Συνέντευξη με την «Κυρία των συνεντεύξεων» στην Ελλάδα

Με αφορμή την έκδοση του βιβλίου της, «Ωσεί Παρόντες», η κορυφαία interviewer δίνει στο koutipandoras.gr μία σπάνια συνέντευξη

Αντώνης Μποσκοΐτης 09/07/2019 | 13:21

Είχα ένα δέος για τη συνέντευξη που θα διαβάσετε. Πως είναι να παίρνεις συνέντευξη από την «Κυρία των συνεντεύξεων» στην Ελλάδα; Και μόνο που δέχεται, δηλαδή, να σε συναντήσει για να σου μιλήσει, είναι μεγάλη τιμή, δεν θες τίποτα άλλο! Ή μάλλον θες: Να καταφέρεις να βγει μια συνέντευξη, η οποία θα έχει, κάτι έστω, από τις συνεντεύξεις που έπαιρνε η ίδια για τη «Γυναίκα» και για την «Ελευθεροτυπία».

Το ραντεβού μας ήτανε στο «Attica», το παλιό «Zonars» του Μάνου Χατζιδάκι, του Νίκου Γκάτσου και τόσων άλλων, ιστορικό στέκι λαμπρών εκπροσώπων του πνεύματος και της τέχνης μιας άλλης, μακρινής, εποχής, που φαίνεται να έχει περάσει ανεπιστρεπτί. Όμως η ίδια, που είχε την τύχη να ζήσει μέσα στην έξαρση αυτής της εποχής και να συνομιλήσει με τους μεγαλύτερους «μύθους» της, δεν έχει τίποτα «παλιό» στην εικόνα της, όπως τουλάχιστον την είχα φανταστεί, πηγαίνοντας να τη συναντήσω. Δεν είχε το φορμαρισμένο μαλλί, ούτε φορούσε το ταγέρ που περίμενα. Αντ' αυτού, αντίκρισα μία γυναίκα νεανική, αεικίνητη, νευρώδη, με τζιν πουκαμίσα, τζιν παντελόνι και σπορτέξ παπούτσια - πάνω απ' όλα μία γυναίκα με σπινθηροβόλο βλέμμα και με μία ολόδική της, ελκυστική και θετική αύρα, η οποία με έκανε αμέσως να κατευθυνθώ προς το τραπέζι της.

Το βιβλίο «Ωσεί Παρόντες» που κυκλοφορεί εδώ και λίγο καιρό από τις εκδόσεις «Αρμός» θα μπορούσε να αποτελέσει την καλύτερη διδακτέα ύλη κάθε σοβαρής σχολής δημοσιογραφίας στη χώρα μας. Είκοσι έξι συνομιλίες με είκοσι έξι αντίστοιχες κορυφαίες προσωπικότητες από την τέχνη και την πολιτική: Μάνος Χατζιδάκις, Ανδρέας Παπανδρέου, Μελίνα Μερκούρη, Αλίκη Βουγιουκλάκη, Νικηφόρος Βρεττάκος, Λιλή Ζωγράφου, Κάρολος Κουν, Έλλη Λαμπέτη, Κωνσταντίνος Μητσοτάκης, Δημήτρης Χορν - μερικά μόνο από τα ονόματα των συνεντευξιαζόμενων! Ποιος δημοσιογράφος θα είχε το θάρρος να μπει στο σπίτι του Μάνου Κατράκη και να τον κάνει να μιλήσει για το πάθος του με τον ιππόδρομο; Να ακούσει πως ο Μπιθικώτσης «μια ζωή βλάκας ήτανε» δια στόματος Στέλιου Καζαντζίδη; Να τολμήσει να πει στον Χρήστο Λαμπράκη, εν έτει 1995, πως «κανείς δεν του πάει κόντρα, γιατί όλοι τον φοβούνται»; Εκείνη μόνο τα κατάφερε όλα αυτά, ικανοποιώντας πάνω απ' όλα τη δική της φιλοπεριέργεια, με μία εκμαιευτική μέθοδο βασισμένη στην απλότητα, τη φυσικότητα και την εμπεριστατωμένη γνώση! 

Αγαπητοί αναγνώστες, ακολουθεί μία από τις, μετρημένες στα δάχτυλα, σπάνιες συνεντεύξεις που η κυρία Όλγα Μπακομάρου παραχώρησε με αφορμή την πρόσφατη έκδοση του βιβλίου της. Την ευχαριστώ προσωπικά! 

Φωτογραφία: Αγγελική Παπαϊωάννου/ Το Κουτί της Πανδώρας

Διαβάζατε φανατικά συνεντεύξεις πριν ασχοληθείτε κι εσείς με το «άθλημα»;

Δεν θυμάμαι να διάβαζα συνεντεύξεις. Τώρα που το σκέφτομαι, είχα ένα πρότυπο συνέντευξης στο μυαλό μου - δικής μου, ας πούμε, έμπνευσης - και αυτό, όσο μπόρεσα, ακολούθησα. Σίγουρα μπορώ να σας πω ότι από μικρή ήθελα να ασχοληθώ με το «άθλημα», που λέτε κι εσείς. Θυμάμαι στο Γυμνάσιο, την ώρα της γυμναστικής που δεν μου άρεσε καθόλου και ισοδυναμούσε με μαρτύριο, να έχω ένα στυλό και να παίρνω συνεντεύξεις από τις συμμαθήτριες μου. Αν αυτό σας λέει κάτι...

Μου λέει πρωτίστως πως ήσασταν τρομερά επικοινωνιακή.

Απ' ότι μου λένε ήμουν ένα επικοινωνιακό άτομο. Γεννήθηκα σε ένα όμορφο χωριό απέναντι από τις Σπέτσες, στα Πούλιθρα, όπου ερχόντουσαν περιστασιακά διάφοροι Αθηναίοι. Ήμουν μικρή, παιδάκι, και δεν είχα κανένα πρόβλημα μαζί τους, πήγαινα και τους μιλούσα. Δεν ντρεπόμουν και επεδίωκα να τους γνωρίσω. Μου το λένε άνθρωποι που είναι ακόμη εν ζωή και θυμούνται πόσο μου άρεσε να μιλάω.

Το ζητούμενο ήταν η χαρά της επικοινωνίας τότε;

Δεν ξέρω, δεν τα θυμάμαι εγώ αυτά που σας λέω. Στους άλλους έκανε εντύπωση μάλλον! Πάντως, το ευχαριστιόμουν από τότε που ήμουν παιδί. Αλλά και τώρα είμαι έτσι!

Φαίνεστε!

Όχι, να με δείτε στο χωριό μου, στη γειτονιά μου, στις παρέες μου. Τίποτα δεν βλέπετε τώρα! Μου άρεσε επίσης να διαβάζω και τότε δεν υπήρχαν εφημερίδες. Ότι χαρτί κομμένο έβλεπα, το διάβαζα. Στη γειτονιά μας, που ακόμη δεν είχε ασφαλτοστρωθεί και ήταν όλο χώμα στους δρόμους, δημιουργούνταν αυλάκια από τα νερά της βροχής. Μπορεί να τύχαινε κάποιο απόκομμα εφημερίδας να είχε ξεφύγει από κάπου και να «πιανόταν» στο αυλάκι. Πήγαινα εγώ και καθόμουν από πάνω για να το διαβάσω. 

Και το πάθος για διάβασμα συνεχίστηκε όλα τα επόμενα χρόνια;

Συνέχεια, συνέχεια! Έγραφα κιόλας, πάρα πολύ, ποιήματα στην αρχή, όπως όλοι, κάποια τα έχω κρατήσει ακόμη. Εντάξει, δεν ήταν και τόσο χάλια (γέλια). Έγραφα και διηγήματα παράλληλα. Όταν πήγαινα στο Γυμνάσιο, στην Αθήνα πλέον, ο πατέρας μου μού πήρε δώρο μια γραφομηχανή olivetti θυμάμαι, απ' αυτές τις μικρές χαμηλές, τις πρασινωπές - ήταν σαν γιορτή για μένα! 

Κρατάτε αρχείο;

Μην το λέτε, έτσι κι έρθει άνθρωπος και δει, θα χάσει πάσα ιδέα για το τι λέγεται αρχείο.

Είστε ακατάστατη, δηλαδή;

Όχι, γενικά δεν είμαι ακατάστατη στη ζωή μου.

Εννοώ αν θέλετε να ανατρέξετε σε κάτι από το αρχείο σας, το βρίσκετε εύκολα;

Έχω κρατήσει τις συνεντεύξεις μου από τη "Γυναίκα" και την "Ελευθεροτυπία" μέσα σε ντοσιέ - όχι ψηφιοποιήσεις και τέτοια - ε, κάτι μπορώ να βρω! Επίσης και τα "λογοτεχνικά" μου, διηγήματα, νουβέλες, θεατρικά... Γιατί είναι κι αυτά! Ο πατέρας μου - πάλι ο πατέρας μου, αλλά τι να κάνουμε - ήταν εκείνος που με ενθάρρυνε να γράφω, μάλιστα μου είχε φέρει και το πρώτο μου μπλοκ γι' αυτό. Θέλω να πω ότι είχα την τύχη να έχω πραγματικά καλούς γονείς. Η μάνα μου ήταν μια άγια, υπέροχη γυναίκα, αφοσιωμένη στα παιδιά της. 

Πόσα παιδιά ήσασταν;

Τρία. Ο πατέρας μου ήθελε να έχουμε μια καλύτερη ζωή από εκείνον και ως μέσο έβλεπε τα γράμματα. Δεν ήταν αυτονόητο για το περιβάλλον ενός χωριού, αφού εκεί ο κανόνας ήταν δουλειά ή σπουδές, στην καλύτερη περίπτωση, για τα αγόρια και γαμπρός για τα κορίτσια. Η δική μου οικογένεια δεν ήταν καθόλου αυτής της νοοτροπίας, δεν ξεχώριζε το αγόρι από το κορίτσι. Έπρεπε να μάθουν όλα τα παιδιά γράμματα και για να γίνει αυτό οι γονείς μου στερήθηκαν πολλά πράγματα. 

Δημοκρατικοί άνθρωποι;

Πάρα πολύ δημοκρατικοί. Κι επειδή μιλάμε για παλιά χρόνια, εγώ δεν έβαλα ποτέ στο μυαλό μου ότι ως γυναίκα είμαι κάτι διαφορετικό - εννοώ κατώτερο, υποδεέστερο - από τον άνδρα. Αλλά δεν μου λέτε, τη βιογραφία μου θα γράψουμε σήμερα;

Γιατί όχι; Πείτε μου τώρα, η δημοσιογραφία «κυκλοφορούσε» τότε ως επάγγελμα;

Στο χωριό, όχι, καθόλου. Μετά, στην Αθήνα διαβάζαμε εφημερίδες, μπήκα στη Νομική παραμονές της χούντας, πολιτικοποιήθηκα με την έννοια ότι έγινα ενεργός πολίτης, όχι με την έννοια της κομματικής στράτευσης. Ήμουν μέσα στα γεγονότα, συμμετείχα, ήμουν παντού, με την αισιοδοξία και την τόλμη του νέου ανθρώπου, που ανοίγεται στη ζωή. Παρά τις αντίξοες συνθήκες εκείνης της περιόδου, αισθανόμουν έτοιμη και ανυπομονούσα να γνωρίσω τον κόσμο, γι' αυτό ίσως και να έκανα τη δουλειά αυτή.

Με τον Γιάννη Τσαρούχη (φωτογραφία: Αρχείο Όλγας Μπακομάρου)

Υπήρχε κάποιος δημοσιογράφος που διαβάζατε τότε;

Εκείνα τα χρόνια θυμάμαι τον Παλαιολόγο και τον Ψαθά - τον Ψαθά όλοι τον διάβαζαν τότε... 

Μια και κάνουμε την ίδια δουλειά, θα τολμήσω να πω...

(με κόβει) Αφήστε τα τα «θα τολμήσω», δεν μπορώ ν' ακούω τέτοια...

Οφείλω να το πω ως κάτι αληθινό.

Κοιτάξτε τώρα, με κάνετε κι αισθάνομαι δύσκολα. Κάνουμε την ίδια δουλειά! 

Θέλετε να πείτε πως δεν σας αρέσει το...λιβάνισμα;

Ούτε μου πέρασε από το μυαλό ότι πάτε να με...λιβανίσετε. Απλά, δεν μου αρέσουν τα μεγάλα λόγια. Δεν χρειάζονται! Ένας άνθρωπος είμαι που έκανα - νομίζω - σωστά τη δουλειά μου. Όπως την κάνετε κι εσείς. 

Καλά, εντάξει, κυρία Μπακομάρου. Ήθελα να σας ρωτήσω, λοιπόν, αν ενστερνίζεστε μια άποψη που επικρατεί, σύμφωνα με την οποία, όλοι εμείς που παίρνουμε συνεντεύξεις, ζούμε και λίγο μέσα απ' τις ζωές των άλλων.

Για μένα δεν ισχύει αυτό! Από που κι ως που; Ποιος το λέει αυτό; Χαριτολογώντας τώρα να σας πω ότι κάποτε είχα πει του Φυντανίδη: «Άσε με, βρε Σεραφείμ, όλο συνέντευξη - συνέντευξη, δώσε μου να κάνω και κάτι άλλο. Κοντεύω να πω ότι δεν έζησα τη ζωή μου, ζω τις ζωές των άλλων»!

Αυτό ακριβώς σας λέω.

Όχι, δεν ισχύει. Ήθελα να πω ότι ήμουν αφοσιωμένη σ' αυτό που έκανα, όχι ότι ζούσα τις ζωές των άλλων! Εγώ το έκανα αυτό για πολλά χρόνια στη «Γυναίκα» και μετά και στην «Ελευθεροτυπία». Μια ερώτηση να μη μου έβγαινε, ήμουν ικανή να μην κοιμηθώ μετά ολόκληρη τη νύχτα. Τόσο μεγάλο ήταν το άγχος μου. Δεν ήμουν απλώς αφοσιωμένη, τολμώ να πω ότι ήμουν αφιερωμένη σε αυτό που έκανα. Είχε, όμως, κι ένα κόστος αυτό για μένα. Το άγχος της δουλειάς, ξέρετε, το κουβαλάς και μέσα στο σπίτι σου. Μπορεί να τελείωνε μία συνέντευξη και να γύρναγα σπίτι, αλλά το μυαλό μου ήταν εκεί. Άκουγα ξανά και ξανά το ηχογράφημα, μην έχω «πηδήξει» τίποτα, μην έχω γράψει κάτι λάθος. Θέλω ωστόσο να διευκρινίσω ότι είχα τη ζωή μου κι ήταν υπέροχη κιόλας! Όχι ότι δεν είχε δυσκολίες, οικονομικές και άλλες, η ζωή μου. Ούτε μου χαρίστηκε σε ''χτυπήματα'', αφότου μάλιστα ήμουν πολύ νέα - σε κανέναν δεν χαρίζεται... Αλλά δεν το έβαζα κάτω. Ποτέ δεν το έβαλα κάτω. Πάλευα. Ο στίχος του Σεφέρη, που μελοποίησε ο Θεοδωράκης, "Λίγο ακόμα θα ιδούμε τις αμυγδαλιές ν' ανθίζουν, τη θάλασσα να κυματίζει... λίγο ακόμα, να σηκωθούμε λίγο ψηλότερα" είναι από τις "σημαίες" μου.

Έχετε σκεφτεί από πού πήγαζε όλη αυτή η αισιοδοξία, αυτή η δύναμη;

Νομίζω, είχε τη ρίζα της στα ευτυχισμένα παιδικά χρόνια, παρ' όλες τις οικονομικές δυσκολίες εκείνης της εποχής. Θα σας φανεί ίσως λίγο περίεργο, αλλά ήμουν σίγουρη από τότε ότι θα κάνω κάτι στη ζωή μου μεγαλώνοντας, ότι τα πράγματα θα είναι καλύτερα στο μέλλον για μένα. Ποτέ δεν μεμψιμοίρησα!

Σ' αυτό μοιάζουμε, κυρία Μπακομάρου... Αλήθεια, συμμετείχατε συναισθηματικά την ώρα κάθε συνέντευξης ή αυτό γινόταν όταν κάνατε την απομαγνητοφώνηση;

Κυρίως την ώρα της συνέντευξης! Όχι γιατί μου «ανοιγόταν» κάποιος, αλλά γιατί με συγκινούσε. Δεν θέλω να κάνω την εξπέρ τι σημαίνει επικοινωνία και τι συνέντευξη, μακριά από εμένα αυτά. Ο άλλος καταλαβαίνει το ενδιαφέρον σου κι όταν δώσεις, παίρνεις. Καταλαβαίνει πως αισθάνεσαι, πως τον βλέπεις, αν είσαι ειλικρινής μαζί του, αν πηγαίνεις με ανοιχτή την καρδιά σου.  

Πρέπει να είμαι απ' τους ελάχιστους δημοσιογράφους που μου αρέσει η ώρα της απομαγνητοφώνησης. Τι γνώμη έχετε για κάποια νέα προγράμματα που τα «πετάς» όλα μέσα και σου βγάζουν γραπτό το κείμενο κατευθείαν;

Συγγνώμη, τι εννοείτε;

Ότι όλο αυτό που εγγράφεται τώρα με τις φωνές μας, θα μπορούσα να το έχω έτοιμο γραπτό κείμενο χωρίς καμία δική μου παρέμβαση.

Χωρίς να μπορείτε να το δουλέψετε μετά;

Μπορώ, αν και πολλοί συνάδελφοι το θεωρούν χάσιμο χρόνου.

Δικαίωμα τους. Θα συμφωνείτε, πάντως, κι εσείς, πως άλλο ο γραπτός λόγος και άλλο ο προφορικός. Όσο για την απομαγνητοφώνηση, απαιτεί μεγάλη προσοχή, προσήλωση θα έλεγα, κόπο και χρόνο. 

Και μεράκι. Τις προάλλες γύρισα από τη συνέντευξη με την Arja Saijonmaa μεσημέρι. Κάθισα και την έφτιαξα ολόκληρη ως τη μία τη νύχτα.

Εγώ επειδή έκανα συνέχεια συνεντεύξεις και είχα και τη στήλη μου στη «Γυναίκα», από ένα σημείο και μετά με βοηθούσε μια κοπέλα στην απομαγνητοφώνηση. Αυτό όμως δεν με απάλλασσε από τη...δοκιμασία. Γιατί μετά, διάβαζα το απομαγνητοφωνημένο κείμενο, ακούγοντας ταυτόχρονα το μαγνητόφωνο, μήπως έχει γίνει κάποιο λάθος, μήπως έχει ξεφύγει κάποια λέξη. 

Σας έχει τύχει ποτέ να μη «γράψει» τίποτα το κασετοφωνάκι σας;

Ναι, έχει τύχει και το 'χω ξαναπεί. Είχα πάει μια φορά μετά τη Μεταπολίτευση στον Μίκη Θεοδωράκη στο Βραχάτι. Θυμάμαι τον κόσμο που μπαινόβγαινε στο σπίτι του, γινόταν χαμός! Καθόμαστε, λοιπόν, σ' ένα ξύλινο μπαλκόνι, έγραφε το κασετόφωνο κι εκείνος μίλαγε. Πάω σπίτι, τίποτα...Ένα χρου-χρου ακουγόταν...Φύσαγε στο μπαλκόνι, δεν πήγε το μυαλό μου, ούτε όμως και του Μίκη. Κόντεψα να τρελαθώ! «Τι να κάνω τώρα;» λέω...Με συμβούλεψαν κάποιοι φίλοι να πάω σε στούντιο μήπως γινόταν κάτι και αν θυμάμαι καλά, πήγα και δεν μπορούσε να γίνει τίποτα. Παίρνω το αυτοκίνητό μου και ξεκινώ για το Βραχάτι χωρίς να του τηλεφωνήσω κιόλας, αφού οι πόρτες ήταν ολάνοιχτες. Μόλις με βλέπει ο Μίκης, μου λέει: «Δεν ''έγραψε'', ε;» «Όχι, Μίκη μου, δεν ''έγραψε''» του απαντάω και κάτσαμε πραγματικά και κάναμε απ' την αρχή τη συνέντευξη. Μόνο αυτή την περίπτωση θυμάμαι κι έβαλα μυαλό από τότε.

Τσεκάρατε την εγγραφή δηλαδή κάθε φορά;

Αστειεύεστε; Πρόσεχα! Θυμάμαι ότι στον Παπανδρέου είχα πάει με δύο κασετόφωνα! Πρόσεχα πολύ!

Θέλω να μου πείτε πότε αρχίσατε να βιοπορίζεστε απ' τη δημοσιογραφία.

Όταν μπήκα κανονικά στο μισθολόγιο της «Γυναίκας», με δυόμισι χιλιάδες δραχμές τότε. Μιλάω για τη «Γυναίκα» του Ευάγγελου Τερζόπουλου, που ήταν το δεύτερο σπίτι μου κατά κάποιο τρόπο. Ήμουν και σ' αυτό πολύ τυχερή, μετά απ' την υπέροχη δική μου οικογένεια. Ένιωσα σαν να μπήκα σ' ένα σπίτι που ήταν συνέχεια του δικού μου σπιτιού. Θυμάμαι πάντα με αγάπη την κυρία Αφρούλα, τη γυναίκα του Ευάγγελου, τα δυο παιδιά τους, τον Χρήστο και τον Άρη, την απλότητα, τη ζεστασιά τους...Ήταν ένα σχολείο η «Γυναίκα», για όλους όσοι πέρασαν από κει, όχι μόνο για μένα, που είχα ανοιχτά μάτια και αυτιά κι έτσι έμαθα πολλά. 

Με τον Μάνο Χατζιδάκι (φωτογραφία: Αρχείο Όλγας Μπακομάρου)

Ισχύει αυτό και πολύ μάλιστα, αν υποτεθεί πως καταφέρατε να εκμαιεύσετε κάποτε την αιρετική ρήση του Μάνου Χατζιδάκι ότι θα είχε τουλάχιστον ενδιαφέρον μία κυβέρνηση με αδερφές!

Δύο συνεντεύξεις μου έχει δώσει ο Χατζιδάκις, σε απόσταση αρκετών χρόνων η μία από την άλλη. Αυτή που λέτε, πρέπει να έγινε στα τέλη της δεκαετίας του '80 - αρχές του '90. Του είχα πάρει την πρώτη συνέντευξη, αυτή που υπάρχει και μέσα στο βιβλίο, το '76. Έκτοτε δεν είχαμε άλλη επαφή. Πέρασαν δεκαπέντε χρόνια περίπου και του τηλεφώνησα για να του ζητήσω μία ακόμα συνέντευξη. Μου είπε «Κυρία Μπακομάρου, δεν έχω να πω τίποτα τώρα. Όταν βρεθεί αυτό το κάτι, θα σας τηλεφωνήσω εγώ». Πέρασε λίγος καιρός και, όντως, μου τηλεφώνησε ο ίδιος: «Να την κάνουμε τη συνέντευξη», «Έχετε πράγματα που θέλετε να πείτε;», «Ναι, έχω να πω»! Κλείσαμε ραντεβού και μόλις ξεκινήσαμε, άρχισε να μιλάει μόνος του πριν προλάβω καλά - καλά να του υποβάλλω ερώτηση! Ήθελε να μιλήσει γι' αυτά τα θέματα κι έτσι έγινε η δεύτερη συνέντευξη, δημοσιεύθηκε και τώρα εσείς μου λέτε πως έγινε μια συνέντευξη «διάσημη»! 

Απίστευτη συνέντευξη ήταν αυτή! Τόσο μεγάλη εντύπωση σας κάνει αυτό ή δεν το γνωρίζετε;

Πρέπει να σας πω κάτι: Εγώ έγραφα μία συνέντευξη και μετά τελεία! Δεν ασχολούμουν! Φυσικά, όταν μου έλεγαν ότι κάτι βγήκε καλό, το χαιρόμουν, αν και πάντα με εξέπληττε το γεγονός: «Αλήθεια, σας άρεσε;» ρωτούσα όταν μου λέγανε καλά λόγια. Δεν ήμουν σίγουρη ότι αυτό που είχα γράψει και που εμένα με είχε βασανίσει, θα άρεσε και στους άλλους. Αν μου έλεγε κάποιος επίσης, «Ξέρεις, εδώ έχεις ένα λάθος», ποτέ δεν παρεξηγιόμουν! Άκουγα και τις αρνητικές γνώμες, ήμουν καλή μαθήτρια. Είμαι και καλόπιστος άνθρωπος, δεν πίστευα ότι ο άλλος θα μου κάνει έτσι, δίχως ουσιαστικό λόγο, ένα αρνητικό σχόλιο. Το άκουγα, το λάμβανα υπόψιν. Ακόμα και σε όλη αυτή την ιστορία με τον Ιόλα, δεν κάθισα ποτέ να ασχοληθώ με όσα έγραφε ο «περιθωριακός» ή ο «κίτρινος» τύπος γι' αυτόν. Άλλωστε, αυτά που γράφανε, δεν είχαν σχέση με τη συνέντευξη μου. 

Ήταν μια αυτοάμυνα ίσως.

Πάλι είχε να κάνει με την οικογένεια μου, πιστεύω. Ποτέ στο σπίτι μου δεν άκουσα κουτσομπολιό! Εάν μου ζητήσεις να σου πω ένα πράγμα που απεχθάνομαι στη ζωή μου, θα σου απαντήσω το κουτσομπολιό! Δεν καταδέχομαι να κουτσομπολέψω - το λέω μετά λόγου γνώσεως - και δεν ανέχομαι να έρθουν να μου πούνε κουτσομπολιά! Εάν εσείς τώρα μου κουτσομπολέψετε κάποιον, θα σας πω απλά «Δεν με ενδιαφέρει». Είναι αρχή από το σπίτι μου, ποτέ δεν άκουσα κουτσομπολιό για τον άλλον, για τον γείτονα μας, ποτέ! 

Αναρωτιέμαι τι γίνεται σήμερα με τις νέες γενιές που δεν τους έλαχε να πάρουν τέτοιες αρχές. 

Οι γονείς μπορεί να προσπαθούν, αλλά οι εποχές σήμερα είναι διαφορετικές. Δεν βοηθάει ο περίγυρος ως προς αυτό. Δεν ξέρω πως μπορούν να προφυλαχθούν τα παιδιά στις μέρες μας, όποιες αρχές κι αν πάρουν από το σπίτι τους. Η ζωή μας έχει γίνει πια ένα κουτσομπολιό. Όποια στιγμή κι αν ανοίξεις την τηλεόραση, έχεις την αίσθηση ότι κολυμπάμε σε μια θάλασσα κουτσομπολιού. 

Σωστό, πολύ σωστό!

Δεν λέω καμία σοφία, αλλά αυτή είναι η αίσθηση μου. 

Υπήρξε ποτέ περίπτωση που βαρεθήκατε την ώρα μίας συνέντευξης, που να «αφαιρεθήκατε»; Μιλάω για κάτι που δεν είναι δυνατόν να το γνωρίζεις εκ των προτέρων.

Για νά'μαι ειλικρινής, δεν μου έρχεται κάτι στο μυαλό αυτή τη στιγμή. 

Ωραία, ας το θέσω αλλιώς: Αν σας συνέβαινε να βαρεθείτε και να μη βγει κάτι όπως το θέλατε, μπορεί και να μην τη δημοσιεύατε καν τη συνέντευξη;

Όχι, θα τη δημοσίευα. Αλλά, πρώτα απ' όλα, ένας άνθρωπος που πάει να πάρει μία συνέντευξη και βαριέται, είναι δυνατόν να κάνει καλή συνέντευξη; Μπορεί να σε κάνει ο άλλος να βαρεθείς, υπάρχει κι αυτό. Εκείνη την ώρα, πιστεύω, θα πρέπει να κάνεις προσπάθεια, έναν αγώνα, για να βγει κάτι. Αν αφήσεις τη βαρεμάρα να σε κυριεύσει, πως θα βγει η συνέντευξη; Κατά τη γνώμη μου, ακόμη κι ένα πρόσωπο βαρετό να σου τύχει, πρέπει να εξαντλήσεις όλα τα περιθώρια. 

Σας έχει τύχει μία συνέντευξη «σε τεντωμένο σκοινί», που λέμε; Δηλαδή να πήγατε και να κοντέψατε να τσακωθείτε με τον συνεντευξιαζόμενο. 

Δεν μου έχει τύχει, πραγματικά. Κι αν πάλι μου είχε τύχει, ειδικά με τους ανθρώπους που είναι μέσα στο βιβλίο μου, δεν θα το ανέφερα. Δεν θα έλεγα ποτέ κάτι αρνητικό για ανθρώπους που δεν είναι πια στη ζωή. Για μένα, είναι σημαντικά όλα αυτά τα πρόσωπα, είχαν και θα έχουν το σεβασμό μου. Εξάλλου, τους χρωστάω. Δεν εννοώ την «επιτυχία» μιας συνέντευξης. Αλλά το ότι, γνωρίζοντάς τους, συνομιλώντας από τόσο νεαρή ηλικία μαζί τους, βοήθησαν στο να ανοίξει το μυαλό μου, να πλατύνουν οι ορίζοντές μου και στο να γίνω καλύτερος άνθρωπος. 

Μία συνέντευξη είναι κι ένα χνάρι πολιτισμού;

Ναι. Εξαρτάται από το πρόσωπο και απ' αυτόν που θα πάρει τη συνέντευξη. 

Θέλω να ξαναπάμε στο ιδανικό εργασιακό σκηνικό του Τερζόπουλου.

Ο Τερζόπουλος ήταν θαυμαστής και λάτρης της γυναίκας! Ήταν επίσης ένας μεγάλος δάσκαλος, ένας πολιτισμένος άνθρωπος, που ποτέ δεν χτύπαγε το χέρι στο τραπέζι και δεν σε πρόσβαλλε. Σε μάθαινε! Από κει και πέρα, ήταν ένας άνθρωπος, που πίστευε πολύ στη γυναίκα, στα προσόντα και στις δυνατότητες της! Ο Τερζόπουλος έβλεπε επίσης μια ιερότητα στη Μάνα με την ευρύτερη της έννοια. Το προσωπικό του περιοδικού αποτελείτο από γυναίκες και μόνο ένας άνδρας υπήρχε ανάμεσα τους, ο Σύλλας Κολλάτος με τη στήλη «Ένας άνδρας μεταξύ μας». Ήθελε ο Τερζόπουλος να είναι μορφωμένοι οι συντάκτες του, να έχουν τελειώσει ένα πανεπιστήμιο, να ξέρουν δυο ξένες γλώσσες. Γι' αυτό και το επίπεδο της «Γυναίκας» ήταν πολύ υψηλό. Όταν πήγα εγώ, υπήρχαν ήδη πολλά γνωστά ονόματα, η Φανή Πετραλιά, η Ρούλα Μητροπούλου, η Όλγα Ιωάννου, η Βεατρίκη Σπηλιάδη, η Νατάσσα Μπακογιαννοπούλου, ένα μπουκέτο από γυναίκες άξιες, με ήθος και με παιδεία. Αργότερα ήρθαν και άλλες, λαμπερά μεγάλα ονόματα ήδη, όπως η Έλλη Παππά, η Λιλή Ζωγράφου, η Μαρία Καραβία.

Θα λέγατε ότι εσείς, με τη δική σας δουλειά, παίξατε ρόλο στη λεγόμενη χειραφέτηση της γυναίκας στην Ελλάδα;

Όχι, δεν θα μπορούσα να πω κάτι τέτοιο - υπήρξαν, όμως, άλλες γυναίκες που αφιερώθηκαν και που πρόσφεραν πολλά στο φεμινιστικό κίνημα, όπως η Λένα η Δουκίδου για παράδειγμα. Ωστόσο, θα ήθελα να σας πω εδώ, ότι εμένα ποτέ το φύλο μου δεν μού στάθηκε εμπόδιο για να κάνω κάτι. Ίσως αυτό να οφείλεται και στο ότι εκεί που βρέθηκα, στη «Γυναίκα» δηλαδή, υπήρχαν αρχές και αξίες. Και ο απόλυτος σεβασμός στη γυναίκα! 

Με την Αλίκη Βουγιουκλάκη (φωτογραφία: Αρχείο Όλγας Μπακομάρου)

Κλασική η επόμενη ερώτηση: Σας ζήτησε ποτέ κάποιος να τσεκάρει το γραπτό σας μετά από μία συνέντευξη;

Όχι, κανένας δεν το ζήτησε αυτό, γιατί ήξεραν ότι δεν θα γινόταν. Δηλαδή εάν το ζητούσαν, δεν θα γινόταν η συνέντευξη. Είχα κάνει ήδη τον Ανδρέα Παπανδρέου, τον Μητσοτάκη, τον Γεώργιο Μαύρο, τον Ζίγδη, τον Ηλία Ηλιού, τον Κύρκο, τον Μπάμπη Δρακόπουλο, όταν αποφασίσαμε να ζητήσουμε μία συνέντευξη κι από τον Χαρίλαο Φλωράκη. Το δέχτηκαν, αλλά με τον όρο γραπτές ερωτήσεις - γραπτές απαντήσεις...«Έχεις εμπιστοσύνη στο περιοδικό; Έχεις εμπιστοσύνη στον δημοσιογράφο;» Αυτή ήταν η αρχή μας...Δεν έγινε αποδεκτή κι έτσι δεν έγινε ποτέ και η συνέντευξη. Αργότερα, όταν εκλέχτηκε Γενική Γραμματέας του ΚΚΕ η Αλέκα Παπαρήγα, της πήρα συνέντευξη για την «Ελευθεροτυπία». Την επισκέφτηκα στο σπίτι της, όπου κάναμε μία ελεύθερη κουβέντα χωρίς να έχει ζητήσει προηγουμένως τις ερωτήσεις, αλλά και χωρίς να ζητήσει να δει το τελικό κείμενο. Δεν ξέρω αν ήταν το πρόσωπο ή αν είχαν αλλάξει και οι καιροί. 

Πιάνομαι απ' τη φράση που είπατε: «Έχεις εμπιστοσύνη στο περιοδικό;» και σας ρωτάω: Το μέσο «φτιάχνει» τον δημοσιογράφο ή ο δημοσιογράφος «φτιάχνει» ενίοτε το μέσο;

Δεν το έχω σκεφτεί, αλλά αυτά πάνε μαζί, νομίζω. Αν είσαι σε ένα έντυπο με κύρος και με αξιοπιστία, πιστεύω ότι κι εσύ ως δημοσιογράφος, για νά'σαι εκεί, καλός θα είσαι. Και μπορείς να γίνεις καλύτερος. 

Αν και σας φέρνουν αμηχανία τα καλά λόγια, δεν μπορούμε να μην πούμε πως, ανεξαρτήτως των όσων είπατε για τον Τερζόπουλο και το όμορφο εργασιακό κλίμα, το όνομα σας έχει ταυτιστεί με τη «Γυναίκα». Ακούς δηλαδή περιοδικό «Γυναίκα» και ο νους σου πάει στην Όλγα Μπακομάρου.

Δεν είναι λίγο υπερβολικό αυτό που λέτε; Από τη «Γυναίκα» βγήκαν και συνδέθηκαν μαζί της πολλά, θηλυκού γένους, «ονόματα» του χώρου μας - σας προανέφερα μερικά. Όσο για μένα, θα ήταν υποκριτικό να πω ότι με αφήνει αδιάφορη ή ότι δεν με ευχαριστεί μια αναφορά στην όποια συμβολή μου στην εξέλιξη αυτού του περιοδικού, που τόσα πρόσφερε στο επάγγελμα μας - στο λειτούργημα μας, μάλλον - και στη σύγχρονη Ελληνίδα. Αλλά, είπαμε, μην φτάνουμε και σε υπερβολές...Να προσθέσω, όμως, ότι ήμουν και ένας τυχερός άνθρωπος επαγγελματικά. Αυτές οι συνεντεύξεις έγιναν και είχαν σημασία και αξία σε μια εποχή, όπου δεν κυριαρχούσε η τηλεόραση, ούτε καν υπήρχαν τα social media. Έτσι, ο κόσμος μπορούσε να γνωρίσει σε βάθος αυτά τα πρόσωπα μέσα από μια συνέντευξη. Σήμερα, με την υπερπληροφόρηση που δεχόμαστε από παντού, όλοι ξέρουν τα πάντα για τους πάντες...

Συνηθίζετε να διαβάζετε παλιές σας συνεντεύξεις;

Όταν ήταν να δημοσιεύσω μία συνέντευξη, ήμουν πολύ σχολαστική με το να κοιτάω και να ξανακοιτάω το κείμενο μήπως ξέφυγε κάτι, ακόμη και ένα κόμμα. Κατάλοιπο από τον Τερζόπουλο ήταν αυτό, στον οποίο όποτε δίναμε ένα κομμάτι να το διαβάσει, λέγαμε: «Παναγία μου, μήπως λείπει τίποτα, κανένα κόμμα;» Αν δηλαδή εγώ είχα μπροστά μου δέκα μέρες μέχρι να παραδώσω ένα κείμενο, θα το κοίταζα και τις δέκα μέρες! Κι όταν έβγαινε, άντε πάλι απ' την αρχή! Πάντα κάτι θά'βρισκα, ένα λαθάκι, του τύπου «Αυτό μπορούσα να τό'χα γράψει αλλιώς». Και τώρα που σας μιλάω, όταν θα φύγω, θα λέω πάλι ότι θα μπορούσα να τά'χα πει αλλιώς. Ώσπου κάποια στιγμή, λοιπόν, σταμάτησα κι εγώ να ξαναδιαβάζω τα κείμενα μου. Τώρα που ξανακοίταξα τις συνεντεύξεις αυτές για το βιβλίο μου, πραγματικά τις ανακάλυψα! Ήτανε, όντως, μια καλή δουλειά! Πάει, όμως, τώρα να τα λέμε αυτά;

Γιατί δεν πάει;

Να το πουν οι άλλοι, αν βέβαια το πιστεύουν, όχι να το λέω εγώ! 

Το εξώφυλλο του βιβλίου της Όλγας Μπακομάρου, «Ωσεί Παρόντες» (εκδόσεις Αρμός)

Να πούμε τότε για την έκδοση. 

Πιστεύω ότι ο «Αρμός» έκανε μια πολύ καλή έκδοση! Οι συνεντεύξεις αυτές είναι σαν να πάρθηκαν σήμερα! Οι άνθρωποι βγαίνουν ζωντανοί, ολοζώντανοι θα έλεγα, μέσα από τις σελίδες του βιβλίου και τα πράγματα που λένε, είναι σημερινά! Πράγματα χρήσιμα γι' αυτόν που θα τα διαβάσει, το πιστεύω! Αυτή είναι η αξία του βιβλίου! Θέλω να καταλάβετε το πώς νιώθω τώρα που μιλάω για μένα για πρώτη φορά - έχω να σας πω και μια ιστορία επ' αυτού: Στα εγκαίνια του 9.84 η κύρια συνέντευξη που θα μεταδιδόταν θα ήταν της Μαρίας Ρεζάν. Ζήτησε να είμαι εγώ αυτή που θα της πάρει τη συνέντευξη. Αισθάνθηκα έκπληξη και μεγάλο άγχος, θαύμαζα τη Ρεζάν! Πήγα στο σπίτι της, στο Παγκράτι λοιπόν, μιλήσαμε, η συνέντευξη ηχογραφήθηκε και μεταδόθηκε. Γινόταν χαμός τότε, πρώτη φορά δημοτική ραδιοφωνία, οι πάντες περίμεναν ν' ακούσουν - πολιτικοί, δημοσιογράφοι, ο κόσμος όλος! Εγώ τι έκανα; Την ώρα που γινόταν η μετάδοση, σκούπιζα το σπίτι και δεν άκουγα τίποτα. Σε κάποιο φίλο είχα πει, νομίζω, να τη «γράψει». Πρέπει να το έκανε, μόνο που εγώ δεν την άκουσα ποτέ τη συνέντευξη! Έχουνε περάσει τριάντα χρόνια κι ακόμη λέω «Θά'ναι καλή, αν την ακούσω;» Το βρίσκετε λογικό, το παθαίνετε κι εσείς αυτό;

Συνέχεια. Άπαξ και δημοσιεύσω κάτι, σπάνια το ξανακοιτάω. Η δική μου χαρά είναι όταν γίνεται.

Ναι, αλλά σκεφτείτε ότι εγώ μιλάω για ένα γεγονός που κανονικά, αν μη τι άλλο, θα έπρεπε να ακούσω.  

Είστε ανασφαλής;

Όχι, δεν μπορώ να πω ότι είμαι ανασφαλής. 

Ψυχανάλυση έχετε κάνει ποτέ;

Όχι, δεν έχω κάνει. Χρειάζομαι λέτε; (γέλια)

Μπα, δε νομίζω. Έχετε σκεφτεί ότι τόσα χρόνια μπορεί να έχετε παίξει το ρόλο ψυχαναλυτή για άλλους;

Όχι, αυτό δεν το έχω σκεφτεί. Δεν έχω δώσει τέτοιους ρόλους στον εαυτό μου.

Τη δεκαετία του 1990 με όλον αυτό τον ερχομό του life style, παρατηρήσατε την έκπτωση της δουλειάς μας; Αναφέρομαι γενικά στο επάγγελμα, όχι στη δική σας εργασία.

Δεν μπορώ να πω ότι το έχω σκεφτεί έτσι. Φυσικά, έβλεπα το καινούργιο, φυσικά αισθανόμουν έκπληκτη μερικές φορές, μπορεί να μου δημιουργείτο ένας προβληματισμός σιγά - σιγά, για το προς τα που πάνε τα πράγματα στο χώρο μας, πώς θα εξελιχτούν, αλλά μέχρι εκεί! Θα δούμε.

Κοινότοπη ερώτηση: Με ποιον θα θέλατε να κάνετε συνέντευξη στην Ελλάδα σήμερα;

Αυτή τη στιγμή που μιλάμε, με κανέναν. Ίσως μια μεγάλη, εφ' όλης της ύλης και εκ βαθέων συνέντευξη με τον Κώστα Καραμανλή. Επειδή τέτοια συνέντευξη, την τελευταία τουλάχιστον δεκαετία, δεν έχει δώσει.    

Κι αν μας διαβάσει τώρα και σας πει να του κάνετε συνέντευξη;

Και πού θα τη βάλουμε; (γέλια)

Λέτε να μη «σκιστούν» όλα τα έντυπα για να φιλοξενήσουν μία ακόμα συνέντευξη σας;

Α, δεν είμαι σίγουρη. 

Εγώ είμαι.

Άμα είστε, εντάξει τότε.

Τελειώσαμε. Σας άρεσε η συνέντευξη αυτή;

Πάρα πολύ!

Δεν σας κούρασα;

Καθόλου! Θέλετε να κεράσω ένα κλαμπ σάντουιτς να φάμε παρέα;

Όλγα Μπακομάρου - Αντώνης Μποσκοΐτης (φωτογραφία: Αγγελική Παπαϊωάννου/ Το Κουτί της Πανδώρας)

* Το βιβλίο της Όλγας Μπακομάρου, «Ωσεί Παρόντες», κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Αρμός

To koutipandoras.gr θεωρεί δικαίωμα του κάθε αναγνώστη να εκφράζει ελεύθερα τις απόψεις του. Ωστόσο, τονίζουμε ρητά ότι δεν υιοθετούμε τις απόψεις αυτές καθώς εκφράζουν τον εκάστοτε χρήστη και μόνο αυτόν. Παρακαλούμε πολύ να είστε ευπρεπείς στις εκφράσεις σας. Τα σχόλια με ύβρεις θα διαγράφονται, ενώ οι χρήστες που προκαλούν ή υβρίζουν θα αποκλείονται.