Νικόλας Καλόγηρος: Αφηγούμαστε για να χτίσουμε συνάφειες με τον Άλλον

Στις φτωχογειτονιές του Καΐρου, ανάμεσα στα παζάρια της ανατολής και τους δρόμους που γέμισαν με οργή από την Αραβική Άνοιξη, η «μητέρα του κόσμου» γεννά μια ιστορία έρωτα κι εξέγερσης

Συραγώ Λιάτσικου 06/05/2020 | 09:00

Ένα ταξίδι στη «Μητέρα του Κόσμου» σίγουρα αποτελεί ξεχωριστή εμπειρία σε μια περίοδο όπως αυτή. Μια όμορφη ρωγμή σε μια καθημερινότητα διαμορφωμένη με μια σειρά από επιβαλλόμενους περιορισμούς, με την υπογραφή του Νικόλα Καλόγηρου.

Όταν μάλιστα πρόκειται για «μια ιστορία έρωτα και εξέγερσης», δε βλέπεις την ώρα να «καβαλήσεις» το βιβλίο σαν άλλο ιπτάμενο χαλί και να βρεθείς να κυκλοφορείς στις φτωχογειτονιές του Καΐρου ανάμεσα στα παζάρια, τη βοή από τα κορναρίσματα, τις μυρωδιές γιασεμιού και τους ήχους της ανατολής. Να στριμωχτείς στα σοκάκια, να αντικρίσεις τις όχθες του Νείλου, κάτω από τον καυτό ήλιο, ανάμεσα σε ανθρώπους που πίνουν τσάι με γλυκάνισο. Λίγο πριν το ξέσπασμα της αραβικής άνοιξης.

Μια τόσο «έντονη» δραστηριότητα ακούγεται σαν υποψήφιος μπελάς, καθώς πρόκειται να σε αναγκάσει να σπάσεις διαδοχικά «κλισέ» περί κοινωνικής αποστασιοποίησης, έστω και νοητά. Η επαφή όμως με το βιβλίο είναι αληθινή, πρόκειται για μια σχέση που δημιουργείται με εσάς τους δύο - πάντα μέσα από τα μάτια και την ψυχή του συγγραφέα - και προϋποθέτει την ενεργοποίηση όλων σου των αισθήσεων.

Στην αρχή το παίρνεις στα χέρια σου, αγγίζεις και παρατηρείς το εξώφυλλο, για να γυρίσεις στο πίσω μέρος και να αναμετρηθείς με το κάλεσμα του συγγραφέα. Αν αυτή η ιστορία πάει καλά και φτάσεις στο σημείο να το ξεφυλλίσεις φέρνοντάς το κοντά στο πρόσωπό σου, για να έρθεις κοντά με την ξεχωριστή μυρωδιά από το τυπωμένο χαρτί που απελευθερώνει, ο αντίχειράς σου ήδη γνωρίζει πως τις επόμενες μέρες θα τις περάσει ακουμπώντας πάνω σ’ αυτές τις σελίδες. Και μετά δεν μένει τίποτα άλλο παρά μόνο να αρχίσει το ταξίδι.

Μετά το «Σλάλομ» από τις εκδόσεις Πανοπτικόν, ο Νικόλας Καλόγηρος επιστρέφει με ένα μαγευτικό μυθιστόρημα, το «Κάιρο, Μητέρα του κόσμου» από τις εκδόσεις ΚΕΔΡΟΣ, και μιλά στο koutipandoras.gr για όσα τον οδήγησαν να αποδώσει τον δικό του «φόρο τιμής στις γειτονιές του Καΐρου και της Αλεξάνδρειας».

Πως ξεκίνησαν όλα; Θυμάσαι μια μέρα να σηκώνεις το κεφάλι ψηλά και να λες «θα γράψω ένα μυθιστόρημα γι΄αυτή τη πόλη» ή η έμπνευση για το βιβλίο χτίστηκε από διαδοχικές αφορμές;

Η ιδέα γεννήθηκε μέσα μου τον Σεπτέμβρη του 2015, όταν πήγα να διδάξω αγγλικά στην Αμπέτειο Σχολή Καίρου, στο ελληνικό Γυμνάσιο και Λύκειο. Από εκεί είχε αποφοιτήσει ο Στρατής Τσίρκας. Δανείστηκα από την βιβλιοθήκη της Σχολής άπαντα τα έργα του, ποιήματα, διηγήματα, και μυθιστορήματα. Συγκλονίστηκα. Ύστερα μελέτησα συστηματικά τα ποιήματα του αξεπέραστου Αλεξανδρινού Κωνσταντίνου Καβάφη. Μέσα μου ένιωσα μια υπέρβαση, μια έκλαμψη. Δε νομίζω ότι αυτό θα συνέβαινε εάν διάβαζα τον Τσίρκα και τον Καβάφη οπουδήποτε αλλού. Έπαιξε καθοριστικό ρόλο η ψυχική διάθεση που είχα απέναντι στα κείμενά τους ακριβώς εκείνη τη χρονική συγκυρία σε ακριβώς εκείνο τον τόπο.

Καθόμουν με τις ώρες σε ένα καφενείο της Μασρ Αλ Γκεντίντα (ή αλλιώς της Ηλιούπολης) ανάμεσα σε Άραβες που κάπνιζαν ναργιλέ κι έπιναν τσάι και ιβίσκο και θυμάμαι να παθαίνω μια σειρά από ελεγχόμενους ιλίγγους. Κάτι από το απολιόρκητο της ψυχής, το τρίσβαθό της ερχόταν και με τριβέλιζε. Όσο περνούσε ο καιρός, στην φαντασία μου άρχισε να πλάθεται μια συγκεκριμένη ατμόσφαιρα. Συνάντησα αρκετούς ανθρώπους που είχαν ζήσει τα γεγονότα της αιγυπτιακής Επανάστασης και είχαν μια ιδιαίτερη σχέση με την πόλη και τους πήρα άτυπες συνεντεύξεις. Παράλληλα, άρχισα ν’ ανακαλύπτω την πόλη. Ήμουν τυχερός, την περπάτησα σχεδόν ολόκληρη. Ύστερα, όταν γύρισα στην Ελλάδα, ξεκίνησα μια αρχειακή έρευνα που διήρκεσε δυο χρόνια για να αναζητήσω τα τεκμήρια μιας ορισμένης αναπαράστασης που είχα στο νου μου.

Διαβάζοντας το βιβλίο, νιώθεις λες και το «Κάιρο» χαράχτηκε πρώτα στις σόλες των παπουτσιών σου. Κι αυτή η αίσθηση μεταφέρεται στον αναγνώστη που μπορεί να μη βρέθηκε ποτέ εκεί, ξέρει όμως πως μοιάζουν τα σοκάκια του, πως μυρίζουν οι γειτονιές του… Πόση γοητεία κρύβει αυτή η πόλη;

Έκανα βόλτες στο Κοπτικό Κάιρο, μια γειτονιά σαν ανοιχτό μουσείο, γύρω από την εκκλησία του Αγίου Γεωργίου. Τριγύρισα το Ισλαμικό κομμάτι, γύρω από την Σιταντέλα του Σαλαντίν, όπου τα μνημεία είναι πλήρως ενσωματωμένα στη ζωή της πόλης. Εδώ και πέντε αιώνες οι κάτοικοι γυροφέρνουν στα στενά του Χαν-Ελ-Χαλίλι, σπίτια, μεντρεσέδες, τεμένη, υπαίθριοι πάγκοι, μαγαζιά -όλα σε μια αξιοσημείωτη εγγύτητα. Πήγα στο Γκάρντεν Σίτυ σούρουπο, στις όχθες του Νείλου να δω τις φελούκες να διασχίζουν τον αρχαίο ποταμό. Όπως εκατομμύρια άνθρωποι, εξακρίβωσα κι εγώ το αινιγματικό βλέμμα της Μεγάλης Σφίγγας και θαύμασα την ταφική μάσκα του Τουταγχαμών.

Δεν θα ξεχάσω όμως ποτέ την άλλη εκδοχή αυτής της πόλης. Τις ακραίες της ταξικές αντιθέσεις. Το σπινθηροβόλο βλέμμα από τα ξυπόλητα αλάνια που έπαιζαν υπαίθριο μπιλιάρδο στη λαϊκή γειτονιάς της Σούμπρα, όπου κάποτε άκμασε η ελληνική παροικία. Τα συναισθήματα που ένιωσα στα δαιδαλώδη σοκάκια της Νεκρόπολης όπου οικογένειες αστέγων έχουν καταλάβει εκτάσεις των δυο νεκροταφείων και έχουν σκαρώσει αυτοσχέδια σπίτια και παραπήγματα έχουν χαραχτεί μέσα μου. Γυναίκες άπλωναν μπουγάδα μέσα στα μαυσωλεία, πιτσιρίκια έπαιζαν πάνω στις ταφόπλακες. Ζωή και θάνατος πλάι-πλάι. Αυτή η ανακατεμένη συμφιλίωση του κόσμου των νεκρών και των ζωντανών είναι εξωπραγματική.

Όταν είδα την πόλη βουτηγμένη στο νέφος από ψηλά, από τον λόφο του Μοκάταμ όπου ζουν οι περήφανοι χριστιανοί ρακοσυλλέκτες Ζαμπαλίν δίπλα σε τόνους σκουπιδιών, αποφάσισα να γράψω ένα μυθιστόρημα όπου ανάμεσα στους άλλους ήρωες, θα πρωταγωνιστεί βασικά το ίδιο το Κάιρο και οι άνθρωποί του.

Πες μας λίγα λόγια για αυτή την «ιστορία έρωτα και εξέγερσης» να πάρουμε μια γεύση...

Το 2010, ο Μηνάς Μερσίνης, ένας νεαρός διανοούμενος με πάθος αλλά και ιδεολογικά προσκολλημένος, καταφεύγει στο Κάιρο με πλαστό διαβατήριο και μια αποστολή. Ταξιδεύει ως μυστικός σύνδεσμος της ακροαριστερής του οργάνωσης με τους αντικαθεστωτικούς και τους ισλαμιστές της Αιγύπτου που επιδιώκουν την ανατροπή του Μουμπάρακ. Η αινιγματική διδακτορική φοιτήτρια Ριχάμ Γουίλιαμς, μια καλλονή με Αφροαμερικανικές και Τουαρέγκ ρίζες, του εξασφαλίζει νόμιμη κάλυψη, αλλά του ρίχνει κι ένα βέλος στην καρδιά.

Ολόκληρη η χώρα βράζει στο καζάνι της μεγάλης αλλαγής. Γυναίκες παθιασμένες με την αιγυπτιακή μυθολογία, καθεστωτικοί πολιτικοί, ισλαμιστές, αντεργκράουντ μουσικοί, νεαρές ακτιβίστριες, μυστικοί αστυνομικοί και απεργοί συναντιούνται στην αφρικανική μητρόπολη των είκοσι εκατομμυρίων κατοίκων.
Η αναζήτηση της μητρικής του ρίζας, τα Κρυμμένα ποιήματα του Καβάφη, τα μπλουζ των Τουαρέγκ, ο Νείλος, ο έρωτας και η επανάσταση είναι η πυξίδα που τον οδηγεί στην κάτω πλευρά της Μεσογείου.

Ποιοι ήταν οι τρόποι με τους οποίους επέλεξες να αφηγηθείς αυτή την ιστορία; Πώς «κούμπωσαν» η μυθοπλασία με την πραγματικότητα, ποιες αφηγηματικές τεχνικές χρησιμοποίησες κατά τη συγγραφή;

Προσπάθησα να επιλέξω, να οργανώσω και να συγκροτήσω τον μυθοπλαστικό μου υλικό αξιολογώντας στοιχεία της πραγματικότητας που τροφοδότησαν την φαντασία μου. Θέλησα να χαρτογραφήσω την πολιτισμική όψη των περιοχών όπου εξελίσσεται η μυθοπλαστική δράση και να μιλήσω για τις σχέσεις διάφορων ανθρώπων σε μια οριακή εποχή, λίγους μήνες πριν τον Ιανουάριο του 2011 και την έναρξη της αιγυπτιακής επανάστασης στην Πλατεία Ταχρίρ. Με αφορμή αυτό το γεγονός, η αφήγηση περιλαμβάνει επιμέρους συναντήσεις και αναμετρήσεις λόγων, κωδίκων, ιδεών αλλά και ψυχικών αναπαραστάσεων και συναισθημάτων από τη μεριά των χαρακτήρων.

Αυτό που προσπάθησα είναι να κεντήσω μια αλυσίδα αλληλεγγύης μεταξύ των κεφαλαίων. Να βρω δηλαδή έναν τρόπο να υπάρχουν αψιδωτές αντανακλάσεις από κεφάλαιο σε κεφάλαιο, απορροές που διακλαδώνονται σχεδόν κρυφά, μικρές «νάρκες» που τοποθετούνται με το λεγόμενο αφηγηματικό δόλο και που μετά από κάποιες σελίδες εκρήγνυνται.

Την «πυρετική τροχιά προς την Αραβική Άνοιξη» διαπερνά μια ατμόσφαιρα ηλεκτρισμένη από το στοιχείο της εξέγερσης στον «μικρόκοσμο» των πρωταγωνιστών. Ποιό είναι το πρίσμα μέσα από το οποίο προσεγγίζεται η Αραβική Άνοιξη;

Θεωρώ πως ένα σημαντικό γεγονός της δεκαετίας που πέρασε ήταν η εμφάνιση της Αραβικής Άνοιξης και η απότομη όσο και παταγώδης διάψευσή της. Ενώ δηλαδή τις πρώτες μέρες των δημοκρατικών, μαζικών και προοδευτικών κινητοποιήσεων σε χώρες όπως η Τυνησία και η Αίγυπτος βλέπουμε κυρίως νεολαίους που εκφράζουν την αγωνία τους για περισσότερα πολιτικά δικαιώματα και κοινωνικές ελευθερίες, μέσα σε ελάχιστο χρονικό διάστημα το αίτημα της Αραβικής Άνοιξης πνίγεται στο αίμα και, σε μεγάλο βαθμό στις περισσότερες αραβικές χώρες, την Άνοιξη διαδέχεται ένας «βαρύς χειμώνας» γεμάτος βία, πόλεμο, καταστροφή, εμφύλιες συρράξεις, ισλαμικό εξτρεμισμό, τζιχαντιστική τρομοκρατία, εκτοπισμό και προσφυγιά. Αυτή η λεπτή κλωστή που χωρίζει τα Ηλύσια Πεδία από τα Τάρταρα, η ευάλωτη ακροβασία μεταξύ ονείρου κι εφιάλτη με ενδιέφερε έντονα.

Με αφορμή αυτό το πλαίσιο σκέφτηκα να στήσω μια αφήγηση που δεν υπακούει τόσο στη λογική της μεγάλης Ιστορίας όσο σε ένα είδος μιας ανθρωπογεωγραφίας «από τα κάτω». Έχω χωρέσει μέσα στο βιβλίο τρεις νησίδες νοηματικής αυτάρκειας, τρεις μικρές παράλληλες μικρο-ιστορίες ενταγμένες μέσα στη μεγάλη ιστορία της πλοκής στην απόπειρά μου να φτιάξω εκείνο το ρυθμό που θα συσφίγγει τα κεφάλαια μεταξύ τους σ’ έναν συνασπισμό και που θα διαφοροποιεί την αφηγηματική κύμανση ώστε να μην είναι το όλο πράγμα μονοσήμαντο ως προς την εκφορά του και άρα βαρετό.

Υπάρχει αυτή η αίσθηση στο βιβλίο για τους πρωταγωνιστές, ότι μπορεί και να τους συναντήσεις στα μέρη που συχνάζεις, στις διακοπές σου, σε ένα ταξίδι. Τόσο διαφορετικοί, τόσο ίδιοι;

Θέλησα να χτίσω ήρωες που ενδιαφέρονται για την εποχή τους και τα προβλήματά της και που παλεύουν με τους φόβους της. Εύθραυστους αλλά ενίοτε κυνικούς, τρυφερούς αλλά εντελώς χαμένους. Νέα παιδιά που αναζητούν με αγωνία τις προσωπικές Θερμοπύλες της καθημερινότητάς τους. Κι έτσι «ποτέ από το χρέος μη κινούντες» να βρουν την πολυπόθητη ανιδιοτέλεια που να τους βγάζει από τον χαοτικό κι εγωκεντρικό τους μικρόκοσμο και που να μπορούν να την προασπίσουν χωρίς όμως να μνησικακούν και χωρίς να μοιάσουν στο τέρας.

Υπάρχουν μέσα στο σώμα του μυθιστορήματος μικρά βιογραφικά σημειώματα των ηρώων, ξέχωρα, αυτονομημένα που βοηθούν από τη μια να εξοικειωθεί ο αναγνώστης με τον ήρωα κι από την άλλη να εκτρέψουν το συνεχές της αφήγησης, να διαρρήξουν το ενιαίο κείμενο σαν παγοθραυστικό και να φέρουν ένα οικείο κι ανοίκειο στοιχείο ταυτόχρονα: μια μορφή κειμένου που κάνει μια τεθλασμένη εμφάνιση μέσα στο μυθιστόρημα. Μάλιστα, στη γενιά μου ο καθένας μας έχει στείλει πιστεύω τουλάχιστον εκατό βιογραφικά κι έχει τροποποιήσει το linkedin του δεκάδες φορές για να μπορέσει να βρει μια αξιοπρεπή θέση εργασίας, άρα ξέρουμε καλά τη διάταξη της έννοιας του βιογραφικού σημειώματος.

Προσπάθησα επίσης να στήσω τους χαρακτήρες με τέτοιο τρόπο ώστε αν και τοποθετημένοι στον προθάλαμο μιας εξαρχής χαμένης υπόθεσης να κοπιάζουν προσπαθώντας να γνέψουν στον Άλλον: στον άλλο χρόνο, στον άλλον άνθρωπο και στον άλλο τους εαυτό. Να προσπαθούν να αναλύσουν αυτό που τους τυραννά, να κατανοήσουν τις ζωές τις δικές τους αλλά και των διπλανών τους, να κάνουν φιλίες, να ερωτευτούν παράφορα, να αποτύχουν.

Το ζητούμενο σ’ ένα μυθιστόρημα με τουλάχιστον πέντε- έξι χαρακτήρες είναι ένας είδος πειστικής εσωτερικής αλήθειας της δράσης που θα καθιστά την προσέγγιση των ηρώων ομαλή, σταδιακή, χωρίς κενά αέρος. Μια αίσθηση της ατμόσφαιρας. Ασφαλώς αυτές οι μυστικές διαδρομές υποστηρίζονται πλαγίως και από άλλους ήρωες που λειτουργούν παραμετρικά πέρα από αυτούς που δρουν ως πρωτοπρόσωποι.     
Ο κάθε χαρακτήρας με τον δικό του τρόπο μέσα στο βιβλίο, συνειδητοποιεί (ή και αρνείται να αποδεχθεί) πως τελικά είναι περισσότερα αυτά που ενώνουν τους ανθρώπους παρά αυτά που τους χωρίζουν. Πιστεύω πως κάτι παρόμοιο συμβαίνει και με τους περισσότερους ανθρώπους. Μέσω των πολλαπλών εγκάρσιων ιστοριών που αφηγούμαστε ή ακούμε στη διάρκεια της ζωής μας φτιάχνουμε μια ιδιοσυγκρασιακή προσπέλαση για τον καθένα από μας ξεχωριστά για να ανακαλύψουμε στο κάτω-κάτω της γραφής τις συνάφειες που μας συνδέουν με τους άλλους. Τουλάχιστον αυτό ελπίζω.

Λίγα λόγια για τον συγγραφέα

Ο Νικόλας Καλόγηρος γεννήθηκε το 1989 στα Τρίκαλα. Έχει σπουδάσει Αγγλική Γλώσσα και Φιλολογία, Μετάφραση και Διαπολιτισμική Επικοινωνία, Ευρωπαϊκή Λογοτεχνία και Πολιτισμό στη Θεσσαλονίκη και στο Λονδίνο. Έχει ζήσει στη Γαλλία, στη Βρετανία και στην Αίγυπτο. Είναι καθηγητής αγγλικών και μεταφραστής.

 

To koutipandoras.gr θεωρεί δικαίωμα του κάθε αναγνώστη να εκφράζει ελεύθερα τις απόψεις του. Ωστόσο, τονίζουμε ρητά ότι δεν υιοθετούμε τις απόψεις αυτές καθώς εκφράζουν τον εκάστοτε χρήστη και μόνο αυτόν. Παρακαλούμε πολύ να είστε ευπρεπείς στις εκφράσεις σας. Τα σχόλια με ύβρεις θα διαγράφονται, ενώ οι χρήστες που προκαλούν ή υβρίζουν θα αποκλείονται.