Σκοτεινές κηρήθρες και κινηματογραφικά ψηφιδωτά

Ιστορίες με μέλισσες στη μεγάλη οθόνη, από τη «Μάγια τη μέλισσα» μέχρι τον «Μελισσοκόμο» του Αγγελόπουλου 

Κωνσταντίνος Καϊμάκης 09/01/2020 | 09:00

Στον κινηματογράφο η μέλισσα δεν έχει πρωταγωνιστικό ρόλο για πολλούς λόγους. Ο κυριότερος είναι ότι οι σκηνοθέτες δεν ξέρουν πώς να αντιμετωπίσουν το συμπαθές και χρήσιμο από πολλές απόψεις έντομο: σαν σύμβολο του καλού, σαν οδηγό σε ταινία τρόμου ή σαν μια τίμια εργάτρια που βασικός ρόλος της είναι να διατηρεί την ισορροπία του οικοσυστήματος;

Οι ελάχιστες πάντως προσπάθειες που έγιναν κατά καιρούς έχουν τη σημασία τους. Τη δεκαετία του ’70 οι ταινίες καταστροφής είχαν την τιμητική τους («Ο πύργος της κολάσεως» του Τζον Γκίλερμαν ή τα σπιλμπεργκικά «Σαγόνια του καρχαρία»). Η απειλή από ψηλά είχε ενδιαφέρον, ειδικά από τη στιγμή που ο σκηνοθέτης-παραγωγός Ιργουιν Αλεν ένωσε το 1978 τον Μάικλ Κέιν με την Κάθριν Ρος και τους έβαλε να τρέχουν να ξεφύγουν από τις θανατηφόρες μέλισσες στο «Σμήνος» του.

Το «The swarm» πάντως δεν γνώρισε επιτυχία στα ταμεία (κόστισε γύρω στα 15-20 εκατ. δολάρια, αλλά ζήτημα είναι αν έβγαλε τα λεφτά του με μόλις 7,5 εκατ. στα αμερικανικά ταμεία) ενώ θάφτηκε και από την κριτική ως κιτς θέαμα με άθλιους διαλόγους, κάνοντας και τον Κέιν να συμφωνήσει μαζί τους (έστω και ετεροχρονισμένα) χαρακτηρίζοντάς την τη χειρότερη ταινία της καριέρας του. Πάντως οι σχηματισμοί επίθεσης των φονικών μελισσών προτού επιτεθούν σε ελικόπτερα, αυτοκίνητα, σχολεία, τρένα, στρατιωτικές βάσεις και πυρηνικούς σταθμούς είναι εντυπωσιακοί, σε αντίθεση με τα αστεία μέτρα που επιστρατεύουν οι άνθρωποι για να τις νικήσουν, αποδεικνύοντας και στην πράξη ότι η φύση έχει το πάνω χέρι.

Ο Θεόδωρος Αγγελόπουλος το 1986 υπογράφει την πιο ιδιαίτερη ταινία στη συνεπή και αυστηρά πολιτική φιλμογραφία του. Οχι πως ο «Μελισσοκόμος» του δεν είναι μια ακόμη πολιτική ταινία, αλλά εδώ για πρώτη φορά παρουσιάζονται στοιχεία μεταφυσικού θρίλερ σε δουλειά του σκηνοθέτη. Ο ήρωάς του (Μαρτσέλο Μαστρογιάνι) είναι ένας αριστερός δάσκαλος που μετά τη φυγή των παιδιών του τα παρατά όλα για να ασχοληθεί με το επάγγελμα του πατέρα και του παππού του που ήταν μελισσοκόμοι. Θα συναντήσει μια νεαρή κοπέλα (Νάντια Μουρούζη) που θα του ξυπνήσει παλιές αναμνήσεις και συναισθήματα, αλλά θα συνειδητοποιήσει το μάταιο της συνέχισης του «αγώνα» του και θα σβήσει μετά τα τσιμπήματα των αγαπημένων του μελισσών. 

Ο «Candyman» του Μπέρναρντ Ρόουζ είναι ένας μπαμπούλας βγαλμένος από τη φαντασία του Κλάιβ Μπάρκερ –από τη νουβέλα «The forbidden»– όπου εμφανίζεται στα άθλια μονοπάτια των γκέτο ως παραίσθηση από το κρακ όταν κάποιος φωνάξει το όνομά του. Ο ηθοποιός Τόνι Τοντ υποδύεται τον τρομακτικό λόγω μορφής και γάντζου στο χέρι μπαμπούλα, ο οποίος σύμφωνα με τον αστικό μύθο γεννήθηκε πριν από σχεδόν δύο αιώνες. Ηταν νέγρος σκλάβος που ερωτεύτηκε τη λευκή κόρη ενός πλούσιου, την άφησε έγκυο και θανατώθηκε βάναυσα από τους τιμωρούς του. Αρχικά του έκοψαν το χέρι και του τοποθέτησαν γάντζο και στη συνέχεια τον πασάλειψαν με μέλι και άφησαν τις μέλισσες να τον τσιμπήσουν μέχρι θανάτου.

Διαφορετική η προσέγγιση στις περιπτώσεις του Βίκτορ Νούνεζ αλλά και του Τούρκου Σεμίχ Καπλάνογλου. Ο πρώτος το 1997 στο «Χρυσάφι του Οδυσσέα» (ο τίτλος από το όνομα του ήρωα: Ulee από το Ulysses όπως είναι στα αγγλικά ο Οδυσσέας) βάζει τον Πίτερ Φόντα να υποδυθεί έναν μοναχικό μελισσοκόμο ο οποίο αναλαμβάνει όχι μόνο τη φροντίδα των δύο παιδιών του γιου του όταν ο τελευταίος μπαίνει στη φυλακή ύστερα από ληστεία, αλλά και την αντιμετώπιση δύο συνεργατών του γιου του που θέλουν τα κρυμμένα χρήματα. Οταν ο γιος του τον ρωτά πώς είναι οι μέλισσες εκείνος του απαντά για τις βλαβερές συνέπειες των εντομοκτόνων και της ξηρασίας αλλά ταυτόχρονα τονίζει ότι «παλεύουν μαζί και δεν τις αφήνει μόνες τους».

Ο Γιούλι διαθέτει τη σύνθετη ματιά των αγαπημένων του εντόμων και στη δυσκολία του περιβάλλοντος που προκύπτει από τις συνεχείς αναποδιές προβάλλει την ηθική αντίσταση της Ιστορίας και του δικαίου δίπλα στον κύκλο της ζωής. Η σωτηρία των δικών του είναι η σωτηρία της ίδιας της ζωής κι αυτό είναι που μετράει. Κάτι ανάλογο επιχειρεί το 2010 και ο Καπλάνογλου με το «Μέλι» του, την κορυφαία ταινία της τριλογίας του Γιουσούφ (τα άλλα δύο φιλμ το «Γάλα» και το «Αυγό» που προηγήθηκαν χρονικά γύρω από τη ζωή του ποιητή Γιουσούφ), όπου μας δείχνει τη σχέση του εξάχρονου ήρωά του με τον μελισσοκόμο πατέρα του.

Ο τελευταίος λόγω της οικονομικής ανέχειας και της ολοένα πιο έντονης εξαφάνισης των μελισσών πασχίζει να βρει πόρους για τη φροντίδα της οικογένειάς του στήνοντας τις κυψέλες του στις πιο ψηλές κορυφές των δέντρων. Ομως μια μέρα δεν επιστρέφει και κάπως έτσι ξεκινά η ενηλικίωση για τον δυσλεκτικό Γιουσούφ. Υπάρχουν βέβαια και οι παιδικές ταινίες που αναπαράγουν την αλληλεπίδραση μελισσών και περιβάλλοντος με πιο απλοϊκό τρόπο.

Η «Μάγια η μέλισσα» ήταν ιαπωνική τηλεοπτική σειρά (1975-1980) με μεγάλο σουξέ σε όλο τον κόσμο που βασίστηκε στο γερμανικό παραμύθι «Die Biene Maja», το οποίο γράφτηκε το 1912 –γνώρισε μάλιστα και μια πετυχημένη αυστραλιανή κινηματογραφική διασκευή το 2015– ενώ το 2007 το αμερικανικό «Bee movie» είχε αρπάξει την κινηματογραφική πρωτιά των μελισσών.

Και τα δύο φιλμ τονίζουν την αλήθεια μιας άλλης μέλισσας (αυτής στο «Χίλιες και μία νύχτες») που εύστοχα είχε περιγράψει την κατάστασή της ως εξής: «Το σπίτι μου είναι κτισμένο σύμφωνα με τους αυστηρούς νόμους της αρχιτεκτονικής. Μάλιστα, σύμφωνα με παραδοχή και του ίδιου του Ευκλείδη, έμαθε πολλά θαυμάζοντας τη γεωμετρία των κελιών του». 

* Περιοδικό HotDoc #184, «Χωρίς plan Bee», 28/07/2019

To koutipandoras.gr θεωρεί δικαίωμα του κάθε αναγνώστη να εκφράζει ελεύθερα τις απόψεις του. Ωστόσο, τονίζουμε ρητά ότι δεν υιοθετούμε τις απόψεις αυτές καθώς εκφράζουν τον εκάστοτε χρήστη και μόνο αυτόν. Παρακαλούμε πολύ να είστε ευπρεπείς στις εκφράσεις σας. Τα σχόλια με ύβρεις θα διαγράφονται, ενώ οι χρήστες που προκαλούν ή υβρίζουν θα αποκλείονται.