Παντελή Ζερβού. Ωστόσο, το αριστούργημα του για μένα ήταν τα «Στρατιωτικά» που κυκλοφόρησαν το 1982, σε ενορχηστρώσεις του Σταμάτη Κραουνάκη και σε στίχους του ηθοποιού Λάζαρου Ανδρέα (ο Ανδρέου ήταν ο στιχουργός του «Εγώ δεν είμαι ποιητής» του Νίκου Παπάζογλου).  

Το εξώφυλλο του άλμπουμ «Στρατιωτικά» (1982) του Χρήστου Λεττονού

Ο συνθέτης Σταμάτης Κραουνάκης, με αφορμή την κυκλοφορία των ποιημάτων του Λεττονού, καταθέτει τις μνήμες του από τη φιλία και συνεργασία του με τον Χρήστο Λεττονό: «Με τον Χρήστο δουλεύαμε παρέα, ήμασταν το μόνιμο team στα ραδιοφωνικά παιδικά που σκηνοθετούσε ο Γιώργος Εμιρζάς. Ήταν το 1981 - 82, την εποχή που βγήκαν τα ''Σκουριασμένα χείλια'' στη ΛΥΡΑ. Αυτά τα τραγούδια μου, πριν ακόμη δισκογραφηθούν, μαζί με τα δικά του, από τα ''Στρατιωτικά'', έλεγε ο Χρήστος στο μπαράκι ''12'' της Αθανασίου Διάκου. Κάναμε στενή παρέα, αν κι εγώ δεν ήμουν ποτέ του ποτού. Σ' αυτόν και την παρέα του, τους άρεσε το ποτό. Λίγο αργότερα, μαζί με τον φίλο του, τον Θωμά Σφούνη, έναν τρομερό καλλιτέχνη και εξαιρετικό παιδί, παίζοντας στο ''Εναλλάξ'', αποφάσισε να ηχογραφήσει τα ''Στρατιωτικά'' ως ανεξάρτητη παραγωγή»

Ο Κραουνάκης θυμάται και σημαντικές λεπτομέρειες απ' όλη τη διαδικασία ενορχήστρωσης του υλικού του Λεττονού: «Ήθελε να δημιουργηθεί γύρω του ένας πυρήνας σοβαρών ανθρώπων που θα τον στηρίζαμε. Κλείσαμε ένα στούντιο με ελάχιστα χρήματα και αυτό που έκανα εγώ στην πραγματικότητα ήταν να βάλω τον Χρήστο να παίξει τα τραγούδια του με την κιθάρα του. Αφού τα έπαιξε, φροντίσαμε να φωνάξουμε καλούς μουσικούς και γλυκούς ανθρώπους, έναν - έναν, που συμπλήρωσαν τον κιθαροκεντρικό ήχο όποτε μπορούσαν και δίχως αμοιβή. Πήρα το φιλέτο απ' τον ίδιο τον Χρήστο και σ' ένα κομμάτι μπήκε μια τρομπέτα, σ' ένα άλλο κοντραμπάσο κ.ο.κ. Του έλεγα ''Μη χάσει το πράγμα τη δύναμη που έχεις με την κιθάρα σου''. ''Μα δεν παίζω καλή κιθάρα'' μου απαντούσε κι εκεί εγώ ξανάλεγα: ''Δεν πειράζει, ούτε εγώ παίζω καλό πιάνο''. Σήμερα, με την απόσταση τόσων χρόνων, θα υποστήριζα ότι του έκανα την παραγωγή περισσότερο παρά την ενορχήστρωση. Υπάρχει, πάντως, ένα όμορφο αίσθημα που διασώθηκε στο άλμπουμ»

Ρωτάω ακόμη τον Κραουνάκη να μου περιγράψει τον χαρακτήρα του Χρήστου Λεττονού: «Δεν ξέρω αν άλλαξε τα τελευταία χρόνια, γιατί με τις δουλειές μας χαθήκαμε λίγο, αν και μιλάγαμε στα τηλέφωνα, μαζί μου πάντως ήταν πάντα ένα έξω καρδιά παιδί. Χύμα άνθρωπος, ''πάρε νά'χεις'', καθόλου τσιγκούνης και ανταγωνιστικός. Ακόμη θυμάμαι τα γέλια μας και γι' αυτό ο απρόσμενος θάνατος του ήταν ένα μεγάλο σοκ»

Ο Κραουνάκης γνώριζε πολλά από τα ποιήματα του Λεττονού: «Μου είχε αγάπη και μου έδειχνε αυτά που έγραφε. Κάναμε ανταλλαγή πραγμάτων με λίγα λόγια». Κι όταν του ζητάω να μου σχολιάσει την ερωτική ελευθεριότητα των ποιημάτων του, απαντάει: «Ήταν ένας άνθρωπος με πολύ ξεκαθαρισμένη την επιλογή στο πως ζούσε, από μικρός, από πολύ νέος, χωρίς να' ναι καθόλου αγενής. Αγαπούσε τις γυναίκες ο Χρήστος, όπως και όλους τους ανθρώπους, λόγω της φυσικής του ευγένειας»

Χρήστος Λεττονός

Ο Γιώργος Μαρκόπουλος είναι ένας άλλος σημαντικός ποιητής που συνδέθηκε φιλικά με τον Χρήστο Λεττονό και, μάλιστα, άφησαν μαζί δύο τραγούδια: Το «Να'ρχόσουνα, βρε μάτια μου» που τραγούδησε η Άλκηστη Πρωτοψάλτη στον πρώτο προσωπικό της δίσκο («Απλά τραγούδια», 1977) και το «Γι' αυτό λοιπόν» που εντάχθηκε στα «Στρατιωτικά» του 1982. Ακολουθεί η μαρτυρία του Γιώργου Μαρκόπουλου: «Τον Χρήστο τον πρωτογνώρισα στα μέσα του '70 στη μπουάτ ''Λήδρα'', όταν τραγουδούσε με την Τάνια Τσανακλίδου και άλλους στο σχήμα του Γιάννη Μαρκόπουλου. Αρχίσαμε να κάνουμε παρέα, βγαίναμε πολύ και τον έβλεπα στο θέατρο. Τελευταία παράσταση του που είδα ήταν στο θέατρο ''Αθηνά'' της οδού Δεριγνύ, όπου έπαιζε με τον Αλέκο Αλεξανδράκη. Είχαμε κοινό όραμα τη δημιουργία τραγουδιών. Μια μέρα μου λέει ''Γράψε μου'' κι έτσι κάναμε αυτά τα δύο τραγούδια. Ήταν ένας τρυφερός και γλυκός άνθρωπος χαμηλών τόνων. Μου έδειχνε τα ποιήματα του, όλα αυτά που κυκλοφορούν σήμερα από τον ''Μετρονόμο'' και του έκανα τις παρατηρήσεις μου. Το ίδιο, όμως, έκανα κι εγώ με τα δικά μου ποιήματα προς τον Χρήστο. Όταν ήθελε να μου κάνει μια παρατήρηση έβαζε μπροστά τη λέξη ''φρονώ'', τέτοια ευγένεια είχε. ''Φρονώ, Γιώργο'' τον θυμάμαι να μου λέει, ''ότι αυτό μήπως είναι περιττό εδώ'' κλπ. Κρατάω την εικόνα του σαν ένα ψηλόλιγνο παιδί με σγουρά μαλλιά σαν δαχτυλίδια, ήταν ένα πανέμορφο πλάσμα. Υπερασπιζόταν με τη γραφή του την ερωτική επιλογή του, αλλά χωρίς να ήταν απ' αυτούς που το διατυμπανίζουν άνευ λόγου και αιτίας. Σας ευχαριστώ για την αναμόχλευση της μνήμης για τον αγαπημένο Χρήστο μετά των Αγίων ανάπαυσον»

Ο ποιητής Γιώργος Μαρκόπουλος (φωτογραφία: Αγγελική Παπαϊωάννου/ Το Κουτί της Πανδώρας)

Πέραν της τραγουδιστικής του ιδιότητας, ο Λεττονός υπήρξε ένας «πολυεδρικός» καλλιτέχνης, συμφώνως και με το σημείωμα του ποιητή Θανάση Θ. Νιάρχου που επιμελήθηκε την τωρινή έκδοση των ποιημάτων του. Ηθοποιός, ζωγράφος, συνθέτης, ερμηνευτής και, πάνω απ' όλα, ποιητής. Ένας ποιητής που ο Βαγγέλης Χρόνης, ο οποίος προλογίζει το βιβλίο, δεν θα επιθυμούσε με κανένα τρόπο να χαρακτηρίσει «καταραμένο» ποιητή. Ίσως γιατί απλά, πάλι κατά τον Νιάρχο, ο Λεττονός «υπήρξε μια εντελώς ξεχωριστή φωνή. Ζωηρός, αντισυμβατικός, επαναστατημένος, συνειδητοποιούσε την ποίηση ως μία πράξη ανταρσίας και εσωτερικής λύτρωσης...».  

Συγκίνηση προξενεί το κείμενο του Γιάννη Κοντού (1943 - 2015) ως εισαγωγή στο βιβλίο - ένα κείμενο γραμμένο από το 2005, δέκα χρόνια πριν φύγει από τη ζωή και ο σημαντικός ποιητής. Ο Κοντός περιγράφει την πρώτη συνάντηση τους σε ένα τυπογραφείο της Ομόνοιας εν έτει 1970, όταν ο νεαρός Λεττονός τύπωνε την ποιητική συλλογή του με τίτλο «Ρεζέρβα». Γράφει ο Γιάννης Κοντός: «Στις σελίδες του διαβάζω ποιήματα πάθους, έρωτα και στοχασμού. Θα έλεγα επηρεασμένα από το κλίμα του περιοδικού Διαγώνιος το οποίο εξέδιδε ο περιβόητος ποιητής Ντίνος Χριστιανόπουλος, που τότε είχε δημιουργήσει σχολή. Στα ποιήματα εκείνα υπήρχε ατμόσφαιρα ιδιαίτερη και χώμα νοτισμένο - ήταν σωματική ποίηση»

Αυτή την ιδιαίτερη «χριστιανοπουλική» ατμόσφαιρα, που επισημαίνει ο Κοντός, τη βλέπουμε σε ποιήματα του Λεττονού σαν το «Στο σινεμά» από την ενότητα «Ομολογίες (1967 - 70)»:

Στο σινεμά

μες το σκοτάδι δίπλα μου

κλαις

κι εγώ βλέπω το φιλμ.

Βλέπω το φιλμ

- τι να σου πω.

Καταλαβαίνω τι σημαίνει ν' αγαπάς

και να σε απωθούν.

Στο σινεμά

με βλέπεις σιωπηλά μες το σκοτάδι

και δεν τολμάς να με αγγίξεις.

Στο σινεμά

κλαις μες το σκοτάδι 

κι εγώ προσέχω

μια το φιλμ - μια εσένα. 

Το εξώφυλλο του βιβλίου «Χρήστος Λεττονός - Τα Ποιήματα» από τις εκδόσεις Μετρονόμος με την ασπρόμαυρη «νεονουάρ» αισθητική του γραφίστα Πέτρου Παράσχη

Ή στο ποίημα «Περίπατος» από την ενότητα «Κατάλοιπα ποιήματα», που κυκλοφορούν σήμερα από τον «Μετρονόμο». Παρατίθεται ένα απόσπασμα από το ποίημα:

Δεν είναι τόσο εύκολος όσο νομίζεις

ένας περίπατος στο Ζάππειο

χωρίς την αστυνομική σου ταυτότητα

περιπολικά σε σταματάνε στις γωνιές

ερωτήσεις

«Ποιος είσαι; Τι ζητάς στο πάρκο τέτοια ώρα;»

αμύνεσαι απελπισμένα

«για ποιον με περάσατε;

εγώ έχω ραντεβού με το κορίτσι μου

τι σχέση έχω εγώ μ' αυτούς;»

και το μυαλό σου κολλημένο σε φράση που είχε πει

κάποιος Χριστός πολύ παλιά στον Πέτρο

δεν ξεγελάς κανέναν πια. 

Ωστόσο, αν παραβλέψει κανείς τις χριστιανοπουλικές επιρροές του, μπορεί να ισχυριστεί κανείς ότι στο ποίημα «Περίπατος», ένα απ' τα πιο τολμηρά και περιγραφικά ποιήματα του για εκείνα τα χρόνια τουλάχιστον, ο Λεττονός φέρει επιρροές και από τον Γιάννη Ρίτσο. Ιδιαίτερα από την ποιητική συλλογή «Το τερατώδες αριστούργημα» (Κέδρος, 1985), σ' ένα απ' τα πιο «απελευθερωμένα» ποιήματα του ποιητή της «Ρωμιοσύνης». Γράφει ο Ρίτσος (απόσπασμα):

Εκείνο τον καιρό ακριβώς

αγαπήσαμε τ'αγάλματα με τα κομμένα πόδια ή χέρια ή το κεφάλι ή τις φτερούγες

και συλλογιζόμασταν πως καβαλάγανε τ'αγάλματα ποδήλατο

κι αν ζεσταίνεται η σέλα απ' τα σκέλια τους(...)

και πως θα'ήταν να κάναμε έρωτα μαζί τους

κάτου απ' τις αμυγδαλιές στο νησάκι Κρανάη...

Ενδεικτικό ακόμη είναι πως στην ποιητική ενότητα «Κύκλος (1965 - 67)», στην πολύ νεανική ηλικία του Λεττονού (ήταν γεννημένος τον Ιανουάριο του 1949), παρουσιάζεται ξεκάθαρα μπροστά μας όλη η συγκλονιστική, καρυωτακικών διαστάσεων, μελαγχολία που τον διακατείχε. Διαλέγω το ποίημα «Νεκροψία»:

Έκαναν τη νεκροψία

κι ανακάλυψαν

πως δεν υπήρχε ευτυχία

σ' αυτό το σώμα

Δεν θέλησαν να το θάψουν

είναι ανώφελο είπαν.

Στην επόμενη ποιητική ενότητα του βιβλίου, με τίτλο «Περιπτώσεις (1966 - 67)», παρά το νεαρό της ηλικίας του, ο Λεττονός επαναστατεί ακόμη και απέναντι στην ποιητική καθεστηκυία τάξη, μέρος της οποίας επιθυμούσε να είναι και ο ίδιος ουσιαστικά με την ακατάπαυστη γραφή του. Το ακόλουθο ποίημα τιτλοφορείται «Οι Ποιητές»

Οι ποιητές φταίνε

ντύσανε τον μεγαλοποιημένο τους σπαραγμό

με λέξεις που μας ανήκαν

και μας άφησαν γυμνούς.

Τα κουφάρια τους

κατέλαβαν όλο τον χώρο.

Αυτοί φταίνε

αν τώρα ντρεπόμαστε να μιλήσουμε.

Όλοι περιμένουν πράξεις σήμερα. 

Η ερωτική φύση των ποιημάτων του Λεττονού αποκαλύπτεται στην ενότητα «Ομολογίες (1967 - 70)». Εκεί ο ποιητής γίνεται σαφώς λιγότερο ενοχικός απέναντι στο ίδιο του το σώμα (εν αντιθέσει, λόγου χάριν, με το πρώιμο ποίημα του, «Νεκροψία», που παρέθεσα πιο πάνω) και ξεχειλίζει από λυρισμό και ευαισθησία. Αυτό είναι ολόκληρο το ποίημα του με τίτλο «Αν κάποτε δεχτείς»:

Αν κάποτε δεχτείς να γαληνέψω

στο δάσος του στήθους σου

με τις πηγές των ματιών σου

της φωνής σου τους ψίθυρους

ίσως τότε κλείσω τα μάτια

κι αφεθώ

να χαθώ μέσα στα δέντρα σου

Απόκομμα από την «Ελευθεροτυπία» της 5ης Ιουνίου 1994, την επόμενη του θανάτου του Χρήστου Λεττονού. Δεν αναγράφεται το όνομα του αρθρογράφου (Από το αρχείο του Φώντα Τρούσα και το blog Δισκορυχείον)

Δυστυχώς ο Χρήστος Λεττονός έφυγε νεότατος από τη ζωή με φρικτό τρόπο τον Ιούνιο του 1994. Είχε εγκαταλείψει τη δισκογραφία και ασχολιόταν με την καλλιέργεια της γης, αρκούμενος σε πολύ αραιές live εμφανίσεις στην Αθήνα. Μια μεγάλη πυρκαγιά στο Μαρκόπουλο Αττικής βρήκε στον ύπνο τον Λεττονό μαζί με τον φίλο του, Χρήστο Σουράπα, πρώην ιδιοκτήτη της γαλακτοβιομηχανίας ΕΒΓΑ. Οι δύο άντρες μεταφέρθηκαν στο νοσοκομείο ΚΑΤ με βαριά εγκαύματα. Το πρωί της 4ης Ιουνίου του 1994 εξέπνευσε πρώτος ο Λεττονός και το απόγευμα της ίδιας μέρας ο Σουράπας

Σήμερα, 26 χρόνια μετά, οι εκδόσεις Μετρονόμος τιμούν τη μνήμη αυτού του εξαιρέσιμου και πολυτάλαντου καλλιτέχνη, κυκλοφορώντας τα ποιητικά του άπαντα με την επιμέλεια του Θανάση Θ. Νιάρχου. Το βιβλίο διατίθεται σε όλα τα κεντρικά βιβλιοπωλεία με τιμή πώλησης τα 10.50 ευρώ.

Κι ένα τραγούδι με τον Χρήστο Λεττονό από τα «Στρατιωτικά» του 1982. Λέγεται «Σε θυμάμαι συχνά» και αποτελεί εξελληνισμό από τον Λάζαρο Ανδρέου της μπαλάντας «Chelsea Hotel #2» του Leonard Cohen (το τραγούδι ανέβασε στο κανάλι του στο YouTube ο στιχουργός και μουσικογράφος Μάνος Ορφανουδάκης): 

* Το άρθρο αφιερώνεται στην Α.Α.