Η παρέμβαση του Γιώργου Σιακαντάρη στην εφημερίδα «Τα Νέα του Σαββατοκύριακου», με αφορμή το Μανιφέστο του Ινστιτούτου Αλέξη Τσίπρα, δεν αποτελεί μια απλή θεωρητική συμβολή στην αναζήτηση της προοδευτικής ταυτότητας. Στην πραγματικότητα, συνιστά μια σπουδή πάνω στη στρατηγική υποχώρηση της Αριστεράς προς τα οχυρά ενός σημιτικής κοπής μετα-κεϋνσιανού διαχειριστικού μοντέλου. Με την επίκληση μιας «συνάντησης» ανάμεσα στη Σοσιαλδημοκρατία, τη Ριζοσπαστική Αριστερά και την Οικολογία, επιχειρείται μια τεχνητή συγκόλληση ανόμοιων ιστορικών παραδόσεων.
Η ιστορική παγίδα της Σοσιαλδημοκρατίας
Το βασικό επιχείρημα του κειμένου εστιάζει στην ανάγκη σύζευξης του «ρεαλισμού» της σοσιαλδημοκρατίας με τον ριζοσπαστισμό των κοινωνικών αγώνων. Ωστόσο, αυτή η προσέγγιση αγνοεί τη δομική μετάλλαξη της Σοσιαλδημοκρατίας ήδη από το 1959 και το συνέδριο του Bad Godesberg. Εκεί, το γερμανικό SPD εγκατέλειψε οριστικά τη ριζοσπαστική ανάλυση για χάρη της «κοινωνικής οικονομίας της αγοράς», μετατρέποντας με αυτόν τον τρόπο την Αριστερά σε έναν απλό διαχειριστή των αντιθέσεων του κεφαλαίου. Όταν, λοιπόν, γίνεται λόγος για «ρεαλισμό στη διαχείριση», η ιστορική εμπειρία μάς διδάσκει ότι πρόκειται για τη διαχείριση της ίδιας της ανισότητας και όχι για την κατάργησή της. Ο ρεαλισμός αυτός δεν είναι τίποτα άλλο από την αποδοχή της καπιταλιστικής ΤΙΝΑ ως του μοναδικού δυνατού ορίζοντα για τους ανθρώπους.
Η εξουσία ως αυτοσκοπός
Στο κείμενο του Γ. Σιακαντάρη ελλοχεύει μια κυνική παραδοχή που προδίδει την πλήρη διολίσθηση από την πολιτική των αρχών στην πολιτική των εκλογικών συσχετισμών. Η ρητορική ερώτηση «μα δεν θέλετε τους κεντρώους;» και η απάντηση πως «μόνο μια τέτοια Αριστερά μπορεί να τους κερδίσει, αλλιώς στρέφονται στη Δεξιά», αποτελεί μια ωμή ομολογία: η αναζήτηση της κυβερνησιμότητας προηγείται κάθε αξιακής και ταυτοτικής επιλογής. Εδώ δεν έχουμε να κάνουμε με ένα όραμα κοινωνικού μετασχηματισμού, αλλά με μια αγωνιώδη προσπάθεια επιστροφής στους κυβερνητικούς θώκους με οποιοδήποτε κόστος. Η «Αριστερά» μετατρέπεται έτσι σε έναν ευέλικτο παίκτη που αυτοπεριορίζεται για να γίνει αρεστός σε ένα υποτιθέμενο «κέντρο», θυσιάζοντας την ίδια την ταυτότητά της στον βωμό της κάλπης. Όταν ο στόχος είναι απλώς να «κερδίσουμε» τους κεντρώους για να μην πάνε στον Μητσοτάκη, τότε η Αριστερά παύει να είναι πραγματική εναλλακτική και γίνεται ο ετεροπροσδιοριζόμενος συνοδοιπόρος ενός συστήματος που διακηρυκτικά στηλιτεύει.
Το οξύμωρο της «αριστεράς του κέντρου» και η ιδεολογική ηγεμονία
Η χρήση του όρου «προοδευτική συμπαράταξη στα αριστερά του κέντρου» αποκαλύπτει αυτή ακριβώς τη βαθιά ιδεολογική υποχώρηση. Ορίζοντας την Αριστερά με βάση τη σχέση της με ένα φαντασιακό «κέντρο», αποδέχεται κανείς ότι ο φιλελευθερισμός αποτελεί το κέντρο βάρους του πολιτικού συστήματος. Από τη σκοπιά της ριζοσπαστικής σκέψης, το Κέντρο δεν είναι ένας ουδέτερος χώρος, αλλά μια μήτρα που νομιμοποιεί την μεγάλη ιδιοκτησία και την εμπορευματοποίηση της εργασίας. Η προσπάθεια να βαφτιστεί η Σοσιαλδημοκρατία ως η «μόνη γνήσια Αριστερά» παραβλέπει το γεγονός ότι οι ηγεσίες της επέλεξαν συνειδητά τον δρόμο των «οικονομικών της προσφοράς», οδηγώντας σε αυτό που σήμερα βιώνουμε ως κυριαρχία των αγορών πάνω στην πολιτική.
Θετική ελευθερία και η σιωπή για τη μισθωτή εργασία
Προχωρώντας στη θεμελίωση του Μανιφέστου, ο συντάκτης επικαλείται τη διάκριση μεταξύ αρνητικής και θετικής ελευθερίας. Παρότι η πρόθεση για το «πάντρεμα ελευθερίας και ισότητας» ακούγεται ελκυστική, παραμένει μετέωρη καθώς αποκόπτεται από την κριτική της αλλοτρίωσης. Για κάθε ριζοσπαστική ανάλυση, η θετική ελευθερία —δηλαδή η δυνατότητα του ατόμου να αυτοπραγματωθεί— είναι αδύνατη χωρίς την αμφισβήτηση της μισθωτής εργασίας ως σχέσης κυριαρχίας. Όταν το κείμενο αποφεύγει να θίξει την εργαλειοποίηση του κράτους από τα μεγάλα συμφέροντα, καταλήγει να αναπαράγει έναν φιλελεύθερο κοινωνικό συμβιβασμό που αφήνει ανέγγιχτο τον πυρήνα της εκμετάλλευσης.
Οικολογία: Μια διακοσμητική προσθήκη
Τέλος, η αναφορά στην Οικολογία ως τρίτο πυλώνα της συμπαράταξης παραμένει προβληματική. Το κείμενο του Σιακαντάρη σωστά επισημαίνει την ανάγκη οικολογικής κριτικής, αλλά δεν ξεκαθαρίζει αν αυτή η κριτική στρέφεται κατά του ίδιου του κυρίαρχου μοντέλου συσσώρευσης. Από τη σκοπιά του οικοσοσιαλισμού, η κλιματική κρίση δεν είναι ένα απλό πρόβλημα «διαχείρισης», αλλά το αναπόφευκτο αποτέλεσμα της επιδίωξης του κέρδους. Χωρίς ρήξη με το δόγμα της αέναης ανάπτυξης και χωρίς αμφισβήτηση του ΑΕΠ ως μοναδικού δείκτη προόδου, η Οικολογία κινδυνεύει να μετατραπεί σε ένα «πράσινο προσωπείο» του υφιστάμενου παραγωγικού μοντέλου.
Τελικά το Μανιφέστο του Ινστιτούτου Τσίπρα, όπως υποστηρίζεται μέσα από το άρθρο στα «Νέα», φαίνεται να εγκλωβίζεται σε έναν σημιτικό μετα-κεϋνσιανισμό, όπου μια υποτιθέμενη στρατηγική της «μεγάλης σκηνής» υποκαθιστά το βάθος των αξιών. Από ιστορική και φιλοσοφική σκοπιά, πρόκειται για μια πρόταση που κινείται ανάμεσα στον «τρίτο δρόμο» και τον κλασικό φιλελευθερισμό, χωρίς να τολμά τις θεωρητικές υπερβάσεις που απαιτούν οι καιροί, προτάσσοντας τελικά την επιστροφή στην εξουσία ως το μοναδικό φάρμακο.
Διαβάστε επίσης:
Έχει το Πατριαρχείο πιο προωθημένες θέσεις από το Ινστιτούτο Τσίπρα;
Αλέξης Τσίπρας: Νέος πατριωτισμός, δημοκρατικός καπιταλισμός και πολλή ψυχεδέλεια
Βαρουφάκης: Ο Ντάισελμπλουμ ήταν ο Λαζαρίδης της Τρόικας – Ο Τσίπρας χαριεντιζόταν μαζί του
Δείτε όλες τις ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο στο koutipandoras.gr
Τα άρθρα που δημοσιεύονται στην κατηγορία «Απόψεις» εκφράζουν τον/την συντάκτη/τριά τους και οι θέσεις δεν συμπίπτουν κατ' ανάγκην με την άποψη του koutipandoras.gr
Tα σχόλια στο site έχουν απενεργοποιηθεί. Μπορείτε να σχολιάζετε μέσα από την επίσημη σελίδα στο Facebook
Σχόλια