Τα εισιτήρια για τη συναυλία του ΛΕΞ στις 24 Οκτωβρίου στο Κρόιτσμπεργκ του Βερολίνου έχουν ήδη εξαντληθεί. Ένας ράπερ από τη Θεσσαλονίκη, χωρίς τηλεοπτική έκθεση, χωρίς δισκογραφικά φτιασίδια και μακριά από το lifestyle, γεμίζει πλέον ευρωπαϊκές σκηνές. Και τα γερμανικά μέσα αρχίζουν να ρωτούν πώς γίνεται η ελληνική ραπ να ξεφεύγει από τα στενά της όρια, να βγαίνει έξω από το γούστο ενός μικρού, εσωστρεφούς κοινού και να αγγίζει τον παλμό μιας ολόκληρης γενιάς.
Η Deutsche Welle αφιέρωσε ένα εκτενές ρεπορτάζ στον ΛΕΞ και στους «καταραμένους ποιητές» της ελληνικής ραπ. Σε εκείνο το κείμενο, ανάμεσα σε εικόνες από το Βερολίνο και τη Θεσσαλονίκη, ξεδιπλώνεται η ιστορία μιας σκηνής που γεννήθηκε μέσα από τα αδιέξοδα της πόλης και μεγάλωσε μέσα από τη σιωπή των media. Ράπερς που μιλούν για τη φτώχεια, την αστυνομική βία, την ανεργία, τα παιδιά των εργατικών συνοικιών που δεν έχουν θέση σε κανένα δελτίο ειδήσεων.
Η φωνή του ΛΕΞ, σπαρακτικά καθαρή, κουβαλά κάτι από εκείνη την ωμή ποίηση που δε χρειάζεται να αποδείξει τίποτα. Οι στίχοι του είναι ένα ξέσπασμα, ένα ρετσιτατίβο που δεν κολακεύει κανέναν. Μια ποίηση που μιλά για το σήμερα χωρίς ρομαντισμούς, με τη μυρωδιά της αντάρας και τη γεύση της πέτρας. «Τρέμει το βλέφαρο του αριστερού μου ματιού, σαν κάποιο αρχέγονο κακό να μας γυρεύει παντού», γράφει. Είναι αυτό το βλέμμα του ανθρώπου που ζει μέσα στον σύγχρονο πανικό, που παρατηρεί έναν κόσμο όπου οι διαφημίσεις φωτίζουν πιο πολύ από τον ήλιο και οι δουλειές θυμίζουν σκλαβοπάζαρα.

Κάπως έτσι, η ελληνική ραπ σταμάτησε να είναι υπόθεση λίγων μυημένων. Άρχισε να λειτουργεί σαν μια νέα λογοτεχνία, όπου οι λέξεις δεν καλλωπίζονται, αλλά ζουν.
Ίσως τελικά, όπως θα έλεγε κι ο Ζαν Ζενέ, η ποίηση δεν κατοικεί πια στα σαλόνια, αλλά στα παγκάκια της Κλαυθμώνος και στα στενά του Βερολίνου. Εκεί όπου ένας ράπερ από τη Θεσσαλονίκη γίνεται σύμβολο μιας γενιάς που επιμένει να βλέπει αλλιώς.
Διαβάστε επίσης:
Tα σχόλια στο site έχουν απενεργοποιηθεί. Μπορείτε να σχολιάζετε μέσα από την επίσημη σελίδα στο Facebook
Σχόλια