Χρειάστηκαν 15 μήνες εντατικών γυρισμάτων και μάχη με το μοντάζ για να προβληθεί σαν σήμερα πριν 26 χρόνια ένα φιλμ που έμελλε να αλλάξει την έννοια του έρωτα όπως την ξέραμε, δια χειρός του μεγάλου σκηνοθέτη Γουόνκ Καρ Γουάι. Το «In the mood for love» έκανε πρεμιέρα στο Φεστιβάλ Καννών πριν 26 χρόνια, ενώ μέχρι και σήμερα αποτελεί σημείο αισθητικής και πολιτισμικής αναφοράς της ποπ κουλτούρας.
Η «Ερωτική επιθυμία» έμοιαζε προορισμένη για να γίνει instant classic, ενώ καθιερώθηκε ως ταινία-σταθμός του ασιατικού κινηματογράφου. Στις Κάννες αντιμετωπίστηκε σαν μια εμπειρία περισσότερο παρά σαν μια απλή προβολή: μια ταινία που δεν βασιζόταν στην πλοκή ή στις ανατροπές, αλλά στη διάθεση, στον ρυθμό και στην ατμόσφαιρα. Ο Τόνι Λενγκ κέρδισε το βραβείο Ανδρικής Ερμηνείας, ο πρώτος ηθοποιός από το Χονγκ Κονγκ που το πετύχαινε.
Η συγκεκριμένη ταινία ένα κινηματογραφικό ποίημα για όλα όσα δεν ειπώθηκαν ποτέ. Για το ανεκπλήρωτο και το σιωπηλό που έχει ο έρωτα, για την σαγήνη των βλεμμάτων που μπορεί να υπάρχει μέσα σε έναν χώρο, για την απόσταση δύο ανθρώπων που όμως θέλουν να είναι κοντά.
Η ιστορία εκτυλίσσεται στο Χονγκ Κονγκ του 1962. Ο δημοσιογράφος Τσόου και η γειτόνισσά του Σου ανακαλύπτουν ότι οι σύζυγοί τους έχουν ερωτική σχέση μεταξύ τους. Μέσα από αυτή τη συνειδητοποίηση, οι δυο τους έρχονται κοντά. Όχι όμως με τον τρόπο που θα περίμενε κανείς. Η σχέση τους δεν βασίζεται στην πράξη αλλά στην αναστολή της. Στη διαρκή προσπάθεια να μην περάσουν τη γραμμή που πέρασαν οι σύντροφοί τους.
Ο Γούονγκ Καρ Γουάι κινηματογραφεί τον έρωτα σαν κάτι που υπάρχει περισσότερο στη σιωπή παρά στα λόγια. Οι χαρακτήρες συναντιούνται σε στενούς διαδρόμους, σε μικρά δωμάτια, κάτω από βροχή και νέον φώτα, αλλά σχεδόν ποτέ δεν αγγίζονται. Η ένταση γεννιέται από βλέμματα που κρατούν λίγο παραπάνω, από κινήσεις που μένουν μισές, από προτάσεις που δεν ολοκληρώνονται. Το συναίσθημα στην ταινία δεν εκρήγνυται, αλλά υπάρχει μέσα στην «κόκκινη» ατμόσφαιρα των ηρώων.
«Το παρελθόν είναι κάτι που μπορούσε να δει αλλά όχι να αγγίξει»
Η ερμηνεία της Μάγκι Τσουνγκ είναι υπόδειγμα εσωτερικότητας. Κάθε βλέμμα της μοιάζει να κρύβει μια ζωή που δεν ειπώθηκε ποτέ. Τα περίφημα cheongsam φορέματά της αλλάζουν συνεχώς, σαν μια σιωπηλή καταγραφή της ψυχολογικής της κατάστασης, ενώ εξυπηρετούν και το υπέροχο κινηματογραφικό στυλιζάρισμα που απαιτεί το κινηματογραφικό σύμπαν του ασιάτη σκηνοθέτη. Απέναντί της, ο Τόνι Λόνγκ ερμηνεύει έναν άνδρα που αντιλαμβάνεται ότι ορισμένοι έρωτες είναι αδύνατο να υπάρξουν στον πραγματικό κόσμο χωρίς να καταστραφούν.
Οπτικά, η ταινία είναι ένα από τα σημαντικότερα επιτεύγματα του σύγχρονου κινηματογράφου. Η κάμερα παρακολουθεί τους ήρωες μέσα από καθρέφτες, πόρτες και στενά κάδρα, σαν να τους παρατηρεί κρυφά. Τα βαθιά κόκκινα, τα πράσινα και οι χρυσαφένιοι φωτισμοί δημιουργούν μια αίσθηση νοσταλγίας και ασφυξίας μαζί. Ο χρόνος μοιάζει να επιβραδύνεται. Ακόμα και μια απλή διαδρομή για noodles μετατρέπεται σε τελετουργία συναισθηματικής έντασης χάρη στη χρήση slow motion.
Καθοριστικό ρόλο παίζει και η μουσική. Το «Yumeji’s Theme» του Shigeru Umebayashi επαναλαμβάνεται σαν εμμονική ανάμνηση, δίνοντας στην ταινία έναν σχεδόν υπνωτικό ρυθμό. Παράλληλα, τα τραγούδια του Nat King Cole προσθέτουν μια μελαγχολική, σχεδόν εξωπραγματική ατμόσφαιρα. Η μουσική εδώ δεν συνοδεύει απλώς τις σκηνές, αλλά γίνεται μέρος της μνήμης τους.
Η αισθητική της φιλμογραφίας του Γουόνκ Καρ Βάι
Ο σκηνοθέτης έχει χτίσει μια φιλμογραφία που μοιάζει περισσότερο με ενιαίο συναισθηματικό σύμπαν παρά με ξεχωριστές ιστορίες. Στο Chungking Express βλέπουμε μια πιο ανάλαφρη, σχεδόν νευρική εκδοχή της μοναξιάς: δύο παράλληλες ιστορίες αστυνομικών στο Χονγκ Κονγκ που προσπαθούν να ξεπεράσουν χωρισμούς μέσα σε μια πόλη που κινείται με υπερβολική ταχύτητα.
Η κάμερα είναι χειροκίνητη, το μοντάζ γρήγορο, και η αφήγηση μοιάζει με εσωτερικό μονόλογο που τρέχει πιο γρήγορα από τις αποφάσεις των χαρακτήρων. Στο Fallen Angels αυτή η αίσθηση γίνεται ακόμα πιο σκοτεινή και αστική: εγκληματίες, εκτελεστές και μοναχικοί χαρακτήρες κινούνται σε νυχτερινές διαδρομές, μέσα σε νέον και υγρασία, σαν να έχουν χάσει κάθε δυνατότητα κανονικής ανθρώπινης σύνδεσης. Και στα δύο έργα, η πόλη δεν είναι φόντο αλλά οργανισμός που απορροφά τα συναισθήματα των ανθρώπων.
Στο 2046, ο σκηνοθέτης επιστρέφει στο πιο μελαγχολικό και στοχαστικό του ύφος. Η ταινία λειτουργεί σαν συνέχεια και ταυτόχρονα σαν μνήμη του In the Mood for Love, μεταφέροντας τους ίδιους θεματικούς άξονες, τον χαμένο έρωτα, την εμμονή με το παρελθόν, την αδυναμία πραγματικής συναισθηματικής ολοκλήρωσης, σε ένα σχεδόν φουτουριστικό, αφηγηματικά θραυσματικό περιβάλλον.
Σε όλο το έργο του, από το «Days of Being Wild» μέχρι το «Happy Together», ο Γουόνκ Καρ Βάι επιστρέφει διαρκώς στην ίδια ιδέα: ότι οι άνθρωποι δεν συναντιούνται ποτέ στον ίδιο χρόνο της ζωής τους, και ότι ο έρωτας, στον πυρήνα του, είναι πάντα μια εμπειρία καθυστέρησης και απώλειας.
Στο τέλος, ο κόσμος του Γουόνγκ Καρ Βάι δεν μιλά για έρωτες που ολοκληρώνονται, αλλά για έρωτες που επιβιώνουν ακριβώς επειδή δεν συνέβησαν ποτέ ολοκληρωτικά. Είναι ένα σινεμά όπου η μνήμη γίνεται πιο δυνατή από την εμπειρία και η απουσία πιο βαριά από την παρουσία. Και ίσως γι’ αυτό οι ταινίες του δεν τελειώνουν πραγματικά, απλώς σταματούν, αφήνοντας τον θεατή μέσα σε μια διαρκή, όμορφη εκκρεμότητα, εκεί όπου ο χρόνος δεν θεραπεύει τίποτα, απλώς το κάνει να μοιάζει πιο αληθινό.
Διαβάστε επίσης:
Αλέξης Τσίπρας: «Πώς θα λέγεται το νέο κόμμα» – Η λέξη που ακούστηκε περισσότερο από κάθε άλλη
Έρχεται το οριστικό τέλος για τις παλιές ταυτότητες: Πότε λήγει η προθεσμία
Χανιά: Στον εισαγγελέα όλο το 15μελες Γυμνασίου για την κατάληψη στην επέτειο Γρηγορόπουλου
Tα σχόλια στο site έχουν απενεργοποιηθεί. Μπορείτε να σχολιάζετε μέσα από την επίσημη σελίδα στο Facebook
Σχόλια