Σταύρος Σιόλας: «Οσο πιο βαριά αντρίλα έχει μια φωνή, τόσο πιο μεγάλη είναι η επιτυχία»

Τον γνωρίσαμε ως τραγουδιστή με «Της Άρνης το νερό» που έκανε πάταγο κατά την αναβίωση του Φεστιβάλ Τραγουδιού Θεσσαλονίκης. Έπρεπε να περάσουν αρκετά χρόνια, όμως, για ν' αποφασίσει με τη συνθετική του ιδιότητα να δώσει τραγούδια σε ορισμένους απ' τους σημαντικότερους Έλληνες ερμηνευτές.  

Αντώνης Μποσκοΐτης 07/12/2020 | 10:42

Ήταν το 2006 όταν στο Φεστιβάλ Τραγουδιού Θεσσαλονίκης το πανελλήνιο παρακολούθησε σε ζωντανή τηλεοπτική μετάδοση ένα νέο άγνωστο τραγουδιστή να αποδίδει ένα δικό του πολύ ιδιαίτερο δημοτικοφανές τραγούδι. Ήταν ο, γέννημα θρέμμα Αθηναίος, Σταύρος Σιόλας με το «Της Άρνης το νερό», ο οποίος σύντομα έγινε περιζήτητος από πολλούς συνθέτες του λεγόμενου «έντεχνου» για την ιδιαιτερότητα της φωνής του. 

Το παράδοξο είναι πως ενώ ο Σιόλας βγήκε στη δισκογραφία ως συνθέτης, έπρεπε να περάσουν αρκετά χρόνια για να γίνει γνωστή η συνθετική του ιδιότητα. Να φτάσουμε συγκεκριμένα στο 2013, τότε που τα «Διόδια» του, σε στίχους Πόλυ Κυριάκου, έγιναν μία από τις μεγαλύτερες ραδιοφωνικές επιτυχίες - αλλά και συναυλιακές, όχι μόνο για τον ίδιο, αφού πολλοί άλλοι συνάδελφοί του ακόμη επιλέγουν το συγκεκριμένο τραγούδι για το ρεπερτόριο τους. 

Η τωρινή συνάντηση με τον Σιόλα έγινε εν μέσω λοκντάουν και με αφορμή το καινούργιο του άλμπουμ, στο οποίο κατάφερε να συγκεντρώσει μερικές από τις πιο σημαντικές και ενδιαφέρουσες φωνές του σύγχρονου ελληνικού τραγουδιού: Από τον Βασίλη Παπακωνσταντίνου και τον Μίλτο Πασχαλίδη μέχρι την Ανδριάνα Μπάμπαλη και τη Βιολέτα Ίκαρη και από τον Αλκίνοο Ιωαννίδη μέχρι τη Ρίτα Αντωνοπούλου και τη Μαρία Παπαγεωργίου. Τραγούδια - μονόλογοι ή, σωστότερα, διάλογοι όπως λέει και ο ίδιος, μια και σε όλα κράτησε για τον εαυτό του το ρόλο του συνερμηνευτή.   

Φωτογραφία: Αγγελική Παπαϊωάννου/ Το Κουτί της Πανδώρας

Σας συναντώ με αφορμή την έκδοση ενός καινούργιου άλμπουμ και αναρωτιέμαι για τη μοίρα του εν μέσω πανδημίας, κρίσης, καλλιτεχνικής αδράνειας κλπ.

Δεν είχε σχεδιαστεί να βγει ο δίσκος μέσα σ' αυτή τη συγκυρία. Τον δούλευα από τότε που είχα τελειώσει τον προηγούμενο, τα «Διόδια». Μάζευα το υλικό κι ένιωσα πως έφτασε η στιγμή που ήμουν απόλυτα σίγουρος για το καλλιτεχνικό αποτέλεσμα. Κάπου εκεί τέθηκε το ερώτημα τού να βγει τώρα ή να μη βγει. Καταλήξαμε με την εταιρεία στο να βγει, διότι ίσως έχει μεγαλύτερη «μεταδοτικότητα» με όλο αυτό τον εγκλεισμό και, επίσης, γιατί ο κόσμος έχει μεγαλύτερη ανάγκη τα τραγούδια με τον παρηγορητικό, λυτρωτικό ή και «ανεβαστικό» τους ρόλο. 

Του δώσατε τον τίτλο «Φωνές θιάσου» και σκέφτομαι πως αποτελεί μία σύνδεση με το θεατρικό παρελθόν σας.

Αυτό που έχω σπουδάσει ολοκληρωμένα είναι το θέατρο. Έκανα δύο χρόνια στη σχολή του Βασίλη Διαμαντόπουλου με τον ίδιο εν ζωή και μετά ολοκλήρωσα τριετείς σπουδές στο Θέατρο Τέχνης. Έπαιζα σε παραστάσεις, στις οποίες έγραφα τη μουσική και τραγουδούσα. Αξιοποιούσα πάντα όλες μου τις ιδιότητες χωρίς να'μαι αμιγώς ηθοποιός. Πάντα το θέατρο είναι μέσα στη ζωή μου, στον τρόπο που γράφω τραγούδια ειδικά, αφού τα αντιμετωπίζω σαν μονολόγους ή και σαν διαλόγους, όπως στην περίπτωση του νέου δίσκου. 

Σας βοηθάει και το ότι μελοποιείτε στίχους των άλλων.

Ναι, γιατί έτσι διαλέγω και αποφασίζω να μελοποιήσω κάθε φορά. Όταν οι εικόνες μού δίνουν ανάγλυφο ένα σκηνικό και έναν χαρακτήρα. Έχω την ανάγκη μετά να χτίζω το ηχητικό περίβλημα, το σάουντρακ αν θέλετε, που θα μπορεί να λειτουργήσει αυτός ο χαρακτήρας ή ήρωας. 

Θα δηλώνατε αυτοδίδακτος μουσικός;

Έχω κάνει βυζαντινή και παραδοσιακή μουσική, πολυφωνικό ηπειρώτικο, πιάνο, φωνητική, αλλά ναι, είμαι αυτοδίδακτος. Η δημιουργική μου ιδιότητα, όμως, δεν οφείλεται στις σπουδές αυτές. Το είχα από μόνος μου και πριν, τόσο ως τραγουδιστής, όσο και ως τραγουδοποιός. Ηθοποιός δεν μπορώ να πω ότι είμαι, γιατί δεν δουλεύω στο θέατρο. Εντάσσω τη θεατρικότητα και όχι τον θεατρινισμό, τον οποίο απεχθάνομαι, μόνο όταν συμβαίνει πηγαία στα τραγούδια. Ταυτόχρονα νιώθω ισάξια δημιουργός και ερμηνευτής. 

Το έργο, βέβαια, που σας ανέδειξε ερμηνευτικά ήταν ο «Χρόνος Ερωτικός» σε ποίηση Πάνου Δημητρόπουλου και μουσική Λουκά Θάνου.

Εκεί ήμουν αμιγώς ερμηνευτής και το έκανα επειδή το λάτρεψα σαν έργο. Κάποια στιγμή ο Λουκάς Θάνος μου είπε ότι δεν νιώθει πια το έργο δικό του και ότι μου ανήκει, αφού με έβλεπε που το είχα μάθει απ' έξω. Τα δικά μου τα τραγούδια δεν τα ξέρω απ' έξω, αυτό όμως ακόμη το τραγουδάω χωρίς να κοιτάζω στίχους. Δεν μπορώ να πω ότι δεν κολακεύτηκα σαν τραγουδιστής, αλλά δεν ήταν η πρώτη φορά. Έχουμε κάνει αρκετά τραγούδια και με τον Γιώργο Καζαντζή, που με ήθελε για την ιδιαιτερότητα της φωνής μου.  

Ποια είναι, λοιπόν, η ιδιαιτερότητα της φωνής σας;

Η φωνή μου ανήκει στη συνομοταξία των τραγουδιστών της παράδοσης με ψηλές συχνότητες και αιχμηρή χροιά όπως αυτή του Χρύσανθου.Βέβαια με τα χρόνια έχει διαφοροποιηθεί, αλλά δεν είναι μια μέση αντρική φωνή.

Αρρενωπή εννοείτε;

Δεν είναι μία macho φωνή, όπως συνηθίζεται στο λαϊκό αλλά και στο έντεχνο, που όσο πιο βαριά αντρίλα έχει μια φωνή, τόσο πιο μεγάλη είναι η επιτυχία.

Καταλαβαίνω. Άκουσα κάποτε έναν συνθέτη να δηλώνει ενοχλημένος απ' την ερμηνευτική «αφυλία» τραγουδιστών, που πήγαζε από τον Μάνο Χατζιδάκι.

Ο Χατζιδάκις ήθελε αέρινες φωνές απαλλαγμένες από το σχήμα και τη γραφικότητα που να ταιριάζουν στο ονειρικό μουσικό του σύμπαν. Ίσως ο Καρακότας στα «Τραγούδια της αμαρτίας» αν και λαϊκός, πλησίασε το χατζιδακικό πρότυπο άφυλου ερμηνευτή ακόμα περισσότερο απ' τον Λέκκα και τον Λιούγκο. Ας πούμε ότι όλοι οι τραγουδιστές του Χατζιδάκι ήταν μακριά από τη γραφικότητα, της οποίας πολέμιος μια ζωή υπήρξε ο ίδιος ο Χατζιδάκις. Τότε όμως, όπως και τώρα, ευρείας αποδοχής φωνές ήταν η σχολή των Μάλαμα, Χαρούλη, Θανάση Παπακωνσταντίνου, οι οποίοι είναι εξαιρετικοί στο είδος τους - ειδικά του Θανάση του έχω μεγάλη αδυναμία - αλλά πορεύονται και σε δρόμο ανοιχτό και στρωμένο.

Αφού, όμως, ο καθένας φέρει το δικό του κόσμο ως ερμηνευτής, πως αλλιώς να τραγουδούσαν;

Μα αυτό ακριβώς υπερασπίζομαι το δικαίωμα του καθενός να φέρει τον κόσμο του γιατί ακόμη και σήμερα δεν υπάρχει μεγάλη ανεκτικότητα σε διαφορετικού τύπου ανδρικές ερμηνείες. Κάποτε σε μένα είχαν πει να σταματήσω να τραγουδάω, ο Κραουνάκης, ο Άγγελος Σφακιανάκης και ένας ραδιοφωνικός παραγωγός. Ο τελευταίος, μάλιστα, μου είχε πει ότι είναι αντιραδιοφωνική η φωνή μου. Αυτή είναι η απάντηση μου στην ερώτηση σας.

Το λέτε με πικρία, να υποθέσω;

Ναι, με πείραξε και είναι λογικό. Να ξεκαθαρίσω, όμως, ότι ο Σταμάτης μου το είπε συμβουλευτικά, όχι για να με προσβάλλει: «Για το καλό σου, δίνε τα τραγούδια σου σε άλλους ώστε να γίνονται επιτυχίες». Δεν θα ήθελα να παρεξηγηθώ.

Ωστόσο, σας μάθαμε απ' «Της Άρνης το νερό», ως τραγουδιστή. Αργότερα ανακαλύψαμε τη συνθετική σας ιδιότητα.

Ακόμη διαβάζω σχόλια απ' τον κόσμο κυρίως για την ερμηνεία μου στο τραγούδι αυτό. Από το φεστιβάλ Θεσσαλονίκης, που παρουσιάστηκε για πρώτη φορά, μέχρι πρόσφατα που το τραγούδησα σε τηλεοπτική εκπομπή. Τα views στο YouTube ξεπέρασαν πια το ένα εκατομμύριο και από κάτω γράφονται διθύραμβοι. Θα μπορούσα να είμαι εξαιρετικά επηρμένος, αλλά - πιστέψετε με - δεν αντέχω να διαβάζω αυτά που λένε για μένα. Οπότε εκεί λέω «Ποιον ν' ακούσω; Τους ραδιοφωνικούς παραγωγούς ή τον απλό κόσμο που έρχεται στα live μου και κλαίμε μαζί;»

Τον εαυτό σας ν' ακούτε.

Αυτό κάνω και, όπως βλέπετε, υπάρχω ακόμα. 

Έχετε κλείσει δεκαπενταετία σχεδόν στο τραγούδι. Υπήρξε περίοδος που είπατε να τα παρατήσετε;

Όχι, ποτέ. Δεν ξέρω καν να κάνω κάτι άλλο, δεν θα μπορούσα να υπάρξω αλλιώς.

Γεννημένος καλλιτέχνης, επομένως.

Ακούγεται γραφικό, ε;

Κάθε άλλο. Τραγουδάτε, γράφετε τραγούδια επιτυχημένα.

Το «γεννημένος καλλιτέχνης» καμιά φορά φανερώνει επιτήδευση και ελιτισμό στο λόγο, όταν αυτοπροσδιοριζόμαστε. Γεννημένοι καλλιτέχνες μπορεί να είναι και οι νεότεροι μου, για τους οποίους πραγματικά πονάει η καρδιά μου. Αν ήταν δύσκολα τα πράγματα πριν, τώρα είναι πιο δύσκολα από ποτέ. Ένας νέος πρέπει να είναι πλούσιος για να βγάλει έστω και ένα τραγούδι σήμερα. Ξέρετε ότι ζητάνε ταρίφα στις δισκογραφικές; Η πιο χαμηλή είναι στα 700 ευρώ και για να το ξεκαθαρίσω, η δική μου εταιρεία δεν το κάνει. Άλλοι, όμως, το κάνουν. Άρα ένα νέο παιδί πρέπει να έχει λεφτά καβάντζα αρχικά για την ηχογράφηση, να πληρώσει το στούντιο και τους μουσικούς. Μετά, πρέπει να έχει κι άλλα λεφτά για την ταρίφα της εταιρείας, όπως και γι' αυτόν που θα τον προμοτάρει. 

Ακόμη χειρότερα όταν η δυσχέρεια αυτή δεν ισχύει μόνο για τους νέους, αλλά και για τους παλιότερους με μεγάλη ιστορία. Ρώτησα κάποτε τον Νταλάρα πότε θα βγουν τα τραγούδια τους με τον Στέλιο Βαμβακάρη σε ποίηση Τάσου Λειβαδίτη. «Γιατί, υπάρχει εταιρεία να τα πληρώσει;» μου απάντησε.

Καλά κάνετε και το θίγετε αυτό, γιατί συμβαίνει έτσι ακριβώς! Το αντιμετώπισα κι εγώ μ' έναν σπουδαίο τραγουδιστή της γενιάς του Νταλάρα, που θα κάναμε μαζί δίσκο και δεν έγινε. Δεν θα ήθελα να πω το όνομα του, γιατί το ίδιο το γεγονός είναι απαξιωτικό πρωτίστως γι' αυτόν. Προερχόμενος ο ίδιος απ' την παλιά καλή δισκογραφία, δεν μπορούσε να διανοηθεί ότι έπρεπε να πληρώσει το δίσκο του, δε μπορούσε να το χωνέψει. Η ιδέα μας είχε ξεκινήσει πριν πέντε χρόνια, αλλά το αφήσαμε το 2018, όταν είδαμε τι γίνεται. 

Παλιά λέγανε θα κάνω δίσκο για να βγάλω χρήματα, τώρα λες να βγάλεις απ' αλλού λεφτά για να τα βάλεις σ' ένα δίσκο.

Αυτό έγινε ανέκδοτο πια. Δίνεις λεφτά, μην περιμένοντας να έρθουν ποτέ πίσω και μην ξέροντας γιατί το κάνεις κατά βάθος. Μάλλον το κάνουμε για την ψυχή μας, όπως έλεγε ο Κάρολος Κουν: «Για το θέατρο». Για το ενδεχόμενο, επίσης, να έπαιρνες πίσω κάποια λεφτά απ' τα live, προ κορονοϊού φυσικά. Ας ελπίσουμε ότι θα βγει το εμβόλιο και θα έχουμε ένα καλοκαίρι λειτουργικό, που θα ξαναπαίξουμε στον κόσμο. 

Φωτογραφία: Αγγελική Παπαϊωάννου/ Το Κουτί της Πανδώρας

Έχετε εναρμονιστεί με τη διαδικτυακή διανομή της μουσικής;

Προσπαθώ να το καταλάβω το παιχνίδι και να μπω μέσα, αλλά ακόμα είμαι στο μεταβατικό στάδιο. Μιλάω με τη Digital Minds και μ' άλλες εταιρείες, ώστε να μπορέσω κι εγώ να εισπράττω απ' τα κλικ, αλλά δεν γνωρίζω καν αν είναι άξιες λόγου οι αποδοχές μου. Πάντως, μέχρι προ ολίγου, που είχα μία ενημέρωση, μη φανταστείτε ότι βγαίνουν τίποτα φοβερά λεφτά. Ο κόσμος πήγε κατευθείαν απ' το CD στο YouTube, όπως κι εμείς άλλωστε. Δεν αγοράζει ψηφιακούς δίσκους, ακούει απλά τα τραγούδια απ' το YouTube. 

Με τα κλικ απ' το YouTube δεν έχετε εσείς κάποια κέρδη;

Μόνο αν κάποια εταιρεία έχει πολύ μεγάλο ρεπερτόριο με χιλιάδες τραγούδια. Ένας μεμονωμένος καλλιτέχνης, όμως, πόσα views μπορεί να'χει; Εγώ, ας πούμε, στο κανάλι μου δεν έχω πολλά views. Πήραν άλλοι τα τραγούδια μου, τα ανέβασαν αλλού και πήραν εκείνοι τα «χτυπήματα». Πρέπει τώρα να κάτσω εγώ να το μαζέψω όλο αυτό για να έρχονται σε μένα όλα τα κλικ. Σ' αυτή τη φάση βρίσκομαι, αλλά δεν είμαι ο μόνος, γιατί τώρα παίρνουν μπρος και οι συνάδελφοι, απ' ότι καταλαβαίνω. 

Συμμετέχετε ως δημιουργός στα σωματειακά σας;

Λαμβάνω τα email και υπογράφω τα ψηφίσματα. Ξέρουμε όλοι αυτό που νιώθουμε και λέμε όλοι οι καλλιτέχνες και μην περιμένετε να πρωτοτυπήσω τώρα: Είμαστε σαν τα παραμελημένα παιδιά, σαν να μην κατανοούν τη σημασία του πολιτισμού οι κυβερνώντες κι ας είναι η απόλυτη ταυτότητα της χώρας. Θεωρούν ότι ο πολιτισμός δεν έχει όφελος ή οικονομικό αντίκρισμα για την οικονομία της χώρας, κάτι που αν ίσχυε, πάλι οι ίδιοι θα ήταν υπεύθυνοι. Θα μπορούσε και θα έπρεπε να συμβαίνει το ακριβώς αντίθετο, ο πολιτισμός δηλαδή να ήταν η βαριά βιομηχανία της χώρας. Δεν είναι και φταίνε αυτοί. Ένας φαύλος κύκλος. Είναι φοβερό που δεν μας αναφέρουν στα νέα μέτρα, στο ποιος θα κλείσει και ποιος θ' ανοίξει. Μιλούν για εστίαση, για λιανικό εμπόριο και εμείς σαν να μην υπάρχουμε, σαν να είμαστε το πιο αχρείαστο είδος τούτη τη στιγμή. Τραγικό και προκλητικό, την ίδια στιγμή που βλέπεις το συνωστισμό στα λεωφορεία, στις εκκλησίες ή την πληρότητα στα αεροπλάνα. Σ' αναγκάζουν να παραιτείσαι, αφού δεν μπορείς να φωνάζεις για το αυτονόητο. 

Στο δίσκο σας τραγουδούν ο Αλκίνοος, ο Πασχαλίδης, η Αντωνοπούλου, η Μπάμπαλη, ο Βασίλης Παπακωνσταντίνου, η Ίκαρη κ.α. Δεν μοιάζει ωστόσο ένας δίσκος συμμετοχών απλά, αλλά έχει κόνσεπτ από πίσω.

Ο δίσκος δεν έγινε μ' όλους αυτούς, επειδή απλά αγαπώ τις φωνές τους και τις ήθελα. Τα οχτώ τραγούδια μού υπέδειξαν τους ερμηνευτές τους. Στην «Καφεΐνη», π.χ., εγώ άκουγα τη φωνή του Βασίλη Παπακωνσταντίνου, παρόλο που δεν ένιωθα ποτέ «συγγενής» του. Ούτε τον γνώριζα προσωπικά, ούτε καμιά σχέση είχαμε. Το τραγούδι, όμως, που έγραψα σε στίχους Sunny Μπαλτζή, φώναζε «Βασίλης Παπακωνσταντίνου». Το ίδιο ένιωσα και με το «Σαν Χουάν» για τη φωνή της Ρένας Μόρφη, την οποία επίσης δεν γνώριζα, αλλά την είδα και την άκουσα μες το τραγούδι. 

Σας πιστεύω, αλλά δεν μπορώ να μη σχολιάσω πως κάνατε ένα δίσκο εντελώς MINOS, αναφορικά με τους συμμετέχοντες.

Δεν ισχύει αυτό, ούτε ο Παπακωνσταντίνου, ούτε ο Αλκίνοος ανήκουν στη MINOS - μάλιστα με τον Αλκίνοο είχαμε και πρόβλημα με προηγούμενο συμβόλαιο του, που ευτυχώς ξεπεράστηκε. Μόνο με μία τραγουδίστρια, που τη ζήτησα, συνέβη να μη μας δώσουν άδεια απ' την εταιρεία της. Το πρώτο τραγούδι που βγάλαμε πέρσι ως προπομπό του άλμπουμ ήταν η «Χαραυγή» με τον Αλκίνοο και, παραδόξως, δεν παίχτηκε όσο θα περίμενα. Εντάξει, εμένα με θεωρούν αντιεμπορική φωνή, τον Αλκίνοο όμως; Συνειδητοποίησα και σοκαρίστηκα πως δεν παίζουν πια ούτε τον Αλκίνοο τόσο πολύ και, βασικά, δεν παίζουν καινούργιο τραγούδι. Το 90% του play list των ραδιοφώνων είναι πεθαμένοι τραγουδιστές εδώ και τριάντα χρόνια τουλάχιστον. Δηλαδή δεν μπορώ ν' ακούω άλλο το «Να μ' αγαπάς», δεν θέλω, πως να το κάνουμε; Και στο λένε ευθέως πια, «εγώ είμαι mainstream ραδιόφωνο, είμαι Νο 1 και αυτά παίζω και το κάνω πολύ πετυχημένα κιόλας». 

Αλήθεια είναι πως το έντεχνο τώρα ξαναπαίρνει τα πάνω του μετά από πολλά χρόνια κάμψης. Η Λιζέτα Καλημέρη έκανε δίσκο με τον Ορφέα Περίδη, ο Γιάννης Κότσιρας επέστρεψε με ολόκληρο άλμπουμ, ο Γεράσιμος Ανδρεάτος με ολοκαίνουργιο τραγούδι. Κάτι γίνεται.

Μες την καραντίνα βγήκαν πολλοί καινούργιοι δίσκοι. Και του Κραουνάκη και της Μποφίλιου και του Κότσιρα. Μόνο θετικό το βρίσκω, σαν μία αντίσταση μέσα στη μιζέρια και απέναντι στην κρατική αδιαφορία. Εδώ, σε αντίθεση με τα ζοφερά που λέγαμε πριν, κάποιος θα μπορούσε να πει: «Ορίστε, υπάρχει το ίντερνετ που ο καθένας μπορεί να φτιάξει ένα τραγούδι και να το ανεβάσει». Η απάντηση είναι πως το διαδίκτυο ισοδυναμεί με μία αχανή θάλασσα. Που να σε βρει ο άλλος; Το «Σαν Χουάν», ας πούμε, το δικό μου κομμάτι, ήδη παίζεται και πάει καλά, γεγονός που με χαροποιεί και μου δίνει πίστη και για την πορεία των υπόλοιπων τραγουδιών. Και δεν έχω καμιά μεγάλη φιλοδοξία να γίνω σούπερ διάσημος. Ένας άνθρωπος που θα έρθει να μου μιλήσει για ένα τραγούδι μου, αμέσως με δικαιώνει. Δεν χρειάζονται οι χιλιάδες followers και δεν ξέρω αν σας πείθω αυτή τη στιγμή. 

Ποιους ανθρώπους θεωρείτε ορόσημα στην πορεία σας μέχρι σήμερα;

Η αλήθεια είναι πως μου λείπει ένας μέντορας. Πιο κοντά σ' αυτό ήταν ο Γιώργος Ανδρέου. Είχε ενορχηστρώσει το δίσκο μου, «Στα μισά της νύχτας», και περάσαμε πάρα πολλές ώρες μαζί. Γνωριστήκαμε καλά, πήγαμε και διακοπές. Ακόμη και τώρα, τον Γιώργο θα πάρω τηλέφωνο για να τον συμβουλευτώ. Ένας άλλος σημαντικός άνθρωπος στη ζωή μου είναι ο δάσκαλος μου στο Τέχνης, ο Κωστής Καπελώνης. Του χρωστάω πολλά, μεταξύ αυτών και το «Της Άρνης το νερό», αφού γράφτηκε για την «Αγγέλα» του Σεβαστίκογλου σε δική του σκηνοθεσία. Πολλά τραγούδια οφείλω στον Κωστή, που έχουνε βγει ή που παραμένουν ανέκδοτα. 

Έχετε δηλαδή υλικό φυλαγμένο από εκείνα τα πρώτα χρόνια.

Έχω γράψει πολλά τραγούδια, γράφω συνέχεια. Παραδόξως, όμως, μου πήρε εφτά χρόνια για να πω ότι έχω τραγούδια για άλλους τραγουδιστές. 

Ποιο τραγούδι, πιστεύετε, θα σας ακολουθεί ες αεί; «Της Άρνης το νερό» ή τα «Διόδια»;

Νομίζω ότι στην κηδεία μου όλοι θα με αποχαιρετούν τραγουδώντας την «Άρνη». Έχει κάτι μεταφυσικό, θα υπάρχει και μετά από μένα και δεν νομίζω να το ξεπεράσω ποτέ, ακόμη κι αν γράψω καλύτερο τραγούδι. Σκέφτομαι την πανελλήνια μετάδοση του τραγουδιού, την εποχή που όλοι παρακολουθούσαν την αναβίωση του Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης, και σκέφτομαι ότι δεν θα μπορέσει να ξαναϋπάρξει μεγαλύτερη προβολή για μένα.  

Η παράδοση είναι το κατεξοχήν μουσικό σας ερέθισμα;

Η παράδοση...(σκέφτεται) Όταν βγήκα, γράψανε ότι είμαι ο νέος Γαϊτάνος.

Κι εγώ το είχα σκεφτεί, δεν σας κρύβω.

Ευτυχώς είχαν γράψει καταπληκτικά πράγματα ο Γεωργουσόπουλος και ο Λευτέρης Παπαδόπουλος. Αυτό για τον Γαϊτάνο είχε γραφτεί, αλλά δεν ίσχυε, δεν ισχύει και αποδείχτηκε εκ των υστέρων. Με συγκινεί η παράδοση, αλλά δεν τη γνωρίζω βιωματικά. Δεν μεγάλωσα σ' ένα χωριό με κλαρίνα. Γεννήθηκα και μεγάλωσα στην Αθήνα, αλλά νομίζω πως η έλλειψη ακριβώς της ελληνικής υπαίθρου με ωθεί προς την παράδοση. Λατρεύω την ελληνική επαρχία, δεν μ' αρέσει που ζω στην Αθήνα και ονειρεύομαι πάντα ότι θα ζήσω στο Ζαγόρι, στην Ξάνθη, στα Χανιά και αλλού. Είναι πολύ αργά πια και εγώ πολύ διαβρωμένος. Δεν θέλω να το παραδεχτώ, αλλά είμαι παιδί της πόλης, εδώ έζησα όλα μου τα χρόνια κι εδώ θα συνεχίσω να ονειρεύομαι. Να πάω να μείνω σ' ένα δάσος ή στα βουνά κι από κει να γράφω, αφού όλα γίνονται μέσω ίντερνετ. Ανέκαθεν μου άρεσαν τα ταξίδια και η πιο αγαπημένη μου συνθήκη είναι η περιοδεία: Να ταξιδεύω και να τραγουδάω.

Γράψατε ποτέ τραγούδι εμπνεόμενος από ένα όνειρο;

Όχι. Γενικά δεν είμαι ο τύπος που γράφει βιωματικά. Κινούμαι βάσει φαντασίας και ενστίκτου. Το έναυσμα μου πάνω απ' όλα είναι ο στίχος, ο λόγος. Ένα τραγούδι είναι για μένα ένα άλλο έργο τέχνης, ανεξάρτητο από τον στίχο μόνο του ή τη μελωδία μόνη της. Πρόκειται για ένα μαγικό πάντρεμα πολλών στοιχείων. Ένας καλός στίχος δε σημαίνει ότι θα γεννήσει ένα ωραίο τραγούδι, το ίδιο και μια καλή μελωδία. 

Το ότι συνήθως οι ενορχηστρώσεις φορτώνουν βαριά ένα τραγούδι, το βλέπω μόνο εγώ ή κι εσείς;

Υπάρχει η παρεξήγηση ότι μια υπερβολική ενορχήστρωση θα κάνει πιο επικοινωνιακό το σήμα του τραγουδιού. Εντελώς στρεβλή αντίληψη, αφού το σήμα πρέπει να'ναι από μόνο του δυνατό κι εκεί πρέπει να το αφήνεις καθαρό. Όλη η φασαρία, έτσι, στην ενορχήστρωση δεν βοηθάει κι αυτό επίσης πηγάζει από μια ανασφάλεια. Δεν ξέρουν αν έχει δύναμη η ουσία ενός τραγουδιού κάθε φορά.

Πόσο δύσκολο ή εύκολο είναι για έναν συνθέτη σήμερα να οσμίζεται την επιτυχία;

Εννοείται πως θέλουμε να είμαστε εμπορικοί με την έννοια να φτάσουμε σε όσους πιο πολλούς είναι εφικτό. Το κακό είναι να γίνεται η πρόθεση σου αυτό. Άμα ξεκινάς για να κυνηγήσεις την ουρά σου, το σουξέ, άστα να πάνε. Εγώ δεν έκανα ποτέ σουξέ με τραγούδια που θα τα έλεγες εμπορικά ή πιο ραδιοφωνικά. Τα σουξέ μου είναι «Της Άρνης το νερό», αν έχεις το Θεό σου, ένα μοιρολόι αποχωρισμού, και τα «Διόδια». 

Μα δεν είχατε διαβλέψει την επιτυχία των «Διοδίων», σοβαρολογείτε; Ένα διάστημα ακουγόταν παντού, παντού όμως, το τραγούδι αυτό.

Εκ των υστέρων! Ραδιοφωνικός παραγωγός έπαιζε ένα άλλο τραγούδι μου απ' το δίσκο και μου έλεγε «Πως να τα παίξω τα ''Διόδια'', βρε παιδί μου; Είναι πολύ δύσκολο τραγούδι» Εγώ επέμενα, όμως, αφού έβλεπα τι θα έκανε το συγκεκριμένο κομμάτι.

Αναφερθήκατε ήδη σε ραδιοφωνικούς παραγωγούς. Γιατί σώνει και καλά πρέπει να'χει «νταλαβέρια» με παραγωγούς ένας τραγουδιστής για να παίξουν τα κομμάτια του;

Έτσι μου είχε πει κι εκείνος ο παραγωγός. Δεν ήμουν ποτέ ο υστερικός που θα παρενοχλούσε τους παραγωγούς. Καταρχάς δεν έχω τα τηλέφωνα τους (γέλια). 

Σταύρος Σιόλας - Αντώνης Μποσκοΐτης (φωτογραφία: Αγγελική Παπαϊωάννου/ Το Κουτί της Πανδώρας)

Μήπως, θέλω να πω, δώσατε όλοι στους παραγωγούς μία εξουσία που δεν δικαιούνταν; Τι κακό θα τους συμβεί αν παίξουν μια φορά το τραγούδι του τάδε απ' την εκπομπή τους;

Εντελώς το νομίζουν αυτό, ναι. Συμβαίνει ακριβώς όπως το λέτε. Υπάρχουν παραγωγοί που επεμβαίνουν στην ενορχήστρωση, σου ζητάνε ν' αλλάξεις «ρεφρενάκι», αν είναι δυνατόν! Κάποιοι που ήταν φίρμες, ασχολήθηκαν με την προώθηση συγκεκριμένων ονομάτων, αλλά τώρα νομίζω πως το πήραν το μαθηματάκι τους. Ούτε αυτό σημαίνει, βέβαια, πως δεν μπήκαν κάποιοι άλλοι στη θέση τους. 

Είχατε αρνηθεί να υπογράψετε τη λίστα για τη Συμφωνία των Πρεσπών. Δεν είστε ο καλλιτέχνης, να υποθέσω, που θα πρωτοστατήσετε πολιτικά. Ή θέλετε να τα έχετε καλά με όλους;

(σ.σ. γυρνάει και λέει στη φωτογράφο μας: «Πως θα βγω τώρα απ' αυτό; Ήρθα και χωρίς συνήγορο» Γελάμε) Δεν θα το έλεγα ατολμία εκ μέρους μου. Δεν παίρνω θέση. Και για άλλες επιστήμες δεν θα έβγαινα να μιλήσω, π.χ. για την αντιμετώπιση του κορονοϊού.  

Τι σχέση έχει η ιατρική με την πολιτική; Έχετε δικαίωμα ψήφου, είστε ένα σκεπτόμενο άτομο.

Δεν σημαίνει ότι δεν έχω άποψη, όλοι έχουμε. Αν επιθυμώ να εκφράσω άποψη επί παντός επιστητού, είναι στη δική μου διακριτική ευχέρεια. Ο βαθμός, στον οποίο εκφράζω τις απόψεις μου, είναι προσωπικό μου δικαίωμα και δεν χαρακτηρίζεται από έλλειψη θάρρους. Θα μπορούσατε να με ρωτήσετε για το προσφυγικό, αφού τον καθένα τον αγγίζει ένα θέμα και έχει μεγαλύτερη έγνοια γι' αυτό. Εγώ, λόγου χάριν, έχω μεγαλύτερη έγνοια για τις εξορύξεις στην Ήπειρο. Δεν θα σας ζητήσω το λόγο γιατί εσείς δεν έχετε μιλήσει αρκετά για τις εξορύξεις και το εννοώ, δεν έχετε μιλήσει καθόλου! Δεν μιλάει και γι' αυτό το σοβαρότατο θέμα ο κόσμος που θα έπρεπε! Επιπλέον, υπάρχουν φωνές στα social media, σαν τη δική σας, σαν του Σταμάτη Κραουνάκη και της Έλενας Ακρίτα, που νιώθω πολλές φορές ότι με καλύπτουν. Όπως νιώθω και ότι τα λέμε μεταξύ μας. Σας διαβάζω και εν πολλοίς ταυτίζομαι. Οι άλλοι, είτε μας έχουν διαγράψει, είτε έχουν διαγραφεί, οπότε μία αίσθηση του «μεταξύ μας» την έχω. 

Μην το λέτε, ο Κραουνάκης και η Ακρίτα διαθέτουν χιλιάδες followers, διαμορφώνουν κοινή γνώμη, εξ ου και έχουν αποκτήσει φανατικούς πολέμιους. 

Σωστά, αλλά μιλώντας για μένα, σκέφτομαι πως ίσως ο κόσμος να μην τό'χει ανάγκη αυτό από μένα. Δεν είμαι, άλλωστε, ο καλύτερος στο «είδος». Καλύτερο είναι να γράφω τα τραγούδια μου και να τραγουδάω. 

Φωτογραφία: Αγγελική Παπαϊωάννου/ Το Κουτί της Πανδώρας

Τι άλλο νομίζετε ότι πρέπει να πούμε για το δίσκο σας που δεν το είπαμε;

Α, ο δίσκος, τον είχα ξεχάσει (γέλια). Πραγματικά ήταν ένα δύσκολο εγχείρημα, που μπορεί να αναρωτηθεί κανείς γιατί τραγούδησα κι εγώ δίπλα στον Παπακωνσταντίνου, τη Βιολέτα Ίκαρη, τη Μαρία Παπαγεωργίου, τον Αλκίνοο και τους άλλους. Θέλω να πω ότι ο καθένας είχε ένα συγκεκριμένο ρόλο που ήρθε και κούμπωσε με την προσωπική του διαδρομή: Με τον Πασχαλίδη, ας πούμε, κάναμε ένα διάλογο σαν παραδοσιακή παραλογή. Με την Αντωνοπούλου τραγουδήσαμε το πιο επαναστατικό οικολογικό κομμάτι του δίσκου. Τα τραγούδια μου είναι στην ουσία μονόλογοι - διάλογοι που μοιράζονται το ίδιο αίσθημα (η συνέντευξη φτάνει στο τέλος της με τον Σταύρο Σιόλα να τραγουδάει στίχους του Πόλυ Κυριάκου από το τραγούδι τους με τη Ρίτα Αντωνοπούλου: «Με τα δεκανίκια και τα όνειρα/ τα ξεχασμένα νοίκια και λασπόνερα/ Ποια καινούργια μέρα να μεθύσουμε/ ποια καινούργια δέντρα ν' αγαπήσουμε/ Ίσως τ' αύριο να είναι άγριο με δυο φτερούγες κοφτερές/ ίσως τ' αύριο να είναι άγιο να πάρει απόσταση απ' το χθες/ μέσα από την στάχτη την απόγνωση/ γίνε το δεντράκι της ζωής εσύ»). 

* Το digital album «Φωνές θιάσου» του Σταύρου Σιόλα κυκλοφορεί από την MINOS.