Πασχάλης Τσαρούχας: «Το Κράτος ήταν πάντα εχθρός του Πολιτισμού»

Ο δημοφιλής ηθοποιός, τραγουδοποιός και συγγραφέας αφηγείται τη ζωή του όλη σε μία ορμητική συνέντευξη εφ' όλης της ύλης αποκλειστικά στο koutipandoras.gr

Αντώνης Μποσκοΐτης 29/03/2021 | 10:59

Ο Πασχάλης Τσαρούχας είναι ένας ηθοποιός ιδιαίτερα αναγνωρίσιμος και δημοφιλής κυρίως μέσω της τηλεόρασης. Ένας άνθρωπος χορτασμένος - όπως δηλώνει ο ίδιος - που έτυχε αναγνώρισης στη δουλειά του χωρίς να επαναπαυθεί καθόλου. Αυτό φανερώνει η ενασχόληση του με τη συγγραφή, με το παιδικό θέατρο, όπως και με την τέχνη της μουσικής, με την οποία καταπιάστηκε σε ώριμη ηλικία. Τον τελευταίο καιρό ο Τσαρούχας έσπασε ρεκόρ δημοφιλίας όντας πρόεδρος του Πειθαρχικού του Σωματείου Ελλήνων Ηθοποιών. Συνηθισμένη πια η εικόνα του στα κανάλια να καταφτάνει με τη μοτοσικλέτα του έξω απ' το εισαγγελικό κτίριο και να τον περιμένουν οι ρεπόρτερ με τα μικρόφωνα παρατεταμένα. Το πόσο δύσκολη είναι η θέση του στο πόστο αυτό, όταν έχει να διαβάζει πρώτος απ' όλους τις μαρτυρικές καταγγελίες κακοποιημένων συναδέλφων του, μόνο ο ίδιος το γνωρίζει. Ωστόσο, στην ακόλουθη συνέντευξη μίλησε γι' αυτό και για πολλά άλλα που συνθέτουν το παζλ μιας ζωής καθ' όλα ενδιαφέρουσας.

Φωτογραφία: Αγγελική Παπαϊωάννου/ Το Κουτί της Πανδώρας

Έχω την αίσθηση πως παρ' όλη την αναγνωρισιμότητα σας ως ηθοποιού, ποτέ άλλοτε δεν ήσασταν πιο δημοφιλής απ' ότι σήμερα με τη θητεία σας στο ΣΕΗ.

Στα χρόνια της μεγάλης προβολής με τα σήριαλ ή τότε που δούλευα στο «Ακροπόλ» με τη Μιμή Ντενίση, υπήρχε τεράστια αναγνωρισιμότητα. Με τόση επιμονή και για λόγους πολύ σοβαρούς, όμως, νομίζω πως πραγματικά είναι σωστό αυτό που λέτε. Μπορεί πάλι όλοι αυτοί να μην ήξεραν τι γαμάτη δουλειά έκανα και τότε, απλώς τώρα πια παίζεις κάθε μέρα στα δελτία ειδήσεων και κάνεις κάτι πολύ σημαντικό για όλη την κοινωνία. Όταν παράγεις ένα έργο, απευθύνεσαι στην κοινωνία, όχι στον εαυτό σου. Το γιατί η κοινωνία κάθε φορά δίνει ή δεν δίνει σημασία σε ότι κάνεις, είναι μία άλλη μεγάλη συζήτηση.

Είστε προσεκτικός με τις συνεντεύξεις, έχοντας δει να παραποιείται ο λόγος σας;

Συνήθως αυτό γινόταν από σκοπιμότητα ή από ανοησία. Ενδεχομένως οι άνθρωποι, στους οποίους μιλούσα, δεν μπορούσαν να καταλάβουν τι τους έλεγα και το υπεραπλούστευαν. Αυτό είναι ένα πρόβλημα δικό τους και δικό μας, όταν μιλάς ακόμη και σ' έναν τοπ δημοσιογράφο που μπορεί να σε κανιβαλίσει, βάζοντας σε στον μύλο της συνήθειας. Έχουμε ευθύνη και οι συνεντευξιαζόμενοι, όμως, στο ποιον μιλάμε και στο τι του λέμε κάθε φορά.

Μετράτε ακριβώς 35 χρόνια στον κόσμο του θεάματος και έχετε δουλέψει σκληρά.

Ξεκίνησα να σπουδάζω το 1986 στο Θέατρο Τέχνης ζώντος του Κουν. Λίγο τον πρόλαβα δηλαδή στο νοσοκομείο. Είχα δώσει εξετάσεις, με είχε δει για μισή ώρα κι όταν τον ξανάδα μετά, λίγο πριν πεθάνει, με ρώτησε: «Ποιος είσαι εσύ;» Από το καλοκαίρι του '86 και του '87 έκανα τις πρώτες μου Επιδαύρους, αφού πεθαίνει ο Κουν κι εγώ ως πρωτοετής παίζω σε τέσσερις παραστάσεις: «Όρνιθες», «Αχαρνής», «Πέρσες» και «Αγαμέμνων». Ήμασταν όλη μέρα μες στο θέατρο χωρίς κείμενα, οδηγούς ή σκηνοθεσία. Βλέπαμε και κάναμε. Όποιος μπορούσε να επιβιώσει, αυτή ήταν η συνθήκη. Συμμαθητές μου ήταν ο συχωρεμένος Γιώργος Δρογγίτης, η Λίνα Μαρκάκη, ο Στράτος Τζώρτζογλου για ένα μικρό διάστημα, η Μαρία - Λουίζα Παπαδοπούλου που σήμερα κάνει μόνο σκηνοθεσία, ενώ ένα έτος πάνω από μας ήταν ο Φώτης Μακρής, η Φρόσω Λύτρα, η Φαίη Κοκκινοπούλου κ.α. Βγαίνοντας απ' τη σχολή, κάναμε την «Ελένη» του Ευριπίδη με την Έλλη Βοζικιάδου, που πέθανε πρόσφατα. Θυμάμαι ακόμη ότι είχα καθηγητή τον γιο του Θάνου Κωτσόπουλου στα ΤΕΗ Διοίκησης Οικονομίας. Ψυχολογία μας έκανε. Δύο εξάμηνα έμεινα στο ΤΕΗ και σταμάτησα, αφού ο πατέρας μου δεν είχε καμία επιχείρηση να μου κληροδοτήσει.

Την ψάχνατε αισθητικά με το θέατρο;

Την έψαχνα, αλλά πάντα ήθελα και να δουλεύω παράλληλα. Καλό είναι να κάνουμε το κέφι μας, αλλά το' βλεπα πάντα και σαν δουλειά. Με στήριξε πολύ οικονομικά μια συμμετοχή που είχα στο «Ο παππούς Μισισιπής κι ο Άγιος Νείλος», μια ραδιοφωνική εκπομπή στο Πρώτο Πρόγραμμα, όπου διαβάζαμε και παίζαμε μουσικές πολυπολιτισμικές. Όταν δεν τα έκανα αυτά, δούλευα και οικοδομή συνέχεια με τον πατέρα μου. Ήθελα να βγάζω το δικό μου ενοίκιο και να κάνω τη δική μου ζωή. Στην τηλεόραση, στον «Κίτρινο φάκελο» και στην «Εκτέλεση» του Κουτσομύτη, έκανα κάποια γεμίσματα, δεν τα έλεγες καν δηλαδή ρόλους. Η πορεία μου ξεκίνησε στην ουσία όταν έκανα συμπτωματικά - θα έλεγα - τη «Βασιλική» του Βαγγέλη Σερντάρη.

Γνωρίζω πως πήρατε με θράσος σχεδόν τον πρώτο ρόλο.

Ισχύει απόλυτα. Με καλεί ο Σερντάρης να μου δώσει ένα μικρό ρόλο κι εγώ του ζητάω το σενάριο. «Σενάριο δεν δίνω» μου λέει. Με δοκιμάζει σε μια σκηνούλα, αλλά εγώ βρήκα το σενάριο απ' τον άνθρωπο που με είχε συστήσει και που επίσης ήταν να παίξει στην ταινία. Το διάβασα και στις δύο το βράδυ τηλεφωνώ του Σερντάρη: «Δεν ξέρω τι νομίζετε εσείς» του κάνω, «αλλά τον πρωταγωνιστικό ρόλο θα τον παίξω εγώ». Μου απαντά έκπληκτος «Πως θα τον παίξεις εσύ;» κι αρχίζω να του αναλύω τα στοιχεία του ρόλου. Με καλεί να κάνουμε πάλι ένα δοκιμαστικό σε μια βδομάδα. Πήγα ντυμένος όπως έπρεπε, κάνω το δοκιμαστικό και στις δύο το βράδυ πάλι μού τηλεφωνεί αυτός: «Θα τον κάνεις εσύ το ρόλο». Από κει και πέρα τα πράγματα βρήκαν το δρόμο τους.

Πασχάλης Τσαρούχας - Ταμίλα Κουλίεβα στην αφίσα της ταινίας «Βασιλική» (1997) του Βαγγέλη Σερντάρη

Αλήθεια είναι πως κάνατε αρκετό σινεμά για ένα διάστημα.

Η «Βασιλική» ήταν ο πρώτος πρωταγωνιστικός μου ρόλος σε ταινία. Πριν είχα κάνει τη «Φανουρόπιτα» του Γιατζουζάκη και αρκετά μετά τα «Βαρέα ανθυγιεινά» του συχωρεμένου Αντώνη Παπαδόπουλου. Πριν λίγες μέρες μου έστειλε μήνυμα στο facebook μία κοπέλα ότι πουλιέται το φορτηγό, με το οποίο γυρίσαμε την ταινία. Της το'χε αφήσει ο παππούς της, δεν ήξερε να το συντηρήσει και με ρώτησε αν ξέρουμε κάποιον για να το αγοράσει - κοίτα να δεις! Με τη «Βασιλική», όμως, όλοι ανακάλυψαν την Αμερική! Παίχτηκε η ταινία στη Θεσσαλονίκη, αλλά δεν ήμουν υποψήφιος για βραβείο. Δεν πικράθηκα πολύ, αφού ούτε ο Γιώργος Μιχαλακόπουλος ήταν με τον «Κύριο με τα γκρι» του Χούρσογλου. Η επιτροπή αποφάσισε να μην ήμασταν υποψήφιοι για βραβείο, αφού αν ήμασταν, θα έπρεπε να μας το δώσουν κιόλας. Δύο μήνες μετά, όμως, παίρνω παμψηφεί το Κρατικό Βραβείο ερμηνείας, όπου μου το δίνει η ίδια επιτροπή της Θεσσαλονίκης, αλλά πιο διευρυμένη. Είχε και 2.000.000 δραχμές, ενώ το άλλο ήταν σκέτο το αγαλματάκι. Πήρα την πίκρα, πάντως, του πρωτοεμφανιζόμενου στο φεστιβάλ και κάπου εκεί είπα «Γιατί όχι κι εγώ, ρε γαμώτο;»

Έχετε πίκρα απ' το χώρο γενικά;

Όχι, απλά καμιά φορά εσείς οι ποιοτικοί δεν μας θέλετε εμάς του εμπορικού (γέλια). Δεν θεωρώ κακό κάποιος να βγάζει και χρήματα, κάνοντας την καύλα του. Στο παρελθόν άκουγα συναδέλφους του ποιοτικού να λένε «Ξέρεις κάτι; Εγώ δεν κάνω τηλεόραση» κι εκεί τους ρώταγα «Πείτε μου, ρε παιδιά, πόσες φορές σας φώναξαν κι είπατε όχι;» Το «Εγώ δεν κάνω τηλεόραση» προϋποθέτει να σε έχουν καλέσει κι εσύ να έχεις αρνηθεί, αλλιώς δεν σε θέλουν, δε σε χρειάζονται. Τέτοιες πίκρες εγώ δεν έχω και νομίζω πως αν είχα, με τα χρόνια τις έχω αφήσει πίσω. Όταν πήγαμε στο φεστιβάλ του Καΐρου με την «Βασιλική», πρόεδρος της επιτροπής ήταν ο Μάλκοβιτς. Μπαίνω ένα βράδυ στο ξενοδοχείο κι έρχεται ο Μάλκοβιτς και γονατίζει μπροστά μου. Με πιάνει αγκαλιά και με φιλάει, παρουσία όλων. Θέλω να πω ότι έχω πάρει πολλή επιβεβαίωση και στην κοινωνική και στην επαγγελματική μου ζωή. Η μόνη πικρία έγκειται στο ότι κάποια στιγμή έλεγα «Εντάξει, ένα μεροκάματο βγάζουμε, δε χρειάζεται να μας σκοτώσετε κιόλας».

Απασχολούσατε όμως και με την ιδιωτική σας ζωή, διαζύγια, γάμοι κλπ. Ερήμην σας μάλλον.

Το διαχειρίστηκα μ' έναν άλλο τρόπο το κομμάτι αυτό κι ίσως και γι' αυτό να ενόχλησα. Αρνήθηκα να παίξω το παιχνίδι των μέσων σε πολλά στάδια. Η προσωπική μου ζωή ή η δική σου δεν αφορά κανέναν. Αυτοί πάλι ζουν απ' αυτό, το θεωρούν δουλειά τους. Όταν ζορίστηκα, αντέδρασα και πάρα πολύ έντονα, αλλά δεν θ' αλλάξουμε και την ύπαρξη μας επειδή κάποιοι θεωρούν επάγγελμα τους ένα πράγμα τελείως αχαρακτήριστο. Όλο αυτό βέβαια συμβαίνει και με την ανοχή κάποιων συναδέλφων μου, για χψ δικούς τους λόγους, να λέμε την αλήθεια τώρα. Κακός δεν έγινα ποτέ, αλλά αρκετά δηκτικός και πολύ ακριβής στους χαρακτηρισμούς μου. Δεν πιστεύω ότι έχω φερθεί με κακία ή άσχημα σε κάποιον, αντιθέτως θεωρώ ότι συχνά με κανιβάλισαν και αγνόησαν τη δουλειά μου. Όταν έκανα τον «Ληστή», ήρθε ρεπόρτερ συστημένος από εκπομπή και με ρώτησε πως τα κατάφερα και χώρισα τόσο γρήγορα με την Θεοφανία Παπαθωμά, ενώ εγώ ήμουν με 170 σφυγμούς, έχοντας μόλις κατέβει απ' τη σκηνή. Τον πήρε ο διάολος, όπως καταλαβαίνετε, κι ήταν το πιο ευγενικό που μπορούσα να κάνω εκείνη τη στιγμή.

Είστε ένας άνθρωπος λαϊκών καταβολών;

Εντελώς. Ο πατέρας μου κατέβηκε από το Σουφλί στην Αθήνα και έμενε στα Εξάρχεια, όπου γνώρισε τη μητέρα μου, άρτι αφιχθείσα από την Κεφαλλονιά. Διάλεξαν να πάνε να μείνουν στον Περισσό για να'χουν χώρο να παίζουν τα παιδιά που θα έκαναν. Προέρχομαι από δύο γονείς λαϊκούς με ενστικτώδη λογική και αισθητική. Καθόρισε αυτό εμένα και τα άλλα δύο αδέρφια μου. Τρία αγόρια είμαστε, ο Βασίλης είναι εικαστικός, συγγραφέας, γλύπτης, σκηνογράφος και τώρα τελειώνει μια ταινία σε δική του σκηνοθεσία. Ο μεσαίος μας είναι οδοντοτεχνίτης, μάστορας κι αυτός, καλός.

Φαίνεται, πάντως, πως δεν προσποιείστε κάτι άλλο απ' αυτό που είστε.

Αφού το βλέπετε αυτό στα μάτια μου. Δεν μπορώ να κάνω αλλιώς για να μην είμαι δυστυχισμένος εγώ μετά. Είναι βασικό να μπορείς να κοιμηθείς το βράδυ γιατί το άλλο πρωί έχεις πολλά πράγματα να κάνεις.

Ίσως έχει να κάνει με την πολυσχιδή καλλιτεχνική φύση σας. Εκτός από ηθοποιός, έχετε γράψει βιβλία, παιδικά έργα, θεατρικά.

Το γράψιμο το ξεκίνησα στα 13 - 14 μου. Πήγαινα στη Στουρνάρη και νοίκιαζα γραφομηχανή με την εβδομάδα. Τώρα που το θυμάμαι, είναι μια πολύ γλυκιά ανάμνηση. Έμπαινες στη διαδικασία να γράψεις, πέραν απ' την επιθυμία, όπως οι άνθρωποι έβαζαν τα καλά τους για να πάνε στο θέατρο. Κάποια στιγμή ο βραβευμένος συγγραφέας παιδικών έργων, ο Χρήστος Μπουλώτης, είδε ένα πρώτο δικό μου θεατρικό έργο. Δούλευα με τη Λουκία Ρικάκη στο «Θέατρο 104», στα τέλη του '90. Μου ζήτησε να το εκδώσουμε και δέχτηκα αν και δεν είχα καμία τέτοια φιλοδοξία. Ήταν η «Αρπαγή της πριγκίπισσας Αιώρας», που το θεωρώ ένα πολύ ωραίο έργο και που παίζεται ακόμη και σήμερα στα σχολεία. Το διαλέγουν οι μαθητές κι αυτό με κάνει πολύ χαρούμενο. Σκεφτείτε ότι η Μυρτώ Γκόνη που βρεθήκαμε στο σωματείο, με έπιασε και μου είπε «Ξέρεις ότι είσαι η αιτία που έγινα ηθοποιός;» και μου εξήγησε πως ως παιδούλα είχε παίξει στο έργο μου στο Ναύπλιο κάποτε. Γενιές έχει μεγαλώσει το συγκεκριμένο έργο.

Είναι μία ιδιότητα σας που δεν τη γνωρίζει ο πολύς κόσμος.

Κάποια περίοδο είχαν δώσει βάση τα μέσα, για να το πουλήσουν φυσικά, στο στυλ «Πως αυτός ο αδρός άνδρας μπορεί και γράφει βιβλία για παιδιά»! Λες και το να'χεις αδρά χαρακτηριστικά, σημαίνει ότι είσαι αναίσθητος. Είναι τα εύκολα κουτάκια, με τα οποία εγώ δεν έχω πρόβλημα, αρκεί να είναι 5.623 και όχι μόνο έξι κουτάκια.

Δε θα αναφερθώ στις ερμηνείες σας, αλλά στα γραπτά σας τουλάχιστον υπάρχει έντονη πολιτικοποίηση.

Ο πατέρας μου, ο Αποστόλης Παπατσαρούχας υπήρξε ηγετικό στέλεχος των οικοδόμων πριν τη δικτατορία. Ο παππούς Πασχάλης πέθανε το 68 στο παραπέτασμα, εκτοπισμένος και από το Σοβιετικό καθεστώς. Ο πατέρας μου με είδε να περπατάω όντας κρυμμένος στην Ανάβυσσο μέσα στη χούντα, στο σπίτι του Παναγιώτη Βενιεράτου, που ήταν νονός του αδερφού μου. Ο Βενιεράτος ήταν δικηγόρος και στη δίκη των χουντικών. Στο σπίτι του τότε μαζεύονταν η Άννα Συνοδινού, ο Κούνδουρος, ο Μαγκάκης κ.α. Εκεί κρυβόταν ο πατέρας μου και είχε επαφή μ' ένα κύκλο διανοουμένων, αν και μάστορας ήταν ο άνθρωπος. Άνδρας της μίας αδερφής του ήταν ο Στεφάνου, μεγάλο στέλεχος της ελληνικής Αριστεράς και άνδρας της άλλης του αδερφής ήταν ο Χρόνης Μίσσιος. Μου έλεγε η μάνα μου ιστορίες όταν με έπαιρνε στις φυλακές Αβέρωφ για να πάμε καφέ στον Χρόνη. Του πήγαινε ένα θερμός και στον διπλό πάτο του, έβαζε καφέ από κάτω γιατί απαγορευόταν ο καφές στους κρατούμενους. Εγώ έβαζα τα χέρια μου στις τσέπες, μικρό παιδάκι, και περπάταγα δίπλα στον φρουρό. Ήταν λίγο φοβιστικό για τη μάνα μου, γιατί εγώ κορόιδευα τον αστυφύλακα κι εκείνη προσπαθούσε να περάσει παράνομα πράγματα. Αυτή ήταν, λοιπόν, η οικογένεια μου κι απ' τους δυο γονείς μου, άρα δεν θα μπορούσα να μην είμαι πολιτικοποιημένος.

Υπήρξατε μέρος όμως του διαβόητου life style των 90s κι εκεί δεν χρειάστηκε να επιδείξετε πολιτικοποίηση.

Δεν υπήρχε λόγος, όλα έρρεαν καλά τότε. Λεφτά δεν πήρα από κανέναν, ποτέ δεν έκλεψα. Όσα έβγαλα, που δεν ήταν και πάρα πολλά συγκριτικά με άλλους, τα έχω δουλέψει πάρα πολύ σκληρά, αρρωσταίνοντας και χάνοντας κομμάτια της υγείας μου. Είχα και μία άλλη πρακτική, όμως, που θα σας περιγράψω χωρίς να περιαυτολογώ: Όταν έκανα με τον Μανουσάκη το «Παιχνίδι της συγγνώμης», μου έστελναν από την Adidas πέντε - έξι κούτες με αθλητικά είδη, φόρμες - παπούτσια. Τα φόρτωνα στο τζιπ, πήγαινα στο γύρισμα, άνοιγα το πορτ μπαγκάζ κι έλεγα στο συνεργείο: «Περάστε». Έπαιρνε ο καθένας ότι ήθελε! Σε μιαν άλλη σειρά με τον Μανούσο, ο κύριος που μας έδινε το σπίτι, είχε κρασιά κι ήθελε να τα πουλήσει στη Γερμανία. Μου ζήτησε να κάνουμε δυο πλάνα μου για το σποτ και το δέχτηκα αμέσως. «Πόσα θες;» με ρωτάει και του κάνω: «Δε θέλω τίποτα, εσύ μας δίνεις το σπίτι σου για τα γυρίσματα». Διαπίστωσα κάποια στιγμή ότι είχε βάλει λεφτά στην κάρτα μου. Στέλνω ένα βοηθό να σηκώσει όλο το ποσό και να το φέρει στο γύρισμα. «Πόσοι είστε;» τους ρωτάω και αρχίζω να μοιράζω τα λεφτά ισόποσα σε όλους, στους πιο χαμηλόβαθμους. Δεν τα'χα ανάγκη, βέβαια, αυτά τα χρήματα και αν σας το εξομολογούμαι τώρα, δεν το κάνω για να συγκινήσω ή να «φανώ», αλλά για να σας εξηγήσω πως δεν έχασα ποτέ την ταξική μου συνείδηση. Μ' ενδιέφερε πάντα να περνάνε καλά οι άλλοι και δεν είναι τυχαίο πως όταν άκουγαν τη μηχανή και καταλάβαιναν πως φτάνω στο γύρισμα, είχαν έτοιμο τον καφέ μου. Αυτό δεν μου το χάρισε κανείς και το λέω με μεγάλη συγκίνηση αυτή τη στιγμή. Όλοι οι τεχνικοί απ' όσες δουλειές έχω δουλέψει, με θυμούνται ακόμα! Αυτοί είναι το συνάφι μου, οι τεχνικοί.

Αντώνης Μποσκοΐτης - Πασχάλης Τσαρούχας (φωτογραφία: Αγγελική Παπαϊωάννου/ Το Κουτί της Πανδώρας)

Πριν λίγα χρόνια κάνατε το άλμπουμ «Εκείνοι/ Εμείς», ο πρώτος και μοναδικός σας δίσκος με στίχους και μουσική. Το να κάνεις μουσική στα 50 σου, είναι κάτι πρωτότυπο, αν μη τι άλλο.

Δεν μ' ενδιέφερε να το κάνω στα 30 μου. Δεν είχα κατάρτιση μουσική καμία και άκουγα μόνο ήχους μες στο κεφάλι μου. Πήρα μια κλασική κιθάρα και μια μέθοδο. Τη γρατζούναγα και μέσα σ' ένα δίμηνο αυτό που έγραφα κατάφερα να το μεταφέρω στο χαρτί εκτός από το ίδιο το όργανο. Έφτιαχνα υποτυπώδεις παρτιτούρες και μ' ένα προγραμματάκι στον υπολογιστή, διόρθωνα τις αξίες, τη διάρκεια των ήχων. Κατέληξα σ' ένα πράγμα σχεδόν εντάξει, που το πήγα στον Λευτέρη Πουλιού και επιμεληθήκαμε μαζί την παραγωγή. Ένα χρόνο μου πήρε το πρότζεκτ αυτό, ιδίοις εξόδοις, σε μία περίοδο που δεν υπήρχαν φράγκα ούτε για τσιγάρα.

Το συγκεκριμένο πρότζεκτ, όμως, ήταν απόρροια της δυσαρέσκειας σας για το ΟΧΙ του δημοψηφίσματος που έγινε ΝΑΙ.

Από το '12 ξεκίνησε αυτό, έπιανε και τους προηγούμενους, απλά το δημοψήφισμα έγινε η μεγάλη πληγή. Ότι έγινε και όπως έγινε, για την ακρίβεια. Ο δίσκος και το βιβλίο που ακολούθησε, με έκαναν να αποσυμφορηθώ και να συνεχίσω να ζω. Έπρεπε να το βγάλω από πάνω μου και δεν το επέλεξα, έτσι μου προέκυψε όμως. Δε μπορώ να εξηγήσω γιατί το έκανα με τραγούδια, πιθανώς τώρα να το βλέπω σαν άλλο ένα στοίχημα με τον εαυτό μου. Εγώ τότε δεν είχα συνείδηση, έλεγα ότι θέλω να παίζω κιθάρα και τέλος. Όταν ολοκληρώθηκε ο δίσκος, τότε μόνο μου μπήκε το μικρόβιο του τραγουδοποιού και του περφόρμερ επί σκηνής. Ξέρετε πόση χαρά παίρνω όταν μου δίνει ο δάσκαλος να βγάλω ένα καινούργιο τραγούδι; Κάνω κανονικά μαθήματα με τον Παντελή Κλήμη, που ήταν ο κιθαρίστας του δίσκου μου. Μου έδωσε π.χ. ως δυσκολάκι το «Break on through» των Doors. Έπιασα την κιθάρα και το έπαιξα κατευθείαν, γιατί το τραγούδι αυτό το'χα μέσα μου και δε γινόταν να κάνω λάθος. Είναι σαν τη «Συννεφιασμένη Κυριακή» που μπορεί να το πεις καλύτερα ή χειρότερα, αλλά όχι λάθος. Τώρα ξεκίνησα σολφέζ και ο γιος μου, που' ναι στα 15 και κάνει επίσης μουσική, σχολίασε: «Άμα έχει διάβασμα αυτός, μια χαρά θα του είναι». Πάντως είχε θράσος το ότι έβγαλα δίσκο. Μπήκα στην πιάτσα των τραγουδοποιών, σου λέει «Τι κάνει αυτός τώρα, τι θέλει;», όμως εγώ έτσι έκανα ανέκαθεν. Μπουκαδούρες κάνω, φτου και βγαίνω. Θα μου έδινε κανείς το ρόλο στη «Βασιλική», αν δεν έλεγα εγώ θα τον παίξω; Ότι έχω κάνει και που οι άλλοι το θυμούνται, είναι πράγμα που έχω διεκδικήσει εγώ!

Είναι σίγουρα θράσος ή θάρρος;

Είναι άποψη. Είναι στάση ζωής. Κάποτε, στο Τέχνης, ο Λαζάνης μ' είχε κόψει από μία διανομή. Πήγα στην ανάγνωση κανονικά. Δεν ξέρω αν με πρόσεξε και πάνω στη βδομάδα άρχισε να στήνεται ο Χορός. Με βλέπει και με ρωτάει: «Καλά, εσύ είσαι στη διανομή;», όπου του απαντάω «Εσείς δε με βάλατε, αλλά εγώ είμαι». Δευτεροετής εγώ, έτσι; «Ως ταύρος σε υαλοπωλείο;» με ξαναρωτάει. «Ως ταύρος σε υαλοπωλείο» απαντάω πάλι! «Ε, κάτσε παίξε» απεφάνθη! Το ίδιο έγινε και με τον «Ληστή». Τηλεφώνησα του Δημήτρη Μανιάτη, του είπα ότι μ' αρέσει η γραφή του κι ότι ήθελα να μου γράψει ένα τέτοιο έργο. Βέβαια, τότε ήταν πιο εύκολο με τον Μανιάτη, γιατί είχα και μια δημόσια εικόνα. Ήξερε ποιος του μίλαγε, δεν ήμουν ο πουθενάς, ο κανένας. Έτσι πάλι πήγα στον Κραουνάκη και του ζήτησα να σκηνοθετήσει. Ήθελα τη μουσική του γνώση, την ευφυΐα του, ότι τελικά έδωσε για την παράσταση.

Την καμαρώνετε πολύ αυτή την παράσταση.

Φυσικά και την καμαρώνω και μάλλον θα ξαναπαιχτεί το χειμώνα. Είναι κάτι που το συζητάω καιρό, απλά ο μόνος ενδοιασμός μου είναι ότι δεν έχω πια τον οίστρο που είχα όταν τη χτίζαμε τότε. Κουβαλάω όλη τη γνώση και την εμπειρία, όπως και ένα πρώτο βραβείο που πήραμε στα Τίρανα, στο διεθνές φεστιβάλ θεάτρου. Πρέπει να την ξανακάνουμε, να δώσουμε λίγο πόνο για τα 200 χρόνια απ' την Επανάσταση, γιατί ο «Ληστής» αυτό ήταν.

Στο περιθώριο, μάλιστα, των επίσημων εκδηλώσεων με μπροστάρισσα τη Γιάννα Αγγελοπούλου.

Ακριβώς! Πρέπει να ξαναθυμηθούμε τι ήταν όλοι αυτοί οι ήρωες που τους κάνανε τσαρούχια στο Μοναστηράκι.

Χωρίς να πολιτικολογήσουμε τώρα...

Μα αυτή η συνέντευξη που κάνουμε, πολιτική είναι.

Ναι, μέσα, θα ήθελα να ρωτήσω όμως πως βλέπετε τη διαχείριση του πολιτισμού από τους εκάστοτε κυβερνώντες.

Δεν μπαίνω στη διαδικασία, όχι από ελιγμό. Νομίζω θα συμφωνήσουμε πως το κράτος ήταν πάντα εχθρός του πολιτισμού. Το οργανωμένο κράτος σιχαίνεται τον πολιτισμό, γι' αυτό κι απ' την αρχαιότητα οι καλλιτέχνες ήταν χορηγούμενοι. Κάποιοι μόνο πληρώνονταν. Και σήμερα πληρώνονται κάποιοι μόνο.

Αυτό είναι «μπηχτή»;

Όχι, η αλήθεια είναι. Αν ένας στους χίλιους λέει την αλήθεια και μεταφράζεται ως μπηχτή, είναι άλλη ιστορία. Να λέμε την αλήθεια και έτσι είναι όταν υπάρχουν τα Ιδρύματα Αγραμμάτων και Τεκνών, που λέω και στο βιβλίο μου. Το αποδεικνύουν και όλα όσα βιώνουμε σήμερα. Πέντε χρόνια πριν το'χω πει και πριν από μένα το'χαν πει άλλοι σημαντικότεροι άνθρωποι. Αυτό συμβαίνει μαζί με το πως κανείς αποφασίζει να διαχειριστεί την απέχθεια του προς κάτι. Άλλος μπορεί να σε αγνοεί, άλλος να βάζει πέντε πορτιέρηδες και να μην περνάς εσύ, είτε λέγεται ΠΑΣΟΚ, ΣΥΡΙΖΑ και ΝΔ, που εμένα καθόλου δεν μ' ενδιαφέρει. Η μεγάλη εικόνα είναι πως η Πολιτεία απεχθάνεται τον Πολιτισμό, τον μόνο χώρο που μπορεί ουσιαστικά να αντιπολιτεύεται την σκληρή έννοια του Κράτους. Δεν έχει να κάνει με ξερή κριτική, αφού όταν εγώ παίζω τον «Ληστή» δεν αντιπολιτεύομαι κανέναν. Παρουσιάζω όμως μία άλλη πραγματικότητα ως πρόταση. Ο πολιτισμός φέρνει τις προτάσεις για το καινούργιο, αποτελούμενος από ανθρώπους που ανοίγουν παράθυρα στο φως. Αυτό δεν συμφέρει τα οργανωμένα κράτη! Όταν σας έλεγα πριν για τα ρούχα που μοίραζα στο συνεργείο, εγώ εκείνη τη στιγμή τσάκιζα το σύστημα. Δεν γινόταν να παίρνω εγώ δώρα και οι άλλοι, που δουλεύουν όλοι μαζί γι' αυτό που είμαι εγώ, να έχουν τρύπια παπούτσια. Αφού εγώ έχω δέκα ζευγάρια, γιατί να μην έχουν κι οι άλλοι από ένα; Εκεί ακριβώς ανοίγεις ρήγμα στο σύστημα. Είναι αισθητική η θέση.

Τι ήταν αυτό που σας έκανε να βάλετε υποψηφιότητα στο ΣΕΗ;

Είδα ότι φτιάχτηκε μια ομάδα ετερόκλητων συναδέλφων σε ότι αφορά την πολιτική τους αφετηρία. Έγιναν μια - δυο συναντήσεις και τους είπα ότι αν θέλουμε να γίνει κάτι, πρέπει πρώτα να φροντίσουμε να φτιαχτεί ένα ελκυστικό σωματείο. Ένα σωματείο που δεν είχε καμία σχέση με τ' άλλο που μας είχε απομακρύνει όλους για δεκαετίες.

Τι είχε, λοιπόν, το άλλο σωματείο;

Ήταν ένα παράρτημα του ΠΑΜΕ, μία μονοκόμματη ανάγνωση των πραγμάτων: Απεργία - απεργία - απεργία. Ιερή η απεργία και τη σέβομαι, αλλά για να απεργήσουμε πρέπει καταρχάς να εργαζόμαστε. Όταν ένα σωματείο χιλίων μελών απεργεί και ουσιαστικά απεργούν μόνο τρεις, σημαίνει ότι δεν υπάρχει υποδομή από κάτω. Ήμασταν μαζί σε σειρά με μέλος της προηγούμενης διοίκησης και με ρωτάει «Θα απεργήσεις την Πέμπτη;» Απαντάω «Όχι» κι αρχίζει να μου κάνει κήρυγμα. Βγαίνει όμως το όρντινο της Τρίτης και βλέπω ότι το εν λόγω μέλος έχει βγει απ' το πρόγραμμα. «Αμ εσύ δεν απέργησες» του κάνω, «ρεπό πήρες». Το να πάω να συνεννοηθώ με την παραγωγή να μη με βάλουν γύρισμα και να πάω στην Κλαδική - ξέρω γω - για να πω ότι απέργησα και να πάρω παράσημο, την ξέρω κι εγώ τέτοια «επανάσταση». Επανάσταση για μένα κάνει αυτός που θα πάρει φόρα και θα χτυπήσει το κεφάλι του στον τοίχο, ξέροντας ότι θα τ' ανοίξει στα δύο! Αυτόν τον σέβομαι! Μπορεί να'ναι μαλάκας, αλλά τον σέβομαι! Έτσι αποφασίσαμε να φτιάξουμε ένα ανανεωμένο σωματείο, δεδομένων και των δύσκολων συνθηκών τριγύρω μας.

Δεν αντιμετωπίσατε προβλήματα, φαντάζομαι, απ' το προηγούμενο καθεστώς.

Ακόμα αντιμετωπίζουμε και δεν θα ήθελα να επεκταθώ. Εγώ βρέθηκα υποψήφιος αποκλειστικά για το Πειθαρχικό από ένα λάθος, αλλά εξελέγην με ισχυρή βαθμολογία. Το Πειθαρχικό δεν συγκαλείται άμα δεν υπάρχει λόγος, γιατί πρώτα συνέρχεται το ΔΣ, η Επιτροπή κλπ. Εμείς ήμασταν σε μια γκρίζα ζώνη, δηλαδή αν χρειαστεί, σε φωνάζουμε. Και έσκασε το θέμα όλο με το #metoo. Που να το φανταζόμουν ότι θα έβγαινα εγώ μπροστά;

Φωτογραφία: Αγγελική Παπαϊωάννου/ Το Κουτί της Πανδώρας

Τα βρίσκετε καλά με τους άλλους, τον Μπιμπίλα, τον Λάσκο;

Μια χαρά. Τα παιδιά έχουν διακριτούς ρόλους. Στο Πειθαρχικό δηλαδή δεν μπορούν να μπουν ο Μπιμπίλας ή ο Λάσκος. Έχουμε επικοινωνία μέσω του άλλου μέλους, του Γιάννη Παναγόπουλου, είμαστε σε συνεννόηση πάντα, αλλά το Πειθαρχικό απ' τη μία είναι αυτόνομο κι απ' την άλλη λογοδοτεί απέναντι στο ΔΣ και στη Γενική Συνέλευση.

Όντας πρόεδρος του Πειθαρχικού, παίρνετε πρώτος στα χέρια σας τους φακέλλους με τις καταγγελίες. Πόσο ψυχοφθόρο είναι;

Φοβερά! Τη μέρα που άνοιγα τους πρώτους φακέλλους, δεν κοιμήθηκα το προηγούμενο βράδυ απ' την αγωνία του τι έχω να διαβάσω και ποια ονόματα θα δω. Με στενοχωρούσε πάρα πολύ η σκέψη πως θα διάβαζα για ανθρώπους, με τους οποίους έχω συνεργαστεί και πολύ καλά ορισμένες φορές. Η μοίρα που μας χτύπησε ήταν λίγο...Θα ήθελα μέσω αυτής της συνέντευξης να απευθυνθώ και λίγο στους συναδέλφους: Όχι ότι έχει συμβεί, αλλά ας αποφύγουμε τον κανιβαλισμό ή το να λύσουμε τις διαφορές μας μέσω του Πειθαρχικού του σωματείου. Μπορεί εσείς κάποτε να μου είπατε κάτι άσχημο. Δεν μπορεί να πάμε στο Πειθαρχικό για να σας ακυρώσω εφ' όλης της ύλης, εκεί που θα μπορούσαμε να το λύσουμε μεταξύ μας.

Μου λέτε στην ουσία ότι παίρνετε και καταγγελίες ανάξιες λόγου.

Τις οποίες, όμως, οφείλουμε να ανοίγουμε, από σεβασμό για τις δύο πλευρές. Σαφώς και λέει πολλά αν ένας σκηνοθέτης αποκάλεσε μία ηθοποιό «μαλακισμένη» εν ώρα πρόβας. Κανένας σκηνοθέτης δεν έχει δικαίωμα να βρίσει κανέναν ηθοποιό και το αντίστροφο. Αυτό είναι εργασιακό θέμα βαρύτατο.

Κι αν την αποκαλούσε «μαλακισμένη» σε ένα μπαράκι και όχι στην πρόβα;

Εκεί, όχι, δεν ισχύει. Να σας πω όμως κάτι άλλο σε σχέση μ' αυτό που λέτε; Ένα τέτοιο περιστατικό πήγε στον Εισαγγελέα κι αυτός έβγαλε βιασμό, μη παραγραμμένο κιόλας! Το πήγα εγώ στον Εισαγγελέα, αυτός κάτι διέκρινε, φώναξε το θύμα για κατάθεση και εκμαίευσε βιασμό κανονικό. Κι άλλη καταγγελία είχαμε για βιασμό που αρχικά είχε κατατεθεί ως έντονη σεξουαλική παρενόχληση.

Σας ενόχλησε εσάς προσωπικά η αναφορά των Λιγνάδη - Κούγια σε «μέτριους ηθοποιούς»;

Ήταν μια έκφραση που συμπεριλήφθηκε σε υπόμνημα απολογίας και δεν θα ήθελα να τη σχολιάσω. Αν θα έπρεπε κάποιος να το αναλύσει, θα έδινε την ερμηνεία για έναν υπερόπτη τύπο που είχε όλες τις πόρτες ανοιχτές, αλλά και τον πανικό που βρίσκεται, όπως και την κενότητα του. Δεν μπορεί να κατηγορείς εμένα, π.χ., για τα πάντα. Έχουν απαντήσει πάρα πολλοί άλλοι επ' αυτού. Τι είναι προτιμότερο, να είσαι καλός ηθοποιός και κακός άνθρωπος; Θα σας απαντήσω πάλι με μια κουβέντα του συχωρεμένου του Λαζάνη. Τον είχε ρωτήσει κάποτε ένας συμφοιτητής «Παίζω καλά; Θα γίνω καλός ηθοποιός, είμαι καλός;» Γυρνάει και του απαντάει: «Ποιος είμαι εγώ που θα σ' το πω αυτό; Εγώ μπορώ να δω αν έχεις κάποια καλά στοιχεία για να φτάσεις σ' ένα αποτέλεσμα. Μέχρι εδώ»! Είναι μεγάλη ύβρις να τολμάει κάποιος να διατυπώνει δημόσια κρίση για τους άλλους.

Και για τον εαυτό του ενδεχομένως.

Εντάξει, αυτό δεν είναι απλά ύβρις, είναι «μεθυβριστικό»!

Θεωρείτε τον εαυτό σας καλό ηθοποιό;

Θεωρώ τον εαυτό μου καλό επαγγελματία.

Φωτογραφία: Αγγελική Παπαϊωάννου/ Το Κουτί της Πανδώρας

Σίγουρα θα έχετε ερωτηθεί πολλές φορές τελευταία και για δικές σας δυσάρεστες εμπειρίες απ' το χώρο.

Λίγο - πολύ όλοι τα έχουμε ζήσει. Θυμάμαι ότι ερχόταν ένας τύπος και προσπαθούσε να μας αγκαλιάσει και να μας φιλήσει. Έπαιζα μπάσκετ στην ΑΕΚ κι ήταν ένας μπάρμπας, που πούλαγε σπόρια. Το είπα του πατέρα μου, ήρθε από κει, τον έπιασε, τελείωσε το ζήτημα. Προσπαθώντας τώρα να θυμηθώ, θα έλεγα ότι απ' το χώρο δεν δέχτηκα ποτέ παρενόχληση. Ούτε στην τηλεόραση, ούτε στον κινηματογράφο. Εντάξει, μην αρχίσουμε να ποινικοποιούμε και τους υπαινιγμούς, αυτό έλειπε! Νομίζω, πάντως, ότι απ' το παρουσιαστικό μου και μόνο, δεν τολμούσαν να με πλησιάσουν. Όχι ότι έδειχνα άγριος, βάρβαρος κλπ., απλά γνώριζαν τις προτιμήσεις μου. Αναφέρω το παρουσιαστικό μου, γιατί πιστεύω ακόμη ότι εξαιτίας αυτού πολλοί έλεγαν ότι δεν πρέπει να'μαι στη δουλειά. Φοβόντουσαν μην τα κάνω πουτάνα άμα συνέβαινε κάτι. Έχουμε παράσταση λόγου χάριν όπου ο ένας ηθοποιός χτυπάει κάθε βράδυ έναν συνάδελφό του επί σκηνής. Δεν θα το έκανε για δεύτερο βράδυ, αν ήμουν κι εγώ εκεί! Απλά πράγματα! Όταν κάτι συμβαίνει στο θέατρο και είναι υπόψιν σου, δεν μπορείς να το επιτρέπεις. Ήξεραν μερικοί ότι εγώ ήμουν εκεί για όλους, αυτό μου επέβαλε η συνείδηση μου. Δεν ήταν να μιλάς σε μένα καλά μόνο, να μου δίνεις το μισθό μου και να είμαστε ΟΚ. Σ' όποιον φέρεσαι άσχημα, είναι σαν να φέρεσαι έτσι και σε μένα. Άλλοι πάλι λένε «Δεν είχαμε πάρει είδηση»...Μα πως είναι δυνατόν να γίνονται δίπλα σου και να μην τα βλέπεις; Όταν συμβαίνει κάτι μέσα στο θέατρο, το ξέρουν όλοι! Το να κάνεις ότι δεν το βλέπεις, είναι αλλουνού παπά Ευαγγέλιο, που δυστυχώς όμως σε χαρακτηρίζει.

Κάποιοι μπορεί να δίσταζαν, αλλά να βρήκαν την ευκαιρία τώρα με το #metoo.

Το κέρδος μας σαν κοινωνία και σαν επαγγελματικός χώρος θα είναι όσοι ασκούσαν χυδαία εξουσία να μαζευτούν και να καταλάβουν ότι δεν τους παίρνει πια να το κάνουν. Όσοι, επίσης, υφίστανται τη βία κατά ένα τρόπο, να ξέρουν ότι κάπου μπορούν ν' απευθυνθούν και να μιλήσουν. Αυτό δε θα ισχύει για πάντα, μα καλό θα'ναι να καταφέρουμε να το καθιερώσουμε για τα επόμενα δεκαπέντε χρόνια. Αν γίνει, εμείς θα έχουμε κάνει πολύ σημαντική δουλειά κι από κει και πέρα ας τη συνεχίσουν τα παιδιά μας.

Είναι ο περίφημος κώδικας δεοντολογίας που μίλησε γι' αυτόν ο Σπύρος Μπιμπίλας.

Σαφώς και πρέπει να φτιαχτεί ο κώδικας δεοντολογίας, αλλά μην την πατήσουμε όπως την πάτησαν στην Αμερική, όπου έρχεται ο βοηθός παραγωγής και σου λέει: «Τώρα ο σκηνοθέτης θα σας δώσει ένα χαστούκι. Επιτρέπετε να σας δώσει ένα χαστούκι;» ή «Τώρα θα φιλήσετε τη Μαρία. Μαρία, του επιτρέπετε να σας φιλήσει;» Το κάνουμε νιανιά το πράγμα, μη φτάσουμε εκεί. Παρόλα αυτά είναι απαραίτητη η διατύπωση ενός κώδικα δεοντολογίας για τον οποίο αποκλειστικά και μόνο υπεύθυνοι είναι οι εμπλεκόμενοι. Στη δουλειά μας δηλαδή, οι ηθοποιοί, οι παραγωγοί, οι τεχνικοί και η πολιτεία που οφείλει να έχει το ρόλο του επιβλέποντα. Δεν έχει καμία δουλειά, όμως, κανένας εκπρόσωπος υπουργείου να μας πει πως θα δουλεύουμε εμείς, όχι για άλλο λόγο, αλλά γιατί δεν ξέρει πως γίνεται. Αν ήξερε πως γίνεται, δεν θα ήταν υπουργός.

Υπάρχει κάποια καταγγελία που να σας σόκαρε πραγματικά;

Τις δύο πρώτες μέρες δεν μπορούσα να φάω, ήμουν σε μόνιμη κατάσταση ναυτίας. Πράγματα που δε μπορεί να πάει το μυαλό σου και η εικόνα για την πλειοψηφία είναι «αυτός ή αυτή εναντίον του ή της τάδε» κλπ. Δεν έχετε ιδέα του τι έχουμε διαβάσει! Στο πρώτο πειθαρχικό συμβούλιο, η Καφαντάρη δίπλα μου βόγγαγε, η Αβαγιανού αναστέναζε και ο Παναγόπουλος ήταν με λυγμούς. Δεν αντέχονταν όσα μαθαίναμε. Πλέον το έχουμε λίγο συνηθίσει, του στυλ «είναι μία ακόμη περίπτωση σαν τις προηγούμενες». Σκλήρυναν λίγο το αυτί μας και το πετσί μας, αν και τώρα που σας τα λέω, πάλι με πιάνει αναγούλα. Σου λέει η τάδε για τον τάδε και τους κάνεις εικόνα, τους θυμάσαι σε εκείνη την ηλικία, ξέρεις πως είναι ένα καμαρίνι κι ένα θέατρο κλειδωμένο. Το ζεις μπροστά σου, δεν ακούς απλά μια ιστορία.

Κι εκεί ποιες άμυνες προτάσσει κανείς;

Απ' τη στιγμή που έχουμε όλοι μας ένα πόστο, τα ξεχνάς και λες πρέπει να κάνουμε μία δουλειά. Είναι μία αποστολή που έχεις να φέρεις εις πέρας και πάντα σκέφτεσαι πως αυτός που σου μιλάει, έχει υποφέρει πιο πολύ από σένα. Για να μη σου πω ότι και ο θύτης έχει υποφέρει ώστε να φτάσει σ' ένα τέτοιο σημείο. Έχουμε μάθει να διαβάζουμε τους ανθρώπους μέσα από τη δουλειά μας. Όταν εγώ έχω να παίξω έναν «κακό», πρέπει να ψάξω να βρω το δίκιο του. Από ένα δίκιο ας πούμε ότι ξεκινά η κακότητα των πράξεων του. Εγώ αναγνωρίζω σ' αυτούς που έχουν κάνει κακό, ότι κάτι τους έχει φταίξει. Δεν δικαιολογεί την πράξη τους, αλλά την αιτιολογεί και βοηθά και μένα να είμαι πιο δίκαιος.

Πως τα βλέπετε με την ιστορία αυτή, θα συνεχίσετε να είστε μπροστά εκ μέρους του ΣΕΗ;

Καλό είναι να μαζευτεί λίγο το πράγμα, γιατί δεν είναι η δουλειά μας και κάπως πρέπει να δουλέψουμε κι εμείς. Αυτή τη στιγμή το focus έχει ήδη φύγει απ' τους ηθοποιούς κι έχει πάει στους σκηνοθέτες. Δε σημαίνει κάτι απαραίτητα, μπορεί να σκάσει δεύτερο κύμα σαν την πανδημία. Τα αποτελέσματα θα τα δείξει το πρώτο Πειθαρχικό συμβούλιο. Ακόμη δεν έχει βγει κάτι, εξαιρουμένου του Λιγνάδη, που διακόψαμε τη διαδικασία. Θεωρήσαμε ότι, μ' αυτά που διαβάσαμε κατά την προφυλάκιση του και με την απολογία του, μας ξεπερνάει πάρα πολύ. Με δυο λόγια έθεσε υπεύθυνο το Σωματείο Ελλήνων Ηθοποιών, το οποίο τον μισεί. ΟΚ, εγώ όφειλα να την τελειώσω τη διαδικασία στο Πειθαρχικό, δε μπορούσα να πω ότι εγώ δεν γουστάρω να ασχοληθώ. Ο ίδιος όμως έβαλε τον εαυτό του απέναντι μας. Όλες οι άλλες υποθέσεις ακολουθούν την κανονική πορεία τους με αυστηρά χρονοδιαγράμματα. Διότι, ξέρετε, δεν απέχει πολύ το να βρεθείς από κριτής κρινόμενος. Οφείλουμε να είμαστε πάρα πολύ τυπικοί, έχοντας ευαίσθητα στοιχεία στα χέρια μας.

Υπάρχουν στιγμές στη διαδρομή σας, που μπορεί να κάνατε κάτι, αν όχι αξιόποινο, τουλάχιστον ικανό για να μετανιώσετε;

Όλοι το έχουμε κάνει, να είμαστε τσαντισμένοι ή να κάναμε λίγη πλάκα παραπάνω στη σκηνή, όταν παίζεις για εκατό βράδια συνέχεια. Όχι γιατί θες να κάνεις κακό σε συνάδελφο, αλλά γιατί είσαι εσύ λίγο μαλάκας. Από το να κάνω μια μαλακία στη σκηνή μέχρι να εμποδίσω κάποιον να ζει, υπάρχει τεράστια απόσταση. Επαναλαμβάνω πως όλοι το έχουμε κάνει μηδενός εξαιρουμένου. Φυσικό είναι, είμαστε άνθρωποι, αλλά εγώ δεν μπορώ να θυμηθώ να έχω κάνει κάτι κραυγαλέο. Ίσως κάποιος να πει «Είναι μαλάκας αυτός» κι όταν το καλοσκεφτεί, να το πάρει πίσω, να πει «δεν ήταν και τίποτα φοβερό».

Κλείνοντας, είπατε πριν ότι κάπως πρέπει να δουλέψετε. Τι θα θέλατε να κάνετε στο θέατρο;

Αυτό ήταν η μόνιμη κατάρα και τύχη μου, να μην έχω ποτέ στόχο. Δεν είχα στόχο να γίνω διάσημος, να βγάλω λεφτά ή να παίξω ένα συγκεκριμένο ρόλο. Το αν θα παίξεις ένα ρόλο ή όχι, εξαρτάται από πολλούς παράγοντες. Γιατί να έλεγα ότι θέλω να παίξω τον Οθέλο στην καριέρα μου, να μη μου τον έδινε κανείς και να πέθαινα δυστυχισμένος; Άμα επένδυα σ' αυτό, θα κατέληγα δυστυχής στα τελευταία μου. Στην τελική, αν δεν έρθει και τίποτα, εγώ πάντα βρίσκω κάτι άλλο να κάνω, γι' αυτό ήμουν πάντα ενοχλητικός. Ήξεραν δηλαδή ότι δεν εξαρτιόμουν από κανέναν. Δεν ήμουν μες στο κόλπο τους.

Είστε ένας χορτασμένος άνθρωπος;

Θα μπορούσα να πεθάνω τη στιγμή αυτή. Ότι θέλησα να ζήσω στη ζωή μου, το πέτυχα στο 99,9%. Θέλω να δω τα παιδιά μου να μεγαλώνουν, τον Αχιλλέα μου και την Αλεξάνδρα μου. Να πω μόνο ότι το καλοκαίρι, αν ανοίξουν τα θέατρα, θα είμαι στη «Βαβυλωνία» του Βυζάντιου, σε σκηνοθεσία του Κώστα Τσιάνου, ενώ έχω κλείσει κι ένα σήριαλ για το MEGA, τη «Γη της Ελιάς» με τους παραγωγούς Γεωργίου - Νικολάου. Θα ξεκινήσουμε αρχές Μάη γυρίσματα. Άμα ξανανεβάσουμε και τον «Ληστή» τα σαββατοκύριακα, καλά θα'ναι.

Φωτογραφία: Αγγελική Παπαϊωάννου/ Το Κουτί της Πανδώρας