Τα «απόβλητα» της πανδημίας

Ο φόβος της απώλειας που συντροφεύει μια υγειονομική κρίση, αντί να λειτουργήσει σαν τον μαγνήτη που φέρνει πιο κοντά τις ηγεσίες με τους απλούς πολίτες, είχε τα ακριβώς αντίθετα αποτελέσματα

Γιάννης Σιώτος 21/01/2021 | 10:07

Η πανδημία που πλήττει τη χώρα σχεδόν εδώ κι έναν χρόνο ανέδειξε τις πραγματικές διαστάσεις δύο προβλημάτων που μέχρι το 2010 οι πολιτικές ελίτ τα έκρυβαν επιμελώς κάτω από τη χρυσόσκονη της ευημερίας. Τα μνημόνια αρχικά και ο COVID στη συνέχεια διεύρυναν το έλλειμμα εμπιστοσύνης στις πολιτικές ελίτ και ενίσχυσαν την αμφισβήτηση για τα κίνητρα που κρύβουν οι κεντρικές επιλογές τους.

Ο φόβος της απώλειας που συντροφεύει μια υγειονομική κρίση, αντί να λειτουργήσει σαν τον μαγνήτη που φέρνει πιο κοντά τις ηγεσίες με τους απλούς πολίτες, είχε τα ακριβώς αντίθετα αποτελέσματα. Το έλλειμμα εμπιστοσύνης των ανθρώπων στους ηγέτες στην εποχή του COVID διογκώθηκε καθώς οι μεγαλόστομες υποσχέσεις αποδείχτηκαν φρούδες ελπίδες και πλέον ένας διόλου ευκαταφρόνητος αριθμός ανθρώπων πιστεύει ότι τα συμφέροντά του δεν ταυτίζονται με τις επιδιώξεις της πολιτικής ελίτ.

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η κυβέρνηση έχει αντιληφθεί αυτή την πραγματικότητα αλλά προς έκπληξη των περισσοτέρων δεν κάνει και πολλά για να την αντιμετωπίσει. Αντί να πείσει με πράξεις για τις καλές προθέσεις της, επικεντρώνεται στη διαχείριση των πληροφοριών ώστε να διαμορφώσει άλλοτε ένα κλίμα χρήσιμου πανικού, άλλοτε ένα κλίμα εύπλαστης αισιοδοξίας και άλλοτε ένα κλίμα διαχειρίσιμης ανασφάλειας. Φυσικά, η εμφανής προσπάθεια χειραγώγησης τις περισσότερες φορές έχει τα αντίθετα αποτελέσματα από αυτά που επιδιώκει.

Παρακολουθώντας τις δηλώσεις των κορυφαίων κυβερνητικών στελεχών, νιώθεις ότι όσα δηλώνουν και όσα εξαγγέλλουν υποδηλώνουν ότι και οι ίδιοι αναγνωρίζουν πως ένας μεγάλος αριθμός πολιτών -μεταξύ αυτών και ψηφοφόροι τους- αμφισβητεί την ειλικρίνεια, τα κίνητρα και τις αγαθές προσθέσεις τους και έχει ενστερνιστεί τις θεωρίες συνωμοσίας για να δικαιολογήσει την αντίθεση στις εντολές και στις κατευθύνσεις.

Ομως, αντί -έστω και καθυστερημένα- να αλλάξει ρότα, επιμένει με έκδηλη αλαζονική αδιαφορία σε επιλογές που διευρύνουν το έλλειμα εμπιστοσύνης. Αξιοποιεί τη σιωπή της πανδημίας για να προωθήσει νόμους και για να επιβάλει πολιτικές που οδηγούν στη συρρίκνωση της μεσαίας τάξης και στην εξαθλίωση των πιο ευάλωτων. Χρησιμοποιεί τη βία των «ράβδων» για να αντιμετωπίσει κάθε ενοχλητική διαφωνία. Συσκοτίζει αντί να φωτίζει. Αγνοεί κάθε άποψη που δεν συμπίπτει με τη δική της. Κλείνει παλιούς λογαριασμούς. Απαξιώνει τον αντίλογο. Υποτιμά την κοινή λογική...

Η συνειδητή επιλογή τού -άλλοτε εμφανούς και άλλοτε υφέρποντα- πειθαναγκασμού έχει οδηγήσει πολλούς να αναρωτιούνται αν η κυβέρνηση τελικά αξιοποιεί τη βιαιότητα της πανδημίας για να προωθήσει την ατζέντα της επόμενης μέρας που έχει κατά νου. Το σίγουρο είναι ότι σημαντικοί άνθρωποι έχουν ανοίξει τη συζήτηση για τη ζωή μετά την πανδημία. Τα «απόβλητα» της πανδημίας ήδη προβληματίζουν και προκαλούν. Τον Μάιο, ο Kevin Rudd, πρώην πρωθυπουργός της Αυστραλίας, έγραφε για την «επερχόμενη μετα-COVID αναρχία». Η Melinda Gates μιλά για «κόστος της πανδημίας για τις γυναίκες».

Ο David M. Beasley, εκτελεστικός διευθυντής στο World Food Programme των Ηνωμένων Εθνών, εκφράζει δημόσια φόβους ότι «μια πανδημία πείνας διαγράφεται στον ορίζοντα». Πριν από λίγες μέρες άκουσα τον κ. Μάρκαρη να διατυπώνει την αγωνία του για τις επιπτώσεις που θα έχει στις ζωές των ανθρώπων η διατήρηση της τηλεργασίας και μετά την πανδημία...

Ολοι σήμερα αντιμετωπίζουν με φόβο το αύριο. Και σε κοινωνίες σαν τη δική μας, που χαρακτηρίζονται από έλλειμμα εμπιστοσύνης στις ηγεσίες, πολύ εύκολα ο φόβος του αγνώστου μπορεί να μετατραπεί σε προσάναμμα κοινωνικών αναταράξεων. Και τι κάνουν οι δικοί μας ηγέτες για να αποτρέψουν μια πιθανή έκρηξη;

Οι «άριστοι», αντί να επενδύσουν στην εμπιστοσύνη, ρίχνουν λάδι στη φωτιά αξιοποιώντας έναν άλλο «άριστο», τον κ. Πισσαρίδη, για τον οποίο η λέξη «κοινωνικό» δεν υπάρχει. Το να ξεχωρίσεις ανάμεσα σε όλες τις επιλογές εκείνη που αντιμετωπίζει την ανισότητα ως κινητήρια δύναμη για την ανάπτυξη είναι ένα ξεκάθαρο μήνυμα προθέσεων. Ετσι γίνεται σαφές ότι το «αναπτυξιακό όραμα» του κ. Μητσοτάκη για τη μετα-COVID Ελλάδα είναι να μετατρέψει τους Ελληνες σε «εξαρτήματα» μιας δράκας ολιγαρχών και την ελληνική οικονομία σε μόρφωμα ανίκανο -και σε λίγο καιρό ανήμπορο- να καλύψει ακόμα και τις πιο στοιχειώδεις ανάγκες του τόπου.

Αν κάποιος συνδέσει την έλλειψη εμπιστοσύνης με τον φόβο ενός δυστοπικού μέλλοντος, τότε η δυσπιστία είναι όχι μόνο εξηγήσιμη αλλά και αναμενόμενη. Και δυστυχώς ο πρωθυπουργός όχι μόνο παραμένει αμετακίνητος στις πρακτικές αυτές αλλά χαρακτηρίζει ανεύθυνους όσους αντιδρούν προβλέποντας μαύρες μέρες στον ορίζοντα. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η άρνησή του να αποκαταστήσει τη χαμένη εμπιστοσύνη θα προκαλέσει στο εγγύς μέλλον δεινά και θα γυρίσει τον κοινωνία σε εποχές που όλοι θέλουμε να ξεχάσουμε.

*Ο Γιάννης Σιώτος είναι δημοσιογράφος και συγγραφέας

Πηγή: Η Εφημερίδα των Συντακτών