Στη ζούγκλα με τους καννίβαλους

Δεν είναι πια αρμοδιότητα γιατρού η εγχώρια δημοσιογραφία, αλλά νεκροθάφτη.

Νίκος Παπαδογιάννης 12/03/2019 | 09:00

Bλέπω τον Βαξεβάνη στο γραφείο, να παθιάζεται και να ενθουσιάζεται και να σκαλίζει και να σχεδιάζει και να ξεσπαθώνει και να θυμώνει και να επιτίθεται και να αμύνεται – και απορώ. Τι νόημα έχει, μωρέ Κώστα; Τι θα κερδίσεις, αν βγάλεις την τέλεια εφημερίδα ποντάροντας μάλιστα στο εγχείρημα τα ωραία σου λεφτά;

Αφού ακόμα και αν εκδώσουμε ένα κράμα Guardian, Liberation και New York Times, στα ίδια μανταλάκια με το Μακελειό θα μας κρεμάσουν, στο ίδιο φορτηγάκι με την Εσπρέσσο θα μας φορτώσει μέχρι να μας πετάξει σε κανένα χαντάκι ο Vaggel, τον ίδιο αέρα με τους έγκαυλους Χίους θα αναπνέουμε. Και θα μας σπάσουν και τα γραφεία, για να μάθουμε να μην απλώνουμε το κουλό μας εκεί που δεν μας σπέρνουν.

Άλλος για Χίο τράβηξε και άλλος για Μυτιλήνη βέβαια, πάει να πει ότι ο καθένας γράφει την ιστορία του και δεν περιμένει μανταλάκια, φορτηγάκια και χαντάκια για να κριθεί. Ωστόσο, δεν παύει να προξενεί θλίψη και απόγνωση αυτή η κατάντια.  

Γιατί να ψάχνουμε σαν ξεχασμένα εγγόνια του Δον Κιχώτη τη χαμένη τιμή της δημοσιογραφίας και να μη γράφουμε και εμείς για πουτάνες; Ποια δημοσιογραφία την έχασε την τιμή για να τη βρει το Documento ή η ΕφΣυν ή η Gazzetta ή οποιοσδήποτε άλλος προσπαθεί να κάνει μία έντιμη δουλειά της προκοπής και της δημοκρατίας, μέσα στη ζούγκλα με τους καννιβάλους;

Δέκα χιλιάδες φύλλα το Μακελειό, δέκα χιλιάδες φύλλα η Εσπρέσσο, δέκα χιλιάδες φύλλα ο άλλος που τιτλοφορεί το πόνημά του Δημοκρατία και μοιράζει ευαγγέλια της χούντας, δέκα χιλιάδες και εσύ και να πεις και ευχαριστώ, μόλις κάνει τις μαγικές προσθαφαιρέσεις του το «Άργος», που τηρεί τη δική του απλή αναλογική.

Και τρελές πιένες, χρόνια τώρα, η χρυσαυγίζουσα φυλλωσιά του μακαρίτη του κομιστή, που μας έμαθε τις πατριώτισσες γριούλες και τις ελληνοπρεπείς αιμοδοσίες. Σταθερή αξία, η ελληνεμπορία. Σου ‘ρχεται να βρεις βολικό ΑΤΜ στο Φάληρο μεριά, να σηκώσεις 100-150 χιλιάδες ευρώ, να πας να τις αγοράσεις όλες, για να σου φύγει το βάρος. Κρίμα και άδικο, να μένουν απούλητα τέτοια αριστουργήματα.

Να τα μετράς, τα συμπτώματα του οξαποδώ, και να ψάχνεις εντατική για να κλειδαμπαρώσεις τον ασθενή μια για πάντα, ώσπου να ψοφήσει να τελειώνουμε. Δεν είναι πια αρμοδιότητα γιατρού η εγχώρια δημοσιογραφία, αλλά νεκροθάφτη.

Επιφυλλίδες που επαινούν ανερυθρίαστα παιδεραστές, κλέφτες και παρακρατικούς. Τσουνάμι από φέικ νιους, ώσπου να γεμίσει ο ανεμιστήρας με σκατά. Αγιογραφίες δολοφόνων. Δολοφονίες αγίων. Κατάρες σε μηχανήματα που αρνούνται να εκδώσουν προσωπικά δάνεια. Βυτιοφόρα χορηγών μέσα στις φλόγες που κατακαίνε ανθρώπους. Ξεδιάντροπες στοχοποιήσεις προσώπων, οργανισμών και θεσμών. Κονσομασιόν στον σκοταδισμό και στην οπισθοδρόμηση. Ύμνοι για χουντικούς και για βασανιστές. Ύβρεις, συκοφαντίες και προσβολές ενάντια σε οποιονδήποτε τολμά να ακουμπήσει τα ιερά, τα όσια και την αγία κουτάλα. Ποδοσφαιροποίηση της πολιτικής και πολιτικοποίηση του ποδοσφαίρου, μέχρι να γίνει γκρι και ο τελευταίος Δήμος της χώρας. Αρκάδες, Σίλες και Αφροδίτες, το πολλαπλό τζάκποτ της πολιτικής λοβοτομής. Εκχυδαϊσμός που προκαλεί εμετό, στους λίγους που έχουν ακόμη ενεργό το συγκεκριμένο αντανακλαστικό.

Ένα διαρκές καρναβάλι χωρίς χαμόγελα, ένα ατελείωτο Μακελειό, από το μία πινέζα του χάρτη μέχρι την άλλη. Το μακελειό της αμορφωσιάς και του αναλφαβητισμού, τροφοδοτούμενο διαρκώς από τους φορείς μίας «αριστείας» που δεν γνωρίζει ούτε δισταγμό ούτε όρια ούτε φρένα ούτε φυσικά αριστεία. Αρκεί να φύγουν από τις καρέκλες οι προδότες και το πουταναριό.

Και όλα αυτά, τα απολαυστικά, με σάουντρακ μία εκκωφαντική σιωπή. Η αποχαυνωμένη από τα ριάλιτι και τη μπάλα κοινή γνώμη πετάει χαρταετό και ανυπομονεί να τελειώνουν οι βλακείες για να επιστρέψει ξένοιαστη στα καζίνα «των Σκοπίων», οι θιγμένοι από τα πρωτοσέλιδα της αναγούλας παραδίδουν άπραγοι τους υβριστές στη χλεύη μίας κοινωνίας που αρνείται να χλευάσει οποιονδήποτε, οι εγκληματίες του λευκού κολλάρου τιμωρούνται με αναστολή ή καθόλου και οι θεματοφύλακες της ηθικής και των θεσμών κοιμούνται τον ύπνο του μακαρίου.

Ένστολοι, άστολοι και ανάστολοι. Παράφωνοι, μικρόφωνοι, παράφοροι, ανυπόφοροι. Πάντως αδιάφοροι και άφωνοι.

Είχα γράψει και άλλα, αλλά τα έσβησα. Εφ’ όσον εκείνοι που οφείλουν να βγουν στα χαρακώματα για να υπερασπιστούν εαυτούς και αλλήλους θεωρούν κρείττον το σιγάν, βγάζω και εγώ τον σκασμό πριν γίνω Καψώχας και πάω να αποτελειώσω ό,τι απέμεινε από την τυλιγμένη σε εφημερίδα λαγάνα.