Θοδωρής Μανίκας: «Προσεύχομαι στον πατέρα μου, στον Bob Marley και στον Μαραντόνα»

Άνθρωπος της μουσικής, των δίσκων, του ραδιοφώνου, των ταξιδιών, της ποίησης και του ονείρου. Είναι ο Θοδωρής Μανίκας που αφηγείται τη ζωή του όλη στο koutipandoras.gr

274988379 4849142868539082 5500829970208029931 n

Ο Θοδωρής Μανίκας αποτελεί ένα μεγάλο κομμάτι της ιστορίας της ελληνικής δισκογραφίας από τη Μεταπολίτευση και μετά. Πολυπράγμων, πολυγραφότατος, πάντα δραστήριος, παραγωγικός και εφευρετικός, από το ξεκίνημα του στα 80s μέχρι σήμερα, που. αν και παλεύει σθεναρά το σοβαρό θέμα της υγείας του, ετοιμάζει πολλά ενδιαφέροντα δισκογραφικά projects. Η συζήτηση μας πίστευα πως θα διαρκέσει μάξιμουμ μιάμιση ώρα και τελικά κράτησε ένα ολόκληρο τρίωρο. Και τι να αφήσεις εκτός σε μία συνέντευξη μαζί του; Τη θητεία του στο ραδιόφωνο, αρχής γενομένης από το χατζιδακικό Τρίτο Πρόγραμμα; Το συγκρότημα του, τους Thirty Dirty, αλλά και τους 667, οι οποίοι χάρισαν στον Μαργαρίτη ένα απ’ τα μεγαλύτερα ever σουξέ του; Τις δισκογραφικές παραγωγές του, που έφερναν κάποτε στη ΛΥΡΑ της μετά Πατσιφά εποχής, τη μία επιτυχία πίσω απ’ την άλλη; Την ιστορία πίσω από τη γνωριμία του με τον Άκη Πάνου και το θρυλικό άλμπουμ «Επειγόντως»; Την κηδεία του Bob Marley, που έφτασε μέχρι τη Τζαμάικα, για ν’ αποχαιρετίσει έναν απ’ τους «θεούς» του; Τους σταθερούς δεσμούς του με την Αιθιοπία; Για όλα αυτά είχαμε την ευκαιρία να συνομιλήσουμε συν την ανάδειξη ενός ανθρώπινου στοιχείου, που πάντα μ’ ενδιαφέρει στις συνεντεύξεις, ανεξαρτήτως του έργου και της πορείας του καθενός συνεντευξιαζόμενου. Είναι η συνέντευξη – life story του Θοδωρή Μανίκα και ακολουθεί ευθύς αμέσως:

Θοδωρή, είναι η δεύτερη συνέντευξη που μου δίνεις μετά από 20 χρόνια. Εσύ μου τηλεφώνησες γι’ αυτή τη συνάντηση. Ποιος ο λόγος, ετοιμάζεις κάτι και ήθελες να το μοιραστείς;

Ο λόγος ήταν συμπτωματικός. Έβλεπα διάφορες συνεντεύξεις που έχεις κάνει μ’ άλλους ανθρώπους και πρόσεξα να αναφέρουν κάνα δυο φορές το όνομα μου. Είπα, έτσι, αντί να τα λένε άλλοι για μένα, καλύτερο θα είναι να τα πω εγώ. Να πω κι εγώ για τους άλλους, γιατί δεν είναι πάντα μονόπατη η ιστορία.

Εδώ είμαστε, λοιπόν, μια κι εσύ είσαι από μόνος σου μια ιστορία ξεχωριστή στην ελληνική δισκογραφία. Ό,τι θες να πεις, θα το πεις.

Ε, ναι, εντάξει, δεν θα κάνουμε κουτσομπολιό…

Πες μου καταρχάς σε τι φάση βρίσκεσαι αυτόν τον καιρό.

Έχω διάφορα περίεργα στη ζωή μου αυτόν τον καιρό, αλλά παρόλα αυτά στο επίκεντρο βρίσκεται η παραγωγικότητα μου. Και με τις μουσικές και με το ραδιόφωνο που ξανακάνω μετά από πολλά χρόνια.

Που σε ακούμε τώρα;

Είμαι Στο Κόκκινο 105.5 τα σαββατοκύριακα και πολύ ευχαριστημένος. Μου φέρθηκαν καλά, με απορρόφησαν καλά, γιατί έχω τις παραξενιές μου. Πάει καλά αυτή η συνεργασία.

Ποιες είναι δηλαδή οι παραξενιές σου;

Μιλώντας για το ραδιόφωνο, εννοώ ένα μεγάλο ραδιοφωνικό αποτύπωμα που – υποτίθεται – έχω. Να φανταστείς, ξεκίνησα το 1980 στο Τρίτο Πρόγραμμα επί Χατζιδάκι. Άλλη πραγματικότητα!

Σου έδωσε ελευθερία ο Χατζιδάκις, έτσι;

Πάρα πολύ μεγάλη! Οι πέριξ του Χατζιδάκι δεν με γούσταραν και δεν μου’χαν δώσει ελευθερίες.

Το ίδιο είχε συμβεί και με τον Δημήτρη Πουλικάκο, αν τα λέω σωστά.

Ισχύει. Μην ανησυχείς, τα ξέρω, μαζί ήμασταν με τον Πουλικάκο, όχι στον Κορυδαλλό (γέλια). Εκεί τον γνώρισα, αφού τον επισκέφτηκα μαζί με δυο – τρεις άλλους, φοιτητές της Νομικής, με σκοπό να κάνουμε κάτι γι’ αυτόν που ήταν έγκλειστος. Κατέληξα τελικά στο να γνωρίσω τον Πετσίλα.

Τον άντρα της Μούσχουρη λες.

Προτιμώ να λέω ότι ήταν ένας σπουδαίος παραγωγός και διευθυντής της τότε ΕΜΙΑΛ. Εμείς πήγαμε εκεί προκειμένου να πάρουμε φτηνά τους δίσκους του Πουλικάκου για να τους πουλούσαμε στην εκδήλωση που θα γινόταν για τον ίδιο.

Αναφέρεσαι στο «Μεταφοραί – εκδρομαί ο Μήτσος».

Ακριβώς. Για να μαζεύονταν λεφτά για την αποφυλάκιση του Πουλίκα, ας πούμε. Ο Πετσίλας με συμπάθησε και πρακτικά αυτός μου ανάθεσε τις πρώτες μου παραγωγές. Εντάξει, ο Πουλικάκος αποφυλακίστηκε σύντομα και μένα μου έμεινε η σχέση μου με τον Πετσίλα. Απ’ τις πρώτες μου παραγωγές εκεί ήταν ο πρώτος δίσκος των Χάνομαι Γιατί Ρεμβάζω και τα «Ψέματα», ο δεύτερος δίσκος των Φατμέ.

Μεγάλες επιτυχίες είχαν βγει από τα «Ψέματα»!

Επειδή εγώ υπερασπίζομαι τον παραγωγό εαυτό μου, θεωρώ ότι είναι και η καλύτερη δουλειά που’χει κάνει ο Πορτοκάλογλου στη ζωή του, είτε ως Φατμέ, είτε ως Πορτοκάλογλου. Με χαρά είδα πριν καμιά δεκαριά χρόνια να το λέει κι αυτός σε μία συνέντευξη του. Αν βάλεις ειδικά ότι είχαν περάσει τριάντα χρόνια απ’ την έκδοση του δίσκου, καλό ήτανε! Αυτά, ξέρεις, δεν γίνονται τυχαία, τα ωραία τραγούδια ήταν μια εύθραυστη ισορροπία στους Φατμέ, γιατί μύριζε ο αέρας ότι διαλυόταν το πράγμα. Ήταν η δική μου επιθετική κάπως παρουσία, αλλά κι αυτή του Άκη Γκολφίδη, του μηχανικού ήχου, που μόλις είχε έρθει απ’ το Βέλγιο, ήταν η πρώτη δουλειά του στην Ελλάδα και ήθελε να δείξει τη γνώση του, να την εφαρμόσει. Δεν ήταν ο δίσκος της Στανίση, ήταν ο δίσκος των Φατμέ με παραγωγό τον Μανίκα. Είχε όλο το χώρο για να δείξει την τεχνική του. Ήταν όλα μαζί, η σωστή εξίσωση για νά’βγαινε ένας καλός δίσκος. 

Θα ξαναπάμε στον παραγωγό εαυτό σου, αλλά ας μιλήσουμε για τον ραδιοφωνικό παραγωγό Μανίκα.

Απ’ τον Χατζιδάκι θυμάμαι καταρχάς κάτι που κανείς δεν θα μπορούσε να ξεχάσει, όχι εγώ μόνο: Το πως προσελήφθην στο ραδιόφωνο. Εγώ δεν είχα σκοπό να γίνω ραδιοφονιάς.

Το ραδιοφονιάς με «ωμέγα» ή με «όμικρον»;

Με όμικρον (γέλια). Εγώ άκουγα τα αμερικανικά της Βάσης, άκουγα Τρίτο και τους ερασιτεχνικούς πειρατικούς σταθμούς. Εκεί ήμουν προσηλωμένος. Μια μέρα άκουσα στο Τρίτο μια μεγάλη κοτσάνα! Την είπε ένας άνθρωπος, ενεργός μέχρι σήμερα σε διάφορα, πολιτιστικά και πολιτικά, ο Δημήτρης Δανίκας.

Δεν θυμόμουν ότι έκανε εκπομπές στο Τρίτο ο Δανίκας.

Κοίτα, επειδή ο Χατζιδάκις βαριόταν – μεταξύ μας – να ανεβοκατεβαίνει στην Αγία Παρασκευή, ήταν εγκατεστημένος στο Παγκράτι ή στη Ρηγίλλης στο σπίτι του ή στον Μαγεμένο Αυλό. Εκεί ήταν η έδρα του κι είχε χρήσει διάφορους ανθρώπους να τρέχουν τη δουλειά. Ήταν μια εξαιρετική κυρία, η Ελένη Βλάχου – καμιά σχέση με τη Βλάχου της «Καθημερινής» – ως producer και συντονίστρια παραγωγών. Ήταν κι άλλοι, που τους είχε ο Χατζιδάκις για ν’ ασκούν έως και διοικητικό έργο. Ένας απ’ αυτούς ήταν η Ελένη Καραΐνδρου, σκληροπυρηνικό ΚΚΕ τότε. Ζεύγος με τον Δανίκα ήταν κι έτσι βρέθηκε κι αυτός εκεί. Σε κάθε περίπτωση, ο Δανίκας τι έκανε; Εγώ τότε δούλευα στο Pop Eleven, το θρυλικό δισκάδικο των αδερφών Φαληρέα. Έβλεπα τον Δανίκα να έρχεται σε μας και να παίρνει δίσκους – είχε βρει ωραία φάμπρικα. Έβαζε όλο το δίσκο στην εκπομπή του και μούγκα, καμία κουβέντα ενδιάμεσα. Στο τέλος μόνο έλεγε «Ακούσαμε το τάδε κονσέρτο με τον Keith Jarrett, παραγωγή Δημήτρης Δανίκας» και τέλος! Ταμείο, πληρωνόμαστε και γεια σας! Ακούω, λοιπόν, την εν λόγω εκπομπή και θα σας πω τι με βίδωσε και τηλεφώνησα του Χατζιδάκι!

Στο προσωπικό του τηλέφωνο;

Έχει σημασία η ερώτηση σου αυτή για τους νέους ανθρώπους, διότι στο σημερινό κόσμο φαίνεται πολύ δύσκολο. Πως θα πάρεις τηλέφωνο τον Χατζιδάκι; Τότε έπαιρνες τις πληροφορίες του ΟΤΕ και στο έδιναν το νούμερο του ή στο έδινε και κάποιος που μπορεί να το είχε. Εγώ θα μπορούσα π.χ. να πάρω τον Φαληρέα, αλλά εν προκειμένω το είχε ο πατέρας μου, γιατί ήταν ένας ιδιόρρυθμος αξιωματικός του στρατού που στη σχολή Ευελπίδων είχε φέρει τον Χατζιδάκι και λίγο μετά τον Σπύρο Ευαγγελάτο με σκοπό να δώσουν διάλεξη στους αξιωματικούς περί ελληνικής μουσικής και περί ελληνικής θεατρικής πράξης.

Α, τόσο προχώ ο μπαμπάς σου.

Του ζήτησα το τηλέφωνο του Χατζιδάκι, με ρώτησε «τι τον θέλεις;» και μου το έδωσε. Τηλεφωνώ του Χατζιδάκι και ακολουθεί ο εξής διάλογος:

– Γεια σας. Είμαι ένας ακροατής του Τρίτου Προγράμματος και πήρα να διαμαρτυρηθώ για κάτι που άκουσα και με ενόχλησε.

– Τι ακούσατε και σας ενόχλησε;

– Τον Δημήτρη Δανίκα να λέει «ακούσαμε για μία ώρα το συγκρότημα Frank Zappa, που φυσικά δεν είναι συγκρότημα, αλλά ένας άνθρωπος και μάλιστα, σύμφωνα με τη βιβλιογραφία μου, έλκει την καταγωγή του απ’ τη γνωστή οικογένεια των Ζαππαίων στην Ήπειρο.

Παύση ο Χατζιδάκις…

– Πόσων χρονών είστε;

– 19.

– Είστε αναθεωρητής;

Τι ερώτηση ήταν αυτή;

Μετά κατάλαβα γιατί μου το ρώτησε. Εκεί μέσα, από την Καραΐνδρου μέχρι τον Δανίκα που τότε ήταν στην ΚΝΕ και στη λεγόμενη ΠΑΠΟΚ, την πολιτιστική παραφυάδα του ΚΚΕ, είχε γεμίσει από Κνίτες το Τρίτο Πρόγραμμα. Αυτός με ρώτησε αν ήμουν αναθεωρητής, στην περίπτωση που ήμουν Ρηγάς, του ΚΚΕ Εσωτερικού.

Που αυτούς συμπαθούσε πιο πολύ ο Χατζιδάκις.

Ναι, αλλά το έκανε και για να με προστατεύσει. Του απάντησα:

– Όχι, δεν είμαι αναθεωρητής, αλλά σαν άνθρωπος που θέλει ν’ αλλάξει πέντε πράγματα στον κόσμο, είμαι και λίγο αναθεωρητής.

– Θα ανεβείτε αύριο στο Ραδιομέγαρο στην Αγία Παρασκευή, θα ζητήσετε την κυρία Βλάχου και θα σας πει αυτή τα περαιτέρω.

Μου φάνηκε τελείως παλαβή η διαδικασία. Το συζητάω καμιά φορά με τα παιδιά μου, λέω στον γιο μου «Βάλε τον εαυτό σου στην ηλικία μου πώς θα μπορούσε να σου συμβεί αυτό το πράγμα». Και, πραγματικά, ποιος να στο έλεγε αυτό απ’ το τηλέφωνο; Στο ΣΠΟΡ FM; Που μπορεί στον ΣΠΟΡ FM να’ταν και η καλύτερη περίπτωση, για να είμαστε κι ειλικρινείς! Θέλω να πω, που αλλού θα έπαιρνα και θα’λεγα «Γεια σας, ο μαλάκας που έχετε εκεί, τα λέει λάθος;» Μα να σου πει ο διευθυντής κατευθείαν «Περάστε αύριο»; Τέλος πάντων, επειδή απ’ την Κυψέλη έπρεπε να κάνω κανονικό ταξίδι ως την Αγία Παρασκευή, πέρασα πρώτα από ραντεβού μ’ ένα μυθικό πρόσωπο, τον Γιώργο Μπαράκο, που’χε το περιβόητο jazz κλαμπ. Ο Μπαράκος μου έδωσε τρεις δίσκους του Nick Gravenites να τους αντιγράψω σε κασέτα και να τους επέστρεφα στο επόμενο ραντεβού μας. Οπότε σκάω στην Αγία Παρασκευή με μια σακούλα με τρεις δίσκους και με τίποτα άλλο, αφού δεν ήξερα κιόλας τι θα μου έλεγαν. Βρίσκω την κυρία Βλάχου, λέμε τα διάφορα, όπου μου λέει: «Περάστε τώρα στο στούντιο να γράψετε την πρώτη εκπομπή». Της κάνω «Ποια εκπομπή; Δεν έχω έτοιμη καμία εκπομπή» και μου απαντάει: «Δεν μπορείτε να κάνετε τώρα εκπομπή; Αλλιώς πηγαίντε στη δισκοθήκη και πάρτε όποιους δίσκους θέλετε». Ευτυχώς είχα μαζί μου τους δίσκους του Gravenites και του έκανα ένα αφιέρωμα. Σημειωτέον, τηλεφώνησα σ’ ένα φίλο μου, που δεν ζει πια, τον Νίκο Γκούβη, με τον οποίο είχαμε πάει μαζί στην κηδεία του Bob Marley. Αυτός έγραφε τότε στα περιοδικά. Τέλος πάντων, του κάνω απ’ το τηλέφωνο: «Ρε μαλάκα, για κοίτα μία την εγκυκλοπαίδεια, πού ακριβώς γεννήθηκε ο Gravenites;» Μου έδωσε αυτός μια – δυο πληροφορίες, τις σημείωσα κι έτσι μπήκα κι έκανα την πρώτη εκπομπή. Η Βλάχου μου είπε πως όταν παιχτεί, θα με ειδοποιήσουν. Έφυγα και το ξέχασα τελείως. Είπα μέσα μου «χωρατατζής άνθρωπος ο Χατζιδάκις, σιγά μη μ’ έπαιρνε στο ραδιόφωνο που πήγα να του την ”πω” κιόλας για τον κύριο Μαλάκα εκεί μέσα». Περνάει κάνα δίμηνο και με ενημερώνει η μάνα μου πως τηλεφώνησε μία κυρία Βλάχου από το Τρίτο Πρόγραμμα: «Είπε πως τη Δευτέρα θα παιχτεί η εκπομπή σου και να πάρεις τηλέφωνο για να κανονίσεις τις επόμενες εκπομπές σου»! Έτσι μπήκα στο ραδιόφωνο, χωρίς να μου’χει περάσει ποτέ πριν απ’ το μυαλό ότι θα γινόμουν ραδιοφωνικός παραγωγός.

Σου άρεσε εξ αρχής η όλη εμπειρία, μπήκες με τα μπούνια κατευθείαν;

Μπήκα με τα μπούνια, ναι. Καταρχάς έκανα για 20 χρόνια ανελλιπώς ραδιόφωνο, από το Τρίτο μέχρι το Ρόδον FM. Δηλαδή, Τρίτο Πρόγραμμα, μετά Δεύτερο, μετά Κανάλι 15, τον πρώτο ιδιωτικό σταθμό. Ζούσα καλά, έβγαζα λεφτά από το ραδιόφωνο, αν και δεν το κατάλαβα αμέσως. Άλλοι πιο πονηρογατούληδες από μένα στριμώχτηκαν και καβαντζώθηκαν. Εγώ ήμουν πιο rock’ n’ roll και έκανα πολιτικά λάθη, έχοντας φύγει απ’ το Τρίτο που με ταλαιπωρούσαν οι Κνίτες που σού’λεγα. Τα ίδια πέρασε ο Πουλικάκος, τα ίδια και ο Δαβαράκης – ο Άρης κυρίως απ’ την πολιτική εξουσία, απ’ την καραμανλική διακυβέρνηση, που εκείνη είχε επιλέξει τον Χατζιδάκι. Με τον Γιώργο Μητρόπουλο είχα καλές σχέσεις στο Τρίτο, ήταν απ’ τους ανθρώπους που’χε καταλάβει ότι αυτό που κάνει ο Μανίκας είναι χρήσιμο πράγμα και σπάει τη μονοτονία. Κι εγώ, όμως, δεν θα έπαιζα το «Born to be wild» που ακούγεται αυτή τη στιγμή στην καφετέρια που καθόμαστε. Πάντοτε έβαζα ένα θέμα και το έφερνα καλά εις πέρας. Στο Δεύτερο ήταν ο Ιάκωβος Καμπανέλλης και είχαμε τα ίδια. Μου είχε κόψει την εκπομπή επειδή έπαιζα Μουσικές Ταξιαρχίες! Η Σοφία Μιχαλίτση ήταν ένα καλό στήριγμα για μένα και όταν πια ούτε αυτή μπορούσε να με στηρίξει, διότι της έστελναν ιδιόχειρα μπιλιετάκια απ’ τον Καμπανέλλη, με στήριξε ο Πάνος ο Κορόβηλας από την πρώην ΥΕΝΕΔ. Αυτός με φώναξε μαζί με τον Μηλάτο, τον Δασκαλόπουλο και τη γνωστή παρέα του Ρόδον στη συνέχεια. Έτσι, όταν ξεκίνησα στο Κανάλι 15, ήμουν παράλληλα και στο Τέταρτο Πρόγραμμα του Κορόβηλα. Υπήρχε μια αμηχανία για το που θα πήγαινε η βάρκα…Σημειωτέον, Κανάλι 15 είχε ονομαστεί από 15 ακαδημαϊκούς και προσωπικότητες που είχαν πάρει την πρωτοβουλία να σπάσουν το κρατικό ραδιοφωνικό μονοπώλιο. Με το που άνοιγαν το μικρόφωνο, μπούκαραν μέσα τα ΜΑΤ και τους πλάκωναν! Μάλιστα είχε κυκλοφορήσει και μία κασέτα με το ντου των ΜΑΤ!

Ταυτόχρονα δούλευες και στη δισκογραφία, ήσουν τρομερά πολυπράγμων.

Ακριβώς γι’ αυτό δεν κοίταξα να γίνω μονιμάς σε μια δισκογραφική, μα ούτε και διευθυντής σε κάποιο ραδιόφωνο. Ήθελα να ζω τη ζωούλα μου, να κάνω δίσκους, καμιά νυχτερινή εκπομπή και μετά να ξαναγυρνάω στη ζωούλα μου. Έτσι το έβλεπα.  

Πως ζούσες εκείνα τα χρόνια;

Ωραία ζούσα. Μια χαρά. Μην ξεχνάς και κάτι άλλο: Ότι κι αν έκανα, έτρωγα και μια αθέλητη προβοκάτσια του στυλ «Εντάξει, μωρέ, έχει το μπαμπά του αυτός που είναι στρατιωτικός και τα κανονίζει». Αυτό πέρασε μέχρι τον 21ο αι. αφού άκουσα να λένε ότι ο μπαμπάς μου είπε στον Μάτσα να μου δώσει το δίσκο «Δρόμοι του πουθενά». Ο μπαμπάς μου, πάντως, δεν ήξερε τον Μάτσα και το αντίστροφο! Ο Μάτσας γούσταρε εμένα και μου έδωσε την παραγωγή αυτή και καλά που το’κανε, γιατί ο Μαργαρίτης τότε ήταν για κλοτσιές και τραγουδούσε στο «Φαρενάιτ», ένα μαγαζί στη Φιλαδέλφεια, μετά όμως βρέθηκε στα σαλόνια όλων των Ελλήνων και να τον αγαπάει μια χώρα ολόκληρη. Μιλάω επί του συναισθήματος, να τον αγαπάνε απ’ τον Κουτσούμπα μέχρι μικρά παιδάκια και από παπάδες μέχρι ροκάδες. Αυτό το παίρνω εγώ πάνω μου!

Πότε γνώρισες τον Μαργαρίτη;

Τον γνώρισα πριν πάω στη ΛΥΡΑ, στο σπίτι του Άκη Πάνου. Ερχόταν και παρακαλούσε να πάρει τραγούδια μ’ ένα φίλο του Άκη Πάνου από τη Λάρισα, τον Θανάση Νάτση, μαγαζάτορα που είχε σκυλάδικο. Ο Πάνου δεν ήθελε, τον έβλεπε τον Μαργαρίτη ως b-thing, «βήτα». Εγώ τον πίστευα τον Νάτση, έλεγα «έρχεται απ’ τη Λάρισα δεύτερη φορά στον Άκη Πάνου, μήπως έχει και δίκιο;» Για να μην απορείς, εγώ παράλληλα μ’ όλα αυτά, είχα μπει στο περιβάλλον του Άκη Πάνου από απίστευτη κέντα. Όταν ήμουν στη Μιχαλίτση, στο Δεύτερο, του τηλεφωνώ μια μέρα – είχα πάρει το τηλέφωνο του από τον Φαληρέα – και πήγα απ’ το σπίτι του να του πάρω συνέντευξη. Είχα μια εκπομπή που λεγόταν «Άσ’ το να κυλάει» με συνεντεύξεις. Μεταξύ αυτών, πήρα και την πρώτη συνέντευξη που έδωσε στο ραδιόφωνο ο Αργύρης Μπακιρτζής, αλλά και ο Σταμάτης Σπανουδάκης. Έκανα ακόμη τον Μπάμπη Μπακάλη, όπως και την πρώτη συνέντευξη των Φατμέ. Σαν και σένα το’κανα, που το’χεις πάρει ωραία και κάνεις ωραίες συνεντεύξεις. Πάω, λοιπόν, στον Άκη Πάνου, έχοντας γυρίσει μόλις από την κηδεία του Bob Marley στη Τζαμάικα. Με το που του λέω από που γυρίσαμε, μου κάνει: «Έχεις φέρει κάνα χόρτο από τη Τζαμάικα, ρε μάγκα;» Του απαντάω: «Εννοείται, έχω σπίτι»…Ακούγεται επικίνδυνο σήμερα, αλλά τότε ήταν εύκολο να έρθεις απ’ το εξωτερικό και να’χεις «πράμα», αφού δεν υπήρχαν ούτε scanners, ούτε τίποτα.

Απίστευτο ταξίδι αυτό στη Τζαμάικα.

Κάναμε Αθήνα – Σόφια – Μόσχα – Λουξεμβούργο – Μαρόκο – Αβάνα, Κούβα – Τζαμάικα και στην επιστροφή το ίδιο, περνώντας απ’ όλα αυτά τα τελωνεία. ΑΕΡΟΦΛΟΤ, έτσι; Καταλαβαίνεις…Γάμησε τα, με την ψυχή στο στόμα ήμουν μη μου ανοίξουν την τσάντα και καταλάβουν τι κουβαλάω…Κάνω εγώ το λάθος και το λέω αυτό του Πάνου, οπότε κάνει: «Σταματάει εδώ η συνέντευξη, πήγαινε σπίτι σου, φέρε το χόρτο και συνεχίζουμε» (γέλια). Με τη μία, όμως! «Ω, ρε πούστη μου, μπλέξαμε, θα μας το πιει όλο το stuff μέχρι να τελειώσουμε» σκέφτηκα. Τελικά όχι, ήμασταν και παιδιά και μας είχε σεβασμό. Η συνέντευξη βγήκε πολύ μεγάλη, δεν ήθελα να την κόψω και την έκανα τέσσερις εκπομπές συνεχόμενες. Την τρίτη εκπομπή την έκοψε στον αέρα ο Καμπανέλλης! Εκεί που μίλαγε ο Άκης Πάνου, έπεσαν μπουρμπουλήθρες και μετά ένα κομμάτι του Πολ Μοριά μέχρι να πέσουν οι ειδήσεις!

Γιατί τέτοια λογοκρισία ο Καμπανέλλης; Μου κάνει εντύπωση.

Γιατί την «έλεγε» κι ο μεγάλος! Μόλις είχε έρθει το ΠΑΣΟΚ, τα όρια της Αλλαγής δεν είναι διακριτά, αλλά άμα έλεγες του Παπανδρέου ότι είπε αυτά κι αυτά, θα σου απαντούσε: «Ρώτησα τη Σωτηρία Μπέλλου και μου’πε ότι είναι καλός μαγκίτης ο Άκης Πάνου, do it»! Οι άλλοι όμως δεν το έβλεπαν έτσι. Κάποια στιγμή, όταν ζήτησα απ’ τον Καμπανέλλη ένα κονδύλι για να έρθει με ταξί ο Μουφλουζέλης για συνέντευξη, που ήταν πάμφτωχος – ως γνωστόν -, μου απάντησε: «Εδώ έρχονται καθηγητές πανεπιστημίου και δεν τους πληρώνουμε ταξί, θα το πληρώσουμε σ’ αυτόν τον ρεμπέτη;» Σκέψου να ήταν ο Χατζιδάκις! Θα έστελνε αυτοκίνητο να τον φέρει στο Ραδιομέγαρο! Εκεί κάπου έφυγα και πήγα στο Τέταρτο. Πάμε πάλι στον Μαργαρίτη: Έκανε ό,τι έκανε μαζί του ο Άκης Πάνου στην εταιρεία Polyphon, που την είχε ένας ράφτης, ο Δημήτρης Πολίτης, εξ ου και το Poly – phon, απ’ το επίθετο του. Έξι τραγούδια έκαναν ο Πάνου με τον Μαργαρίτη, αλλά ήταν λάθος. Του τα’λεγα εγώ του Άκη, δεν είχε ακόμη γιούς τότε και, χαριτολογώντας, μ’ έλεγε και λίγο παιδί του. Όλη μέρα ήμουν στο σπίτι του στα Πατήσια. Του μιλούσα για τον Bob Dylan: «Άκου τον, έχει σημασία και μη σε νοιάζει που δεν παίζει ζεϊμπέκικο». Τον ψιλομύησα στην ξένη μουσική, γιατί δεν θα τον έπιανες ποτέ τον Άκη Πάνου ν’ ακούει ξένη μουσική. Μάλιστα του’χα πάει σπίτι του τον John Cipollina, έναν απ’ τους μεγαλύτερους ροκ κιθαρίστες, μεγάλη ιστορία! Του’χα πάει και τους Φατμέ! Στο δίσκο μου, «Απόψε φύγαμε», υπάρχουν δύο κομμάτια που παίζουν οι Φατμέ, ο Πεντζίκης απ’ τη Θεσσαλονίκη πιάνο και ο Άκης Πάνου κιθάρα ακουστική. Σαν μαλάκας δεν τα’βαλα στο δίσκο, αλλά τώρα δεν αξιοποιούνται, αφού έπρεπε να δουλευτούν στο πολυκάναλο. Δεν πήγαινε το μυαλό μου στη σημαντικότητα της στιγμής. Γύρω στο ’83, που γνώρισα τον Μαργαρίτη, πεθαίνει ο Πατσιφάς, που είχε δείξει αγάπη κι ενδιαφέρον για τον μικρό Μανίκα. Με ανέλαβε ο Κυριάκος Μαραβέλιας, από δίπλα και ο Σαββόπουλος. Μια Κυριακή βράδυ, μου τηλεφωνεί ο Σαββόπουλος: «Θόδωρε, θέλω να’ρθεις στη ΛΥΡΑ, να συνεχίσουμε αυτό που άφησε ο Πατσιφάς». Τιμητική πρόταση, αλλά δεν πήγαινε ο νους μου ότι ο Πατσιφάς είχε αφήσει ένα είδος άτυπης εντολής για μένα του στυλ «Αυτόν τον θέλουμε εδώ». Τον θυμάμαι τον Πατσιφά να του πηγαίνω τους Φατμέ και να μου κάνει: «Όχι, δεν θέλω, να τους πας στους Εβραίους», γιατί του ζητάγαμε ένα πικάπ για ν’ ακούν τον δίσκο τους (γέλια). Φρίκαρα όταν πήγα στη ΛΥΡΑ, απόντος πια του Πατσιφά, και μου έδειξαν τις παραγωγές μου. Ο Σαββόπουλος μου πρότεινε κάτι να κάναμε με τη Μαργαρίτα Ζορμπαλά, που’χε βγάλει ένα καλό δίσκο με τα τραγούδια του Κώστα Γιαννίδη. Μ’ έστελνε και έκανα χαμαλίκια ο Σαββόπουλος, που μου έκαναν καλό όμως, γιατί στο Παγκράτι γνώρισα τις αδερφές του Γιαννίδη. Χαιρόμουν που ξεμπέρδευα έτσι. Μετά μου δίνει μια παραγωγή Ηλία Ανδριόπουλο με Πρωτοψάλτη και κάνω μαλακία, τηλεφωνώ του Άκη Γκολφίδη κι αυτός νομίζει ότι θα κάναμε πάλι κάτι σε στυλ Φατμέ. Πήγαμε στις δέκα το πρωί και συνειδητοποιούμε ότι μπλέξαμε με κάτι τύπους με παπιονάκια και παρτιτούρες, μουσικοί απ’ την Κρατική Ορχήστρα και την Ορχήστρα της ΕΡΤ, που κρατάγανε μπλοκάκι και με ρωτάγανε πότε θα πληρωθούν! Μια μέρα, Δευτέρα πρωί στο σπίτι του Άκη Πάνου, μας φτιάχνει καφέ η κυρα-Δήμητρα, η πρώτη του γυναίκα, που δεν είχαν παιδιά, κι εγώ τηλεφωνώ του Σαββόπουλου: «Ναι, Διονύση, εσύ; Θοδωρής εδώ! Δεν θα έρθω σήμερα. Δεν είμαι άρρωστος, αλλά αν συνεχίσω ν’ ασχολούμαι με το δίσκο της Πρωτοψάλτη και του Ανδριόπουλου, θ’ αρρωστήσω. Ως εκ τούτου, παραιτούμαι». Λος Πούλος! Περάσανε, βέβαια, τρία χρόνια, τα έσπασαν ο Σαββόπουλος με τον Μαραβέλια, όπου μου τηλεφωνεί ο Μαραβέλιας: «Έλα, παιδί μου, έφυγε αυτός. Θα ξανάρθεις;» και τότε πήγα πάλι κι έκανα Μαργαρίτη και Χριστοδουλόπουλο. Όσο ήμουν εκεί αρχικά, επειδή κι ο Σαββόπουλος κατάλαβε ότι με την κουλτούρα της ΛΥΡΑ δεν γίνεται δουλειά, τον βοηθούσα και έτσι του πρωτοπήγα Μαργαρίτη και Χριστοδουλόπουλο. Όσο έλειπα απ’ τη ΛΥΡΑ εγώ, ο Σαββόπουλος τους έκανε δίσκους που δεν πήγαν καλά. Έβαλε τον Χριστοδουλόπουλο στο εξώφυλλο με ροζ πουκάμισο απ’ το «Free Shop». Δηλαδή άμα πήγαινες στους γύφτους και τους έδειχνες τον Χριστοδουλόπουλο με ροζ πουκάμισο, θα λέγανε «Τι έγινε, ρε Μάκη; Ρε Μάκη»!…Έγιναν τέτοια λάθη promo, κατάλαβες;

Και αισθητικά, όχι μόνο promo.

Ήταν λάθος που δεν με φώναξε όταν έκανε τους δίσκους του, γιατί μ’ ένα τρόπο ήξερα να ισορροπώ. Δεν γαλουχήθηκα μόνο με το ροκ, είχα μεγαλώσει μ’ έναν πατέρα που δεν γούσταρε κανέναν καριόλη πάνω απ’ το κεφάλι του. Όπου κι αν κοιτάξεις, παντού, δεν θα βρεις άνθρωπο που να έχει ζήσει τα πρώτα 15 χρόνια της ζωής του σε δεκατρείς πόλεις. Αυτό το σκορ 13 στα 15, δεν υπάρχει! Μικρός δεν το έλεγα, νόμιζα ότι δεν είναι καλό πράγμα.

Είναι καθοριστικό για τη ζωή σου, όμως.

Και για την κουλτούρα μου, οπότε έχοντας αναπτύξει πολύ γρήγορα το αίσθημα του εφήμερου, είχα ένα θράσος και μια ασέβεια απέναντι στους δασκάλους και τον χωροφύλακα. Επειδή δεν είχα τίποτα καλύτερο να κάνω, μ’ ένα μυστήριο τρόπο κράτησα λιγοστούς φίλους, οι οποίοι με βρίσκουν και με θυμούνται μέχρι σήμερα. Κάτι τους άφησα, αφού έμεινα ούτε για ένα χρόνο με τον καθένα. «Αφού πας που πας στο σχολείο» μου έλεγε ο πατέρας μου, «πρόσεχε εκεί τι λέει ο δάσκαλος για νά’χεις ελεύθερο το απόγευμα σου να παίζεις».

Μοναχοπαίδι ήσουν;

Έχω και μιαν αδερφή. Συνόδευα εγώ τον πατέρα μου στο στρατόπεδο, όπου αυτός με αμόλαγε. Έπεφτα πάνω σε μπουζουξήδες, σε κιθαρίστες, σε ποδοσφαιριστές και σε αθλητές πινγκ πονγκ. Όλα αυτά τα έμαθα μες τα στρατόπεδα. Άλλαζα πασίτσες με τον ποδοσφαιριστή Καραΐσκο, όταν ήμουν 13 χρονών, που έπαιζε αρχικά στον Ολυμπιακό Βόλου και μετά στον Παναθηναϊκό. Μπουζούκι, ας πούμε, έπαιζε ο Μανιός, που ήταν ο μπουζουξής του Μητσιά. Έξι χρονών εγώ, πήγα στο γάμο της αδερφής του, αφού ο πατέρας μου πάντα είχε πολύ καλές παρτίδες με τους φαντάρους του. Μεγάλωνα στην επαρχία, καπνίζαμε ΚΑΡΕΛΙΑ κρυφά απ’ τους γονείς μου και παίζαμε στα τζουκ μποξ James Brown και «Sex Machine», αλλά και «Έβαλε ο διαβολάκος την ουρά του πάλι». Κάναμε και κόντρες ποιος θα φάει τους πιο πολλούς μπαμπάδες, τα γλυκά σαβαρέν δηλαδή. Αγαπάω πολύ τη ζωή που έκανα στη Νάουσα, στην Κοζάνη, στη Δράμα, στη Βέροια, παντού!

Για ν’ ανοίξω μιαν άλλη παρένθεση εγώ τώρα, θυμίζω ότι μέσω του Άκη Πάνου συνεργάστηκες και δισκογραφικά με τον Μάνο Χατζιδάκι.

Με τον Χατζιδάκι βγάλαμε τον δίσκο του Άκη Πάνου. Τον έκανα μόνος μου και μάλιστα για να γίνει αυτός ο δίσκος, ο πατέρας μου διέθεσε το ΕΦΑΠΑΞ του. Αγαπιόντουσαν με τον Πάνου ο πατέρας μου, αφού ήταν δυο παιδιά της Κατοχής που γνωρίστηκαν εξ αιτίας μου. Διαπίστωσαν ότι πούλαγαν τσατσάρες στην Αθηνάς, στο ίδιο οικοδομικό τετράγωνο, και φτάσανε στο σημείο ο πατέρας μου να βαφτίσει παιδί του Άκη Πάνου. Οικογενειακή σχέση αναπτύξαμε. Μακάρι να ήταν εκεί ο πατέρας μου όταν έγινε το κακό…Δυστυχώς είχε φύγει πια απ’ την Ξάνθη…Είχε τον τρόπο του να κουλάρει τον Άκη Πάνου σε ζητήματα που αυτός «ξέφευγε».

Ήταν δαπανηρή η παραγωγή του δίσκου «Επειγόντως»;

Ναι, ήταν! Έπρεπε να κάνουμε ζωντανή ηχογράφηση από’ να υπόγειο κι εγώ στις παραγωγές μου είμαι πάντα λαρτζ και Αμερικάνος. Τρία βράδια ήταν οι συναυλίες, τρία βράδια ήταν και οι ηχογραφήσεις. Δεν πήγα δηλαδή να γράψω μόνο τη μία βραδιά. Ακόμη δεν είχε γίνει deal ότι θα συνεργαζόμασταν με τον Χατζιδάκι. Όταν έφυγα απ’ τη ΛΥΡΑ καλοκαίρι του ’87, μεσολαβεί η ίδρυση του ΡΟΔΟΝ CLUB, του οποίου ήμουν στην οργανωτική ομάδα. Μετά από τρομώδη χιτ στη ΛΥΡΑ, όταν είπα του Μαραβέλια του γέρου ότι φεύγω για να κάνουμε με τον γιο του Μπόμπολα ένα μαγαζί για ξένα συγκροτήματα, αυτός μου λέει: «Ρε μπας κι είστε αδερφές κι έχετε τίποτα με τον γιο του Μπόμπολα; Σου δίνω λεφτά, δεν καταλαβαίνεις; Γιατί φεύγεις; Πες μου πόσα θες και θα μείνεις εδώ»! Αρνήθηκα, παρότι ο Μαραβέλιας μ’ αγαπούσε. Τους είχα φέρει πολλά λεφτά με απανωτά σουξέ με τους λαϊκούς. Κάνουμε, λοιπόν, το live του Gravenites και του Cipollina στο ΡΟΔΟΝ και φέρνω εκεί τον Άκη Πάνου. Του μίλησα για το live recording, «Τι ειν’ αυτό; Θέλω κι εγώ» μου λέει! Δεν είχε τραγουδήσει ποτέ σε πάλκο ο Άκης Πάνου ως τότε. Τον επόμενο χρόνο τακιμιάζουν ωραία με τον Μανώλη Ρασούλη και μ’ αυτόν που είχε τα «9/8» στη Φωκίωνος Νέγρη, τον Σαλούστρο. Αυτός πρότεινε στον Πάνου να τραγουδήσει, οφείλουμε να του το χρεώσουμε. Ήταν δύσκολη η ηχογράφηση. Χρειάστηκε να νοικιάσουμε το φορτηγό με το κινητό στούντιο του ΣΙΕΡΑ, που παρκάρισε στη Φωκίωνος Νέγρη κι εμείς είχαμε πάρει τα καλώδια, τα «πατς» που λέμε, από καμιά δεκαριά στούντιο της Αθήνας, ότι είχαν και δεν είχαν για να τραβήξουμε καλώδια μες το υπόγειο. Ηχολήπτη κοινό στα live Cipollina και Άκη Πάνου είχαμε τον μακαρίτη Άγγελο Μαστοράκη, επιλογή δική μου. Μέσα απ’ το «Επειγόντως», να φανταστείς, έχω πολλές φωτογραφίες με τον Gravenites και τον Cipollina να είναι ως θαμώνες. Μια απ’ τις μαλακίες που έκανα, ήταν που δεν έβαλα μες το βινύλιο τη φωτογραφία Gravenites – Άκης Πάνου – Μανίκας. Παίζαμε στο «Επειγόντως» πέντε η ώρα τα ξημερώματα.

Τον ήθελαν οι εταιρείες έναν live δίσκο του Άκη Πάνου;

Κανένας δεν μου τον έβγαζε τον δίσκο! Εγώ τότε είχα κάνει μια δικιά μου εταιρεία που την έλεγα «Ιπτάμενοι Δίσκοι». Εκεί είχα βγάλει τον επικό πρώτο δίσκο των Night Stalker, όπως και το δίσκο με τον Νίκο Καρούζο, κανονικά στο στούντιο του Αργυρίου. Δύσκολα ήταν, αλλά πάλευα με αξιοπρέπεια να κάνω δίσκους που δεν τους ήθελαν οι άλλοι. Παρότι έκανα παραγωγή το δίσκο του Άκη Πάνου, δεν με έπαιρνε οικονομικά να τον βγάλω, εξ ου και μπήκε το ΕΦΑΠΑΞ του πατέρα μου. Πήρα σβάρνα τις εταιρείες, λέγοντας τους «Δικό σας θα’ναι, απλά θα αναγράφεται πως είναι μια παραγωγή των Ιπτάμενων Δίσκων» κλπ. Ο Μάτσας, επειδή μ’ αγαπούσε, μου ζήτησε να δώσει τραγούδια ο Άκης Πάνου για τον Μητροπάνο και έτσι θα δεχόταν να βγάλει και τον δικό του δίσκο. Ο Άκης Πάνου ήθελε ισότιμα πράγματα και κάτι παραπάνω επειδή θα έγραφε και τα τραγούδια. Ήταν σκληρές οι εταιρείες, σαν να έλεγαν «Όχι, δεν θα γίνει…τραγουδίστρια ο Άκης Πάνου, να έχει ταμπέλα με το όνομα του πάνω απ’ το μαγαζί». Μου’λεγε ο ένας να δώσει τραγούδια στη Γλυκερία, ο άλλος στον Μητροπάνο, αλλιώς no way! Δεν το’θελε ο Άκης Πάνου, ήθελε η ταμπέλα να γράφει Άκης Πάνου – Δημήτρης Μητροπάνος – Βίκυ Μοσχολιού ας πούμε. Τότε πήγα στον Χατζιδάκι που είχε τον Σείριο. Ποτέ δεν είχαμε χαθεί, με πετύχαινε στο Κολωνάκι, με ρωτούσε «Τι κάνεις, παιδί μου;» κλπ. Έμενα Αναγνωστοπούλου 27, δίπλα στη Μελίνα Μερκούρη, και μια μέρα πέτυχα τον Χατζιδάκι στη Λυκόβρυση με κάτι φίλους του, τον ποιητή Δημήτρη Χριστοδούλου κ.α. Όταν του’πα ότι μένω δίπλα απ’ τη Μελίνα, απέναντι απ’ τον σχεδιαστή μόδας Φιλήμονα και λοξά απέναντι απ’ τον Ασλάνη, πέταξε τη μεγάλη ατάκα: «Αχ, τι ωγαία, η Μελίνα συνδυάζει το τεκνόν μετά του Φιλήμονος» (γέλια). Τέλος πάντων, τηλεφώνησα του Χατζιδάκι και πήγα απ’ το σπίτι του. Δεν ζήτησε καν ν’ ακούσει. «Είναι λίγο φασίστας αυτός ο Άκης Πάνου» σχολίασε, αλλά όχι πολιτικά, εννοούσε ότι είναι σκληρό καρύδι. Δύσκολη περίπτωση, ήθελε να πει…«Δεν ξέρω γιατί» συνέχισε ο Χατζιδάκις, «αλλά του’χω μια συμπάθεια αυτού του ανθρώπου, γιατί είναι αυθεντικός». Μετά με ρώτησε πόσο πλήρωσα την παραγωγή και του είπα πέντε εκατομμύρια, τεράστιο ποσό για την εποχή. Πάλι σωτήριος ο Χατζιδάκις: «Πέντε εκατομμύρια δεν μπορώ να σου δώσω, μπορώ όμως τέσσερα». Έτσι, έβαλε τέσσερα εκατομμύρια ο Χατζιδάκις και περίπου 1.600.000 δραχμές μπήκαν απ’ το ΕΦΑΠΑΞ του πατέρα μου. Με κάτι εξτρά λεφτά καλύφθηκαν τα έξοδα να κατέβει ο Άκης Πάνου με την οικογένεια του, καλά ξενοδοχεία και όλα αυτά. Βγαίνει ο δίσκος στον Σείριο, εγώ είμαι πολύ ευχαριστημένος και το ΄94 που πεθαίνει ο Χατζιδάκις, φυσικά δεν ήμασταν το πρωτεύον θέμα για τους οικείους του. Μου πήρε καιρό να δώσω να καταλάβουν όλες οι πλευρές τι ακριβώς ήταν αυτός ο δίσκος που βγήκε τελικά το 1992. Σημειωτέον, είχα φτάσει στον Χατζιδάκι μέσω του κριτικού Άκη Λαδικού. Αυτός, που ήταν στην ΜΒΙ, με ενημέρωσε πως πήραν τον Σείριο και μου πρότεινε να έβλεπα από κοντά τον Μάνο. Τα λεφτά δεν ήταν του Χατζιδάκι, αλλά του Καϊάφα, ενός εκατομμυριούχου, που’χε αγοράσει την ΜΒΙ. Έτσι, μέσα σ’ όσα πήρε ο Χατζιδάκις για τον Σείριο του, θα του’πε «Δώσε και τέσσερα εκατομμύρια σ’ αυτόν τον μαλάκα που θέλει να κάνει Άκη Πάνου». Μια μέρα στο σπίτι του Μάνου, λέει στον γιο του τον Γιώργο: «Γιωργάκη, φέρε από μέσα εκείνο το κουτί που έχω για τον κύριο Μανίκα». Υπολόγιζα μια επιταγή να μου δώσει, αλλά έρχεται από μέσα το παιδί με ένα κουτί των μπλε κασετών TDK της εποχής. Μέσα κει ήταν τα τέσσερα εκατομμύρια σε πάκους πεντοχίλιαρα. Τα βλέπω, ρωτάω «Απόδειξη;» και μου κάνει ο Μάνος: «Τι απόδειξη; Αλίμονο, παιδί μου, μεταξύ μας»…«Έχουμε τίποτα άλλο;» κάνω γω, «Όχι, παιδί μου, τίποτα, Πάρ’τα κι έφυγες». Τα πήρα κι έφυγα, ούτε ρώτησα πότε θα βγει ο δίσκος, όχι γιατί ήμουν άρπαγας, αλλά επειδή δεν πίστευα ότι συνέβη όλο αυτό. Τα πήγα στον Άκη Πάνου, όσα του αντιστοιχούσαν, και τα άλλα εκεί που έπρεπε.

Ο Άκης Πάνου χάρηκε μ’ αυτή την κίνηση του Χατζιδάκι;

Χάρηκε και ερήμην μου επιδίωξε να ανταμώσουν ξανά. Αίσθηση μου είναι πως επειδή ο Πάνου συνέχισε τα live του, άνοιξε την ψυχολογία του όλη αυτή η σχέση του με τον Χατζιδάκι. Τα live του δεν πήγαιναν καλά – εγώ είχα φύγει στην Αμερική για το Μουντιάλ – και όπου δεν έβρισκε αυτό που ήθελε, το έψαχνε αλλού. Πήγε πάλι στην Ξάνθη, εκεί έγινε το φονικό, ένας μύλος δηλαδή…Στην Αχαρνών, αν δεν κάνω λάθος, έπαιξε τον Μάιο του ’94. Δεν τον είδα εκεί. Είχε μπει σε μια φάση όχι ακριβώς παρακμής. 

Με την Αιθιοπία τι γίνεται; Έχω μάθει πως διατηρείς μεγάλους δεσμούς τα τελευταία 15 χρόνια.

Το σκάλωμα με την Αιθιοπία μου μπήκε μέσω Τζαμάικας. Όταν έμαθα ότι οι «ράστα φάρι» πίστευαν για Θεό τους τον αυτοκράτορα της Αιθιοπίας, Χαϊλέ Σελασιέ, τον λεγόμενο «ράστα φάρι». Μου πήρε πολλά χρόνια, αλλά το 2006 κατάφερα να κάνω εκεί το πρώτο μου ταξίδι. Ξαναπήγα αρκετές φορές έκτοτε, γνώρισα κόσμο, διασυνδέθηκα και χαίρομαι ιδιαίτερα που αυτό το εκτιμάει η αιθιοπική κοινότητα της Αθήνας και με θεωρεί μέλος της.

Προσπεράσαμε, μου φαίνεται, το κεφάλαιο Τζαμάικα.

Ναι, αλλά η αλήθεια είναι πως δεν θέλω να λέω πολλά γι’ αυτό. Δεν τα αποδέχονται οι νέοι άνθρωποι.

Τι εννοείς;

Είχα πάρει την τελευταία συνέντευξη του Νίκου Εγγονόπουλου που γενικά είχε δώσει ελάχιστες στη ζωή του. Μία στο ΒΗΜΑ το 1965, νομίζω. Έτυχε να γνωρίσω την κόρη του Εγγονόπουλου κι εκείνος ήταν γύρω στα 65 τότε. Μόλις είχα επιστρέψει από τη Τζαμάικα μετά από απουσία ενός μήνα. Ξημέρωνε Κυριακή πρωί και κοιμόμουν. Ανοίγει δειλά την πόρτα μου η μάνα μου και μου λέει: «Με συγχωρείς που σε ξυπνάω, αλλά στο τηλέφωνο είναι κάποια κυρία Εγγονοπούλου». Πετάγομαι, «Γεια σας, κυρία Ελένη», τα τυπικά, όπου μου κάνει: «Είναι 11.30. Μπορείτε να είστε σπίτι μας στη μία γιατί θέλει να σας δώσει τη συνέντευξη ο κύριος Εγγονόπουλος και μετά τρώμε;» Έφυγα σούμπιτος και πήγα για τη συνέντευξη. Ήμουν τότε στο περιοδικό ΗΧΟΣ, αρχές Ιουνίου του ’81, αλλά δεν την έβαλαν τη συνέντευξη σε φάση «Δεν μιλάει για μουσική ο μεγάλος»! Ήταν κάτι περίεργοι άνθρωποι εκεί τότε, σαν τον Σπίνουλα, καλοί, αλλά περίεργοι. Χτίζω μια καλή σχέση με την κυρία Ελένη και την Εριέττη, την κόρη τους, που’ναι συνομήλικη μου, αλλά και με τον Εγγονόπουλο χωρίς ποτέ να τον ξαναδώ βέβαια. Πέρναγα από κει ή με καλούσαν σε εκθέσεις, που εκείνος δεν ήταν ποτέ παρών, αφού δε γούσταρε την κοσμικότητα. Τη συνέντευξη δεν την έβαλαν ούτε στο περιοδικό ΕΝΑ με διευθυντή τον αείμνηστο Παύλο Μπακογιάννη και με εκδότη τον Κοσκωτά. Είχαν αρχισυντάκτη ένα νούμερο που εξακολουθεί και κινείται στα δημόσια πράγματα, τον Τάκη Θεοδωρόπουλο, αυτόν που είναι σήμερα στην ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ. Αυτός έκοψε τη συνέντευξη του Εγγονόπουλου, ώσπου ο άνθρωπος πέθανε και η συνέντευξη δεν μπήκε ποτέ. Το ’95 που πάω στο ΒΗΜΑ – προς τιμήν τους – όταν είπα ότι έχω συνέντευξη Εγγονόπουλου στη συμπλήρωση 15 χρόνων απ’ το θάνατο του, μου λέει πολύ έξυπνα ο Μεμής «Έχεις επαφή ακόμα; Γίνεται να έχουμε ένα πρόλογο απ’ την κυρία Εγγονοπούλου;» Αν έμπαινε η συνέντευξη εκείνη χωρίς τον πρόλογο της συζύγου του, πιθανώς κάποιοι να την αμφισβητούσαν. Ηχογράφημα δεν υπήρχε άλλωστε, έγινε κατ’ εντολήν του Εγγονόπουλου στο χέρι. Δεν ήθελε να βλέπει μαγνητόφωνα, γι’ αυτό και αντιπαθούσε τις συνεντεύξεις. Αν δεις το δισέλιδο στο ΒΗΜΑ, πάνω υπάρχει ένας πρόλογος της Ελένης Εγγονοπούλου. Κράτησα μερικά πράγματα που μου είπε, βαρυσήμαντα: «Σας χαιρετώ, νέε μου» μου είπε την ώρα που έφευγα, «και ο Θεός να σας φυλάει απ’ την αγάπη των γονέων σας». Δεν έδωσα σημασία τότε, αλλά περνώντας τα χρόνια θεώρησα ευλογημένο τον εαυτό μου, που εμπιστεύθηκε σε μένα αυτό το μυστικό. Έλεγε, θυμάμαι: «Κι εγώ και ο Εμπειρίκος υπήρξαμε ωραίοι άνδρες, αλλά σπανίως εφωτογραφηθήκαμεν, σε αντίθεση με τον Τσαρούχη που φωτογραφίζεται συνέχεια να χορεύει ζεϊμπέκικα». Ήταν μια συνέντευξη που έπρεπε να’χε βγει στον χρόνο της…Συνέχεια μου έλεγε ότι ποτέ δεν ανοίγει την πόρτα του σε δημοσιογράφους. Ο Γιώργος Λιάνης, μου είπε χαρακτηριστικά, μέχρι και πριν πάω εγώ, επί ένα μήνα χτύπαγε το κουδούνι του. Μου έδειχνε ότι δεν δίνουμε εδώ συνεντεύξεις, ούτε σε φίρμες, ούτε σε δημοσιογράφους – ονόματα, αλλά εμένα με δέχτηκε ως ένα νέο παιδί με καλές συστάσεις απ’ τη γυναίκα του. Μα κι εγώ, όμως, όταν με ρώτησε «Τι θέλετε από μένα;», δεν του είπα καν «Ένα αυτόγραφο». Μου χάρισε ναι μεν έργα του, που ακόμη τα έχω, αλλά δεν του πήγα ένα βιβλίο του να μου βάλει αφιέρωση. Εμένα, άλλωστε, περισσότερο με απασχολούσε ο ποιητής παρά ο ζωγράφος Εγγονόπουλος.

Πάντως ήσουν μέσα σ’ όλα, όχι δημοσιοσχεσίτικα, αλλά παθιασμένα. Έκανες κι ένα απ’ τα πρώτα σήριαλ της ιδιωτικής τηλεόρασης για το ραδιόφωνο.

Έγραψα το «Είμαστε στον αέρα» μαζί με τον φίλο μου, τον Παναγιώτη Κούστα, και μαζί το υποβάλαμε. Μόλις είχε γίνει το MEGA και ο ΑΝΤ1. Μιλάω για το 1990 – 91. Είχα απορριπτικές επιστολές κι απ’ τα τρία κανάλια, συν την ΕΡΤ, το κρατικό δηλαδή. Ό,τι ήμασταν εκτός ελληνικής πραγματικότητας κλπ. Εκεί έρχεται το ’97 που βγαίνουμε στον αέρα και κάνουμε μεγάλη επιτυχία. Τη δε υπογραφή απόρριψης την είχα το ’91 απ’ τον Τζώνη Καλημέρη, ο οποίος ήταν και το ’97 στην ίδια θέση. Δεν με κάλεσαν στην press conference, γιατί του’χα πει πως θα διάβαζα την απορριπτική επιστολή του από έξι χρόνια πριν. Την ώρα που έκανα, εννοώ, τον δίσκο του Άκη Πάνου με τον Χατζιδάκι, έτρεχα και το σήριαλ στο MEGA.

Ζούσες στην τσίτα τότε;

Αντιθέτως ήμουν πολύ χαλαρός. Πριν από λίγα χρόνια, που συνάντησα τον Μεμή από το ΒΗΜΑ, με ρώτησε: «Πως κατάφερες κι είσαι τόσο cool πάντα;» Του απάντησα πως αν δεν είμαι cool, δεν θα μπορέσω να αφουγκραστώ τις ανατινάξεις που γίνονται γύρω μου ώστε να εξαφανιστώ ή να επανεμφανιστώ. Στη δίκη, ας πούμε, του Άκη Πάνου, εγώ ήμουν εκεί! Ούτε ο Νταλάρας, ούτε ο Μάτσας, ούτε ο Μητροπάνος, ούτε κανένας! Εγώ και ο Κατσαντώνης ο δικηγόρος του μόνο! Νοίκιασα δωμάτιο στην Καβάλα, ξενοδοχείο Galaxy, και κάθε πρωί ήμουν στο δικαστήριο.

Έδινες πάντα σημασία στη φιλία;

Έδινα. Απ’ τον τρόπο που μεγάλωσα. Κρατάω φιλίες μεγάλες απ’ τη δεκαετία του ’70. Για να πάμε όμως στον Μαργαρίτη, που σε ενδιαφέρει φαντάζομαι, επαναλαμβάνω πως έβαλε και μένα στο χάρτη πολλών ανθρώπων, με έκανε mainstream. Ούτε ο συμπαθής βουλευτής του ΚΚΕ, Παφίλης, με είχε ποτέ στον χάρτη του – από που; απ’ τους Night Stalker, να πούμε; – ούτε ο ποδοσφαιριστής Ελευθερόπουλος. Τώρα με έχουν, όμως!

Και πως σου ήρθε η έμπνευση να βγάλεις έναν ροκ Μαργαρίτη;

Ο ίδιος ο Μαργαρίτης διαψεύδει τον εαυτό του και την ιστορία. Εγώ για να σου κάνω δίσκο το κασέ είναι τόσο, άμα θες όμως να σου κάνω ψυχανάλυση, το κασέ ανεβαίνει. Δεν είμαι εδώ για να κάνω ψυχανάλυση στον Μαργαρίτη, ούτε σε κάναν άλλον, η αλήθεια είναι όμως πως τα τελευταία 15 χρόνια αποδομεί αυτό το σουξέ. Σε σένα έδωσε συνέντευξη και αποδόμησε τους 667 και δύο κιθαρίστες που πέθαναν, τον Σκούταρη και τον Δήμη Παπαχρήστου. Πάνω σε ηχογραφήσεις κιόλας, ο Σκούταρης του Μαργαρίτη και ο Δήμης του Πάνου Κιάμου, που κάναμε. Είτε είσαι ο Μαργαρίτης, είτε είσαι ο Ρέμος, γιατί ν’ αποδομήσεις ένα γκρουπ που σε βρήκε, σαν τους 667; Αυτό που είπε σε σένα, ότι έκανε τα τραγούδια για να βοηθήσει ένα συγκρότημα, που τον παρακάλαγε, σε τι αναφέρεται ακριβώς; Ξέρεις εσύ να υπήρχαν οι 667 προ Μαργαρίτη; Το σινγκλάκι έγραφε «Γιώργος Μαργαρίτης – Δρόμοι του Πουθενά» με τα ονόματα μας δίπλα, αλλά κανένα συγκρότημα, αφού δεν υπήρχε ανάγκη για συγκρότημα! Μετά με φώναξε ο Μάτσας και μου είπε: «Παιδί μου, το σινγκλάκι πάει άπατο, δεν παίζεται πουθενά, πρέπει κάτι να κάνουμε». Του απάντησα πως επειδή είναι σούπερ αυτό που κάναμε, ο κόσμος γελάει γιατί δεν μπορεί ο Μαργαρίτης να ανταποκριθεί σ’ αυτή τη ροκιά. Του πρότεινα να απαλλάξουμε τον Μαργαρίτη απ’ το βάρος της ροκιάς ώστε να λάμψει. Ένα βράδυ είμαστε στο Ιερά Οδός, εγκαίνια Νταλάρας – Μπρέγκοβιτς. Ο Γιώργαρος επειδή έχει τον πράκτορα Ραγκούση – το λέω αγαπησιάρικα, την αγαπώ την Άννα – που πηγαίνει στη Νέα Υόρκη και φέρνει ωραία διάφορα πράγματα, φόραγε ένα μοβ μπλουζάκι με κίτρινα γράμματα που έγραφε «667 – The Neighbor of the Beast». Κοιτάω μία τον Μάτσα και του κάνω «Νομίζω πως βρήκα την ονομασία της μπάντας για να κάνουμε τη συσκευασία του Μαργαρίτη». Βλέπει ο Μάτσας το μπλουζάκι του Νταλάρα, το βουλώνει για ένα λεπτό και μου κάνει «Έχεις δίκιο, αρέσουν αυτά στους νέους». Τό’πιασε αμέσως! Είχε αναστείλει την κυκλοφορία του άλμπουμ και μου σύστησε να προχωράγαμε την επόμενη μέρα κιόλας. Πρώτο ξεκαθάρισμα, λοιπόν: Δεν υπήρχε κανένα συγκρότημα, υπήρχαν μόνο φίλοι μου μουσικοί, όλοι με γνώση και αγάπη για το λαϊκό και δημοτικό τραγούδι. Έχω φυλαγμένο demo που κάνουμε μια δίλεπτη εισαγωγή και πετάγεται ο Tsiko ο ντράμερ: «Μα τόσο πολύ; Δεν θα πρέπει να ξεκινήσει να τραγουδάει ο άνθρωπος;» Το να βγαίνει τώρα ο Μαργαρίτης εκ του ασφαλούς, μετά από 20 χρόνια, αφού το έμαθε το τραγούδι και η κουτσή Μαρία, που το έπαιζαν ταυτόχρονα όλοι οι σταθμοί ανεξαιρέτως, υποπτεύομαι πως κάποιοι απ’ τους παρατρεχάμενους του που τον ξεζουμέ, του τη λένε ν’ αποποιηθεί τον ροκ χαρακτήρα του και βασικά να αποποιηθεί τον Μανίκα, τον «Θοδωράκη», όπως με έλεγε, που με γνώρισε στο σπίτι του Άκη Πάνου. Ξεχνάει πως η πρώτη συνεύρεση μας δεν ήταν και τόσο ροκ, έγινε για κατεξοχήν λαϊκούς δρόμους και λαϊκούς αγώνες. Για να ψήσουμε δηλαδή τον Άκη Πάνου να του δώσει τραγούδια.

Εσύ με τον Μαργαρίτη κόψατε επαφές;

Όχι, καθόλου. Μόλις προχθές του τηλεφώνησα για να του πω ότι δεν μου άρεσε ο τρόπος που τον χειρίστηκε ο Νικολόπουλος στην εκπομπή του. Ξέρεις τι μου απάντησε; «Συμφωνώ μαζί σου, αλλά δεν έχω εγώ δίπλα μου τώρα έναν Μανίκα να μου τα λέει»…Συνεχίζει να με τσιγκλάει…Εμπιστεύθηκε άλλωστε και τον Νικολόπουλο, γιατί ξέρω πως του έχει μεγάλη αγάπη και μεγάλο σεβασμό. Βλέπω όμως να μου βγάζει τον Μαργαρίτη να λέει δύο τραγουδάκια και μετά κάτι πιτσιρικάδες, «ανώνυμους», οι οποίοι λένε κι αυτοί δυο τραγουδάκια. Η δικιά μας η χημεία με τον Μαργαρίτη πάντα δούλευε, όταν μπαίνουν άλλοι ανάμεσα μας, γίνεται ένα μπάχαλο. Πριν λίγα χρόνια, τον είχα φωνάξει για ένα τραγούδι υπό την αιγίδα του ΕΟΤ. Μου ήρθε με κάποιους απ’ την παρέα του, που του κάνουν τις δουλειές. Εξαιρώ απ’ όλους τον Παναγιώτη Καρασπάθα, που είναι και γαμώ τα παιδιά! Τόσα χρόνια οι άλλοι του λέγανε «Γιώργο, πηγαίντε εσείς με τον Μανίκα στην αγορά να φάτε, θα πάρω εγώ την πληρωμή και θα’ρθω». Ερχόντουσαν με μια μπλε σακούλα του μανάβη και φέρνανε την αμοιβή του Γιώργου στην Αθηνάς στις πέντε τα χαράματα με τις κοτόσουπες και τους πατσάδες. Αυτοί είναι που τσίνισαν στο να συνεργάζομαι εγώ με τον Μαργαρίτη, αφού έναν απ’ αυτούς τον είχα διώξει του στυλ «Εσύ, ρε μεγάλε, τι θες εδώ; Ποιος σε ειδοποίησε ότι έχουμε στούντιο εγώ κι ο Μαργαρίτης και μας κουβαλήθηκες;» Και τι μου είπε με υποβλητικό κιόλας τρόπο προς τον Μαργαρίτη; «Για να μην τσακωθείτε»! Τον συγκεκριμένο θα τον έλεγες έως και μπράβο. Γυρνάω και κάνω «Μαργαρίτη, πες του φίλου σου να φύγει», όπου αυτός σηκώνεται και φεύγει. Το παράξενο είναι πως εγώ αυτόν τον τύπο τον αγαπάω, γιατί ξέρω χρόνια την οικογένεια του. Στην ουσία του έλεγα «Τι ρόλο βαράς, ρε μαλάκα; Θες ένα κοψίδι απ’ τον Μαργαρίτη κι εσύ, τάχα μου για να τον προστατεύσεις από μένα;» Κατάλαβες; Άμα ήθελε και άμα θέλει, ο Μαργαρίτης θα μπορούσε να είναι ακόμη μες το project αυτό για τον ΕΟΤ, όχι για μένα, αλλά για το project. Δεν είναι να πηγαίνει στη Μενεγάκη να το λέει ποτ-πουρί μαζί μ’ ένα άλλο τραγούδι, αφού αυτό αφορά τα κάλλη της πατρίδας μας και της Αθήνας.

Ωστόσο, οι 667 έκαναν κι έναν δίσκο με δημοτικά τραγούδια πάλι με τον Μαργαρίτη.

Αυτός τότε κι αυτό το άλμπουμ το αποδόμησε, αφού αμέσως μετά έφυγε απ’ τη ΜΙΝΟΣ. Δεν ήρθε ποτέ να κάνει βίντεο-κλιπ, νομίζοντας πως θα καταντήσει να τραγουδά στα δημοτικά της Ομόνοιας. Του λέγανε οι παρατρεχάμενοι πως αμέσως μετά το σουξέ με τους «Δρόμους του πουθενά», ο Μανίκας ήθελε να τον «ρίξει» με δημοτικά.

Μίλησε μου για ένα άλλο άλμπουμ με τους 667 που μου’χε αρέσει πολύ. Μιλάω γι’ αυτόν με τις γυναικείες φωνές, Γαλάνη, Μπέμπα Μπλανς, Καίτη Γαρμπή κλπ.

Όταν έγινε το σούπερ χιτ του Μαργαρίτη, δεν υπήρξε οντότητα στην Ελλάδα που να μη μου τηλεφώνησε για να κάνουμε κάτι μαζί. Με πήρε ο Γερμενίτης απ’ τη SONY και με ρώτησε πόσα θέλουμε για να κάνουμε κάτι. «Να έχω εδώ αυτούς τους τραγουδιστές, κάνε ότι θέλεις». «Δεν θέλω» απάντησα, όπως είχα πει τότε στον Σαββόπουλο για την Πρωτοψάλτη. Ζήτησα, ας πούμε, εκεί που είχα έναν τραγουδιστή μόνο στο project Μαργαρίτη, εκεί να είχα πέντε τραγουδιστές. Άνδρας ο Μαργαρίτης; Γυναίκες τώρα! Μπουζούκια ο Μαργαρίτης; Άλλο πράγμα τώρα! Ήθελα να αναδείξω τους 667 αφού ο καθένας είχε εκείνη την ώρα το δικό του γκρουπ. Πρότεινα στη SONY να βγει πρώτο το κομμάτι με τη Μπέμπα Μπλανς και μετά με τη Μαριλέτα, που τραγούδαγε μια μαλακία με τα Ημισκούμπρια. Είχα πιάσει ότι η μικρή είχε ένα βιμπράτο. Με Μπέμπα Μπλανς, Γαλάνη, Καίτη Γαρμπή, Μαριλέτα, βάλαμε μέσα και τη Βάκια Σταύρου, μια Κύπρια τραγουδίστρια που είχαν στη SONY και δεν ήξεραν τι να την κάνουν. Τη Γαλάνη και τη Γαρμπή είπα στον Γερμενίτη να τις κρατήσει για δεύτερη «επίθεση» στα ραδιόφωνα. Η Μπέμπα Μπλανς είχε τα φόντα να κάνει ό,τι έκανε και ο Μαργαρίτης, αν και το τραγούδι της ήταν πεθαμενατζίδικο, ένα του Μπάμπη Μπακάλη. Εκείνοι όμως βγαίνουν με Γαρμπή, η οποία δεν άρεσε σε ραδιοφωνικούς παραγωγούς σαν τον Μουχταρίδη. Τηλεφωνούσαν κι έλεγαν «Τι είναι αυτό που βγάλατε με την Γαρμπή; Δεν ακούγεται η φωνή της. Θα την καταστρέψετε την Καιτούλα μ’ αυτούς τους γιεγιέδες»! Έτσι η SONY δεν πίστεψε στο project. Καλά παιδιά είναι κι ο Δόξας κι ο Γερμενίτης, αλλά αναγκάστηκαν μέσα απ’ τη δουλειά…Δεν μπορείς να καλείς τη Γαλάνη και να της λες πως θα κάνεις βίντεο κλιπ σ’ ένα τσογλανάκι καινούργιο, ενώ αυτή θα’ναι στην απ’ έξω. Δεν γίνεται ούτε στη Γαρμπή να το κάνεις αυτό, που ανοίγει το μαγαζί και θέλει ένα σουξέ για το πρόγραμμα της. Έκανα κι εγώ μαλακίες, έβαζα τις φωνές, αφού είχαν γίνει όλα αυτά με τον Μαργαρίτη. Έτσι είμαι, άμα παρακολουθήσεις τις δουλειές μου όλες, σαν να ρίχνω μια κλωτσιά στην καρδάρα με το γάλα.

Είσαι άνθρωπος των καταχρήσεων;

Αν εννοείς μπάφους, αυτό τό’κανα. Αυτοκαταστροφικός δεν υπήρξα ποτέ στην πορεία μου.

Το να χύνεις την καρδάρα με το γάλα, είναι μια μορφή αυτοκαταστροφής.

Δεν χύνω τίποτα, απλά δεν σ’ αφήνω να το επαναλάβεις. Έχω αρκετό απόθεμα ιδεών. Εγώ μετά το δίσκο με τα δημοτικά, ήθελα να πω του Μαργαρίτη: «Δεν πάμε το καλοκαίρι στα πανηγύρια να τους τα πάρουμε; Αφού σ’ αρέσει». Είχα ένα σχέδιο, αλλά έβλεπα τους παρατρεχάμενους και στράφηκα στις γυναίκες ερμηνεύτριες στο νέο project. Το CD αυτό πήγε άπατο, πρέπει να’ναι το minimal point της καριέρας μου. Άντε να πούλησε 500 κομμάτια…Αν ξανακούσεις τον πρόλογο του Πουλικάκου στο δίσκο, θα καταλάβεις ότι είχα πιάσει τι τρελό γινόταν γύρω μας. Για να κλείνουμε, έτσι έγινε η δουλειά με τον Μαργαρίτη. Δεν πήγα ποτέ εγώ σ’ αυτόν. Αυτός ήρθε σπίτι μου στο Μουντιάλ του ’98 λέγοντας μου «Εκεί που πήγαν το λαϊκό οι λαϊκοί, ας το σώσουν οι ροκάδες». Σου λέει «ΟΚ με τον Μουσαφίρη, αλλά έπεσα χαμηλά, τραγουδάω σ’ ένα συνεργείο αυτοκινήτων κάτω απ’ το γήπεδο της ΑΕΚ, στα Φιλαδέλφεια» όπως έλεγε. Σεπτέμβρη ’98 ρίξαμε την πρώτη πενιά στο στούντιο του Χάρρυ Κλυνν και το 2002 παίζαμε ακόμη σε Λυκαβηττό και παντού.

Ποιες είναι οι χαρές της ζωής σου;

Χαίρομαι και τον γιο μου και την κόρη μου, γιατί προέκυψαν μέσα από δύσκολες οικογενειακές καταστάσεις. Εγώ έχω δύο διαζύγια και δύο παιδιά. Ένα παιδί απ’ το κάθε διαζύγιο. Θα μπορούσαν να’ναι κωλοπαίδια, κλεφτρόνια, πρεζάκια, μ’ όλη την αγάπη που έχω για τα πρεζάκια. Το’χω δει να συμβαίνει μ’ άλλα παιδιά χωρισμένων γονιών.

Δεν δείχνεις άνθρωπος που δεν ενδιαφέρεται για τα παιδιά του.

Όχι, ενδιαφερόμουν πάντα και ενδιαφέρονταν και οι μανάδες τους, αλλά και οι παππούδες τους, ειδικά ο πατέρας μου. Θυμάμαι τον πατέρα μου να’χει πάντα ανοιχτό το σπίτι τις Πρωτοχρονιές, όπου είναι διάφοροι στρατηγοί και βιομήχανοι, η μία πρώην σύζυγος μου, η δεύτερη πρώην σύζυγος μου, εγώ με την τότε γκόμενα μου, τα δύο μου παιδιά, όλοι μαζί, ο Gravenites που έτυχε να’ναι στην Ελλάδα, ο συνθέτης και παιδικός μου φίλος Σωκράτης Παπαχατζής κλπ.

Θοδωρή, δεν ξέρω αν θες να μιλήσεις για το πρόβλημα υγείας που αντιμετωπίζεις.

Δεν έχω πρόβλημα να κρυφτώ. Έχω μεγάλο θέμα με την υγεία μου, το οποίο το αντίκρισα, όπως κάνω και μ’ άλλα θέματα που δεν είμαι σε θέση να αντικρίζω. Είμαι ευλογημένος που έχω γύρω μου μια ιατρική ομάδα τριών γιατρών, που είναι δυσανάλογο με το οικονομικό και το κοινωνικό μου στάτους. Είναι ο παθολόγος μου και φίλος μου, Χάρης Παμφίλης, η εξαίρετη αιματολόγος Χαρά Ματσούκα και επικεφαλής ο καθηγητής Κωνσταντίνος Συρίγος, ο εκ των κορυφαίων ογκολόγος της Ευρώπης. Μου έδειξαν ότι κάποιοι μ’ αγαπάνε την ύστατη στιγμή.

Σε βλέπω καλά.

Ναι, γιατί έκανα ότι μου είπαν. Δεν άκουσα τη μία και την άλλη γνώμη. Έλεγα «Δεν μ’ ενδιαφέρει ο καρκίνος της μάνας σου, αλλά το δικό μου το μαρτύριο». Δεν αμφισβήτησα την ιατρική ομάδα μου. Μου φέρθηκαν με μία κατ’ εξαίρεσιν αγάπη που μ’ έκανε να βοηθηθώ.

Άλλαξες καθόλου;

Αν εννοείς απ’ την άποψη της κοσμοθεωρίας, όχι. Άλλαξα μόνο ως προς το ότι σιγούρεψα κάποιες απόψεις που είχα νωρίτερα. Κανείς δεν μπορεί ν’ αποφύγει τίποτα στον κόσμο αυτό απ’ αυτό που του’χει κληρώσει.

Πίστεψες στον παράγοντα τύχη;

Όχι ακριβώς…Ξέρω τι πέρασα τα τελευταία δώδεκα χρόνια για μένα, που ήταν περίεργα και πρωτόγνωρα, από τότε που σταμάτησα στον Παναθηναϊκό και λίγο μετά συχωρέθηκε και ο πατέρας μου. Άλλαξαν πολλά στο οικογενειακό τοπίο. Βάσανα που πέρασα, πιθανώς να μην αρνούμαι στο ότι συνέβαλαν να αρρωστήσω. Γονιδιακά δεν είχαμε ιστορικό στην οικογένεια, αλλά είχα πολύ κωλοπαιδισμό γύρω μου, ψυχοφθόρους παράγοντες. Μπήκα στη λογική «Ή εγώ γαμάω τον καρκίνο ή ο καρκίνος γαμάει εμένα, και τα δύο δεν γίνονται». Δεν ξέρω σε τι στάδιο τον πρόλαβα, γιατί αυτό ξαναγυρνάει, αλλά αυτό που ξέρω είναι πως όσα χρόνια μου απομένουν, είτε ένας χρόνος, είτε 25 χρόνια, θα του κάνω παρέα. Είμαστε συγκάτοικοι με τον καρκίνο και ο ένας είναι λίγο πιο σκατόφατσα…

Το παράδοξο και σίγουρα ευχάριστο είναι πως δεν αποτραβήχτηκες απ’ τα μουσικά πράγματα. Αντιθέτως, έρχεσαι πάλι με φόρα.

Ο καρκίνος με βρήκε πριν από πέντε μήνες και πρώτο σετ είμαστε 1 – 0. Μου σταμάτησαν τις προγραμματισμένες χημειοθεραπείες γιατί μου είπαν πως τον ψιλοεξαφάνισα. Τρώω καλύτερα, σπιτική κουζίνα και όχι delivery, αλλά δεν άλλαξα συνήθειες και μου’κανε καλό η πανδημία, να μη βγαίνω, να μην ξενυχτάω. Σε ότι αφορά τα μουσικά, ήμουν έτοιμος στις αρχές του 2020 να ξαναβγώ ως ο καλλιτέχνης και songwriter Μανίκας που εμφανίζεται πολύ σπάνια, ο Μανίκας του «Είμαστε στον αέρα», των Thirty Dirty, αλλά είμαι κι ο producer. Ξαναβγαίνω τώρα μ’ ένα πακέτο, αλλά σιγά – σιγά, όχι όλα μαζί. Μέχρι τον Σεπτέμβρη λογικά θα τα έχω βγάλει όλα.

Μιλάς για δικά σου τραγούδια πρόσφατα;

Όχι απαραίτητα. Τραγούδια που έγραψα γενικώς. Έχω να το κάνω απ’ το ’98 που έβγαλα τη «Συνομωσία των μετρίων». Γραμμένα κομμάτια, που ηχογραφήθηκαν, αλλά δεν μιξαρίστηκαν, έτοιμο υλικό δηλαδή. Εν όψει του project, δίπλα στους παλιούς φίλους μουσικούς, θα μπει και μία τσελίστρια, η Ήρα Διαμάντη. Γαμώ τα παιδιά και γαμώ τα τατουάζ! Επί τη ευκαιρία, λέω για τους Thirty Dirty πως είμαστε η μόνη μπάντα, που έχει ορκιστεί να μην κάνει reunion, αλλά είμαστε κι η μόνη μπάντα που έχει σχέσεις. Στο δίσκο που θα βγάλω τώρα, όλοι οι Thirty Dirty είναι λίγο μέσα, άλλος σ’ ένα, άλλος σε δύο κομμάτια. Θεωρώ πολύ συγκινητικό που έμαθαν πως θα βγάλω δίσκο και πέρασαν για να παίξουν μέσα. Αυτό είναι συγκρότημα, όχι να βλέπει ο ένας τον άλλον μόνο στην περιοδεία και μετά να βρίζονται μεταξύ τους. Πάρε τους Πυξ Λαξ που έβγαλαν ανακοίνωση πως δεν ήξεραν τι καπνό φουμάρει ο ντράμερ τους. Μπορεί και να μην ξέρανε, 17 χρόνια τον είχανε, αλλά να σου πω κάτι; Και δεν αναφέρομαι στους Πυξ Λαξ τώρα. Δεν υπάρχει συγκρότημα, που μόλις φεύγουμε απ’ τον σταθμό Λαρίσης, να μην ξέρει ο ένας τι πίνει και τι κάνει ο άλλος. 14 ετών ήταν το κοριτσάκι που σε γούσταρε στο Βόλο, φέτος που θα ξαναπάς, θα’ναι 15. Σε περιμένει με την περσινή φωτογραφία στο χέρι. Το λέω σχηματικά, αφού άλλωστε δεν πηγαίνουμε περιοδείες με το τραίνο πια. Είναι πιο εύκολο να ξέρουμε το #metoo στη μουσική απ’ ότι είναι στο θέατρο. Να στο εξηγήσω τεχνικά: Μέχρι πριν 15 χρόνια, στο θέατρο ήθελες την περίφημη άδεια εξασκήσεως επαγγέλματος του ηθοποιού. Την έπαιρνες, αφού πήγαινες σε δραματική σχολή, όπου ο κάθε διάσημος θεατράνθρωπος ή τηλεορασάνθρωπος, μπορούσε να σου πιάσει το βυζάκι και να σου λέει «Με πάθος! Πιο δυνατά»! Ή σου έλεγε «Πέρνα απ’ τη γκαρσονιέρα να σου κάνω ιδιαίτερα» και άρχιζε το έργο. Στο τραγούδι, όμως, δε χρειαζόταν άδεια. Κι έτσι, ενώ στο θέατρο το #metoo το ασκούσαν οι θεατράνθρωποι, στο τραγούδι το ασκούσε ο κάθε τυχάρπαστος, αυτός που άνοιγε την πόρτα κι έλεγε «Γεια σου, είμαι απ’ την τάδε εταιρεία, γράψε μου ένα οικόπεδο στο Μεσολόγγι που τραγουδάς, έλα στην Αθήνα και θα σε κάνω τραγουδίστρια». Έπεφτε το μπαλαμούτι σύννεφο! Σκέψου τι γινόταν στους διαδρόμους των καμαρινιών τα χρόνια της κραιπάλης. Πόσο έχουν πιει οι άνθρωποι στις 3 τη νύχτα και πόσο έχουν μεταλλαχθεί οι χαρακτήρες, ενώ στο θέατρο στις 11 έχουμε σχόλασμα. Ξέρεις τι έχουν δει τα μάτια μου τη δεκαετία του ’80 από ανοιχτές πόρτες καμαρινιών περνώντας για να πάω στο καμαρίνι του Χριστοδουλόπουλου; Άσ’ το καλύτερα! Στη μουσική υπάρχει μια ομοφωνία γύρω απ’ το #metoo, γι’ αυτό και δεν θα μάθουμε ποτέ όσα έγιναν. Γιατί οι Πυξ Λαξ δεν μίλησαν πριν από τρία χρόνια που είχε βγει η πρωτόδικη απόφαση; Πολύ απλά, επειδή τότε δεν είχε σκάσει το #metoo. Και δεν μπορείς να λες «απ’ τις τάξεις μας, πέρασαν εκατοντάδες μουσικοί», πρώτα απ’ όλα διότι δεν πέρασαν εκατοντάδες μουσικοί κι έπειτα διότι εξομοιώνεις όλους τους άλλους μ’ αυτό το απόβρασμα.

Θα βγάλεις μόνο δικό σου υλικό τώρα ή έχεις και έτοιμες άλλες παραγωγές;

Θα βγάλω ένα επικό project «Τασία Βέρα και 667 σε κλέφτικα τραγούδια» σε παραγωγή και ενορχήστρωση Μανίκα. Το έκανα για το 1821, αλλά η Επιτροπή δεν το έμαθε ποτέ. Και τι να ενέκριναν όταν είδα ότι εκεί μέσα βάλανε τον Σαββόπουλο, την Πρωτοψάλτη να λένε «Θα κρατήσουν οι χοροί» για το 1821…Και ok, ας κρατήσουν οι χοροί, αλλά δεν αποθεώνεται το ’21 έτσι. Αποθεώνεται το κλίμα του ΠΑΣΟΚ…Θα το βγάλω το άλμπουμ με την Τασία Βέρα με την ενίσχυση – άκουσον, άκουσον – του υπουργείου Πολιτισμού της Φινλανδίας! Πολύ σεβαστικοί, γούσταραν αυτό το project, με την ίδια λογική που άμα πας στο Ελσίνκι, θα δεις φεστιβάλ σάμπα στους δρόμους που το πληρώνει το ΥΠΠΟ της χώρας. Και γιατί να χορεύουν οι Φινλανδοί σάμπα; Γιατί έχουν τη ΝΟΚΙΑ και θέλουν να φτιάξουν σωστά ringtones για να τα πουλάνε στους Βραζιλιάνους. Λες να φτιάξουν ringtones με κλέφτικα για να τα πουλάνε στην Ελλάδα; Μου απάντησαν όχι, αλλά κι αυτό μες το πρόγραμμα είναι. ΟΚ… (γέλια) Κάνω αυτό, λοιπόν, κάνω τα δικά μου και κάνω κι ένα τελευταίο- ας το πούμε – project των 667, που αξίζει τον κόπο να κυκλοφορήσει. Ονομάζεται GRoovy, που σημαίνει ελληνικά κέφια. Θα’ναι όλο instrumental και οι τίτλοι είναι όλοι γραμμένοι με διατυπώσεις σε αγγλικά, γαλλικά και ιταλικά. Προορίζεται για το εξωτερικό αυτό, για την ethnic αγορά. Είναι η κίνηση που έπρεπε να’χα κάνει αμέσως μετά τους «Δρόμους του πουθενά». 

Αρθρογραφείς κάπου;

Κοίτα, εγώ δεν μπορώ να γράφω κάπου που δεν θα με θες και για μεθαύριο. Άμα πεθάνει ένας φίλος, π.χ. ο Άκης Πάνου και με πάρεις να του κάνω αφιέρωμα, όπως έγινε στο ΚΛΙΚ, καταλαβαίνω ότι θες τον Άκη Πάνου, δεν θες εμένα. Όπως τότε με ήθελαν για τον Μαργαρίτη. Όλους τους είχα πάει στον Μαργαρίτη που θέλανε, από τον συχωρεμένο τον Λαυρέντη Μαχαιρίτσα μέχρι τον Φοίβο Δεληβοριά. Στα υπ’ όψιν αυτών που κάνω, βάζω και λίγο χέρι στα παλιά μου, σε εκείνα που’μαι εγώ ο ιδιοκτήτης απ’ τη ΜΙΝΟΣ ας πούμε. Τα άλμπουμ των Thirty Dirty, το σάουντρακ απ’ το «Είμαστε στον αέρα» που δεν έχει βγει ποτέ, το «Επειγόντως» του Άκη Πάνου που δεν το βρίσκεις πουθενά πια. Projects που τα’χα χρηματοδοτήσει και ο producer είμαι εγώ.

Θοδωρή, τα είπαμε όλα νομίζω. Σε υπερευχαριστώ.

Ο Θεός μαζί μας και οι άνθρωποι απέναντι μας. Και στο λέω εγώ που δεν πιστεύω στο Θεό, όπως πιστεύουν οι άλλοι. Πιστεύω στον δικό μου Θεό και στους δικούς μου δαίμονες. Άμα έμπαινες βαθιά μέσα μου, θα έβλεπες πως ο τύπος προσεύχεται στον Bob Marley ή στον πατέρα του ή τώρα προσεύχεται στον Μαραντόνα.

Κάτι παρεμφερές μου είχε πει κάποτε η Σωτηρία Λεονάρδου.

Είναι όπως έγραφε η ταφόπλακα του Jim Morrison: «Κατά τον Δαίμονα Εαυτού». Πάντως στο Άγιο Όρος δεν θα με βρεις ποτέ, αφού πρώτα έχουμε κάνει όλες τις αμαρτίες του κόσμου.

* Όλες οι φωτογραφίες είναι από το προσωπικό αρχείο του Θοδωρή Μανίκα

Φωτιά στην Ύδρα: Συνελήφθησαν 13 μέλη του πληρώματος της θαλαμηγού από όπου έριξαν πυροτεχνήματα

limeniko skafos 6

Φωτιά στην Ύδρα: Συνελήφθησαν 13 μέλη του πληρώματος της θαλαμηγού από όπου έριξαν πυροτεχνήματα

Στη σύλληψη 13 ατόμων για τη φωτιά που εκδηλώθηκε την Παρασκευή το βράδυ στην Ύδρα…