Σε μια νέα, θεσμικά και νομικά κρίσιμη φάση εισέρχεται το σκάνδαλο των τηλεφωνικών παρακολουθήσεων στην Ελλάδα, καθώς η δικαστική μάχη μετατοπίζεται πλέον και στο πεδίο της αστικής δικαιοσύνης. Οκτώ πρόσωπα που στοχοποιήθηκαν από το κακόβουλο λογισμικό Predator κατέθεσαν την πρώτη κοινή αγωγή ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ανοίγοντας τον δρόμο για την πλήρη οικονομική και ηθική αποκατάσταση της βλάβης που υπέστησαν. Οι ενάγοντες καταγγέλλουν τη βάναυση και παράνομη προσβολή της ιδιωτικής τους ζωής, του απορρήτου των επικοινωνιών τους, καθώς και των προσωπικών τους δεδομένων, αξιώνοντας συνολικές αποζημιώσεις που αγγίζουν το πρωτοφανές ποσό των 7,6 εκατομμυρίων ευρώ. Η εκδίκαση της υπόθεσης, η οποία έχει προσδιοριστεί για τις 7 Απριλίου 2027, αναμένεται να αποτελέσει σταθμό, καθώς νομικοί κύκλοι προαναγγέλλουν την προσκόμιση νέων στοιχείων, ικανών να προκαλέσουν εκ νέου την παρέμβαση της ποινικής δικαιοσύνης για κακουργηματικές πράξεις.
Οι οικονομικές διεκδικήσεις και η αποκάλυψη του νέου δημοσιογραφικού στόχου
Το πολυσέλιδο δικόγραφο αναλύει με εξαιρετική ακρίβεια τις ατομικές και συλλογικές απαιτήσεις των θυμάτων της παγίδευσης. Ειδικότερα, επτά από τους προσφεύγοντες διεκδικούν το ποσό του ενός εκατομμυρίου ευρώ έκαστος ως χρηματική ικανοποίηση για την ηθική οδύνη που υπέστησαν, ενώ ένας εξ αυτών έχει περιορίσει το αίτημά του στις 600.000 ευρώ.
Η σύνθεση της ομάδας των εναγόντων αντανακλά το εύρος της παρακολούθησης, καθώς περιλαμβάνει στελέχη από την ενημέρωση, την κρατική ασφάλεια και την πολιτική σκηνή. Ανάμεσά τους βρίσκεται ο δημοσιογράφος Θανάσης Κουκάκης, η Άρτεμις Σίφορντ, η οποία από το 2020 εργάζεται διεθνώς στον τομέα της κυβερνοασφάλειας και της προστασίας των χρηστών από ψηφιακές απειλές, καθώς και η Αντωνία Πρίμπα, συνεργάτιδα του ευρωβουλευτή Στέλιου Κυμπουρόπουλου. Μαζί τους προσφεύγουν ο δικηγόρος Ιωάννης Φυτιλής, οι υπάλληλοι της ΕΥΠ Αγγελική Ρούσου και Ζωή Μαρία Σάκκαλη, καθώς και η ανώτατη αξιωματικός της Ελληνικής Αστυνομίας Πηνελόπη Μηνιάτη.
Η πλέον αξιοσημείωτη αποκάλυψη της συγκεκριμένης αγωγής αφορά τον δημοσιογράφο Σπύρο Σιδέρη. Το όνομά του έρχεται για πρώτη φορά στο φως της δημοσιότητας ως στόχος του παράνομου λογισμικού, καθώς ο ίδιος δεν είχε καμία προηγούμενη εμπλοκή στην ποινική διαδικασία.
Οι εναγομένων και οι μέθοδοι ψηφιακής παγίδευσης
Η νομική αντεπίθεση των θυμάτων στρέφεται ευθέως κατά της εταιρείας Intellexa Α.Ε., αλλά και εναντίον δεκατριών φυσικών προσώπων που συνδέονται στενά με την ανάπτυξη, τη διάθεση και τη λειτουργία του Predator στην Ελλάδα. Το σχήμα των εναγομένων περιλαμβάνει τους Φέλιξ Μπίτζιο, Σάρα Αλεξάνδρα Χάμου, Ταλ Τζόναθαν Ντίλιαν και Ιωάννη Λαβράνο –τεσσάρων επιχειρηματικών στελεχών που έχουν ήδη καταδικαστεί πρωτοδίκως για την υπόθεση– καθώς και τους Ρότεμ Φάρκας, Μερόμ Χαρπάζ, Εϊνάτ Σεμάμα, Δημήτριο Ξυπτερά, Ιωάννη Τούμπη, Ιωάννη Μπόλιαρη, Σωτήριο Ντάλα, Αιμίλιο Κοσμίδη και Κωνσταντίνο Πετρίση.
Στο ίδιο δικόγραφο περιλαμβάνονται ως εναγόμενοι ένας ιδιοκτήτης κρεοπωλείου, ο οποίος έχει εξεταστεί ως μάρτυρας στην ποινική προδικασία καθώς από τη δική του προπληρωμένη κάρτα φέρονται να εστάλησαν τα μολυσμένα SMS προς τον πρόεδρο του ΠΑΣΟΚ Νίκο Ανδρουλάκη, καθώς και ένας υπάλληλος καταστήματος κινητής τηλεφωνίας, ο οποίος φέρεται να διατηρούσε σχέσεις με την ΕΥΠ.
Η αγωγή προβαίνει σε μια πλήρη χαρτογράφηση του δικτύου των εμπλεκόμενων εταιρειών και προσώπων, αξιοποιώντας τα στοιχεία της ποινικής δικογραφίας. Όπως περιγράφεται αναλυτικά, η μέθοδος μόλυνσης των τηλεφωνικών συσκευών βασιζόταν σε μεγάλο βαθμό στην αποστολή παραπλανητικών γραπτών μηνυμάτων (SMS). Πολλά από αυτά τα μηνύματα ήταν σχεδιασμένα με τέτοιο τρόπο ώστε να προσομοιάζουν απόλυτα με τις επίσημες κρατικές ειδοποιήσεις που αποστέλλονταν κατά την περίοδο της πανδημίας για τον προγραμματισμό του εμβολιασμού κατά της Covid-19, παγιδεύοντας έτσι τους ανυποψίαστους χρήστες.
Παραβίαση εθνικών απορρήτων και εκτεθειμένοι κρατικοί φάκελοι
Οι διαστάσεις που λαμβάνει η υπόθεση μέσω της αγωγής ξεπερνούν την προσωπική σφαίρα και αγγίζουν θέματα υπέρτερου δημοσίου συμφέροντος και εθνικής ασφάλειας. Ιδιαίτερη βαρύτητα φέρουν οι ισχυρισμοί της Πηνελόπης Μηνιάτη, πρώην διευθύντριας της Διεύθυνσης Εγκληματολογικών Ερευνών (ΔΕΕ) της ΕΛ.ΑΣ., η οποία στο παρελθόν είχε καταθέσει αποκλειστικά ως μάρτυρας, χωρίς να παρασταθεί για την υποστήριξη της κατηγορίας.
Η ανώτατη αξιωματικός επισημαίνει ότι μέσω των μολυσμένων μηνυμάτων, οι υπεύθυνοι απέκτησαν παράνομη πρόσβαση όχι μόνο στα δικά της προσωπικά δεδομένα, αλλά και στο περιεχόμενο συναντήσεων και συνομιλιών που πραγματοποιούσε λόγω της κρίσιμης θέσης της με σημαίνοντα κρατικά πρόσωπα. Μεταξύ αυτών περιλαμβάνονταν εισαγγελικές αρχές, η ηγεσία της Ελληνικής Αστυνομίας, εκπρόσωποι ξένων πρεσβειών και διεθνών οργανισμών, καθώς και ανώτατοι αξιωματικοί, όπως ο Διευθυντής Ασφαλείας, ο Διευθυντής της Αντιτρομοκρατικής Υπηρεσίας και επικεφαλής Ανεξάρτητων Αρχών.
Το εύρος της εγκληματικής παρείσφρησης γίνεται ακόμη πιο ανησυχητικό αν αναλογιστεί κανείς το αντικείμενο των καθηκόντων της. Η κυρία Μηνιάτη χειριζόταν υποθέσεις που κάλυπταν ένα ευρύ εγκληματολογικό φάσμα, από ανθρωποκτονίες και εγκλήματα κατά της ιδιοκτησίας, μέχρι ζητήματα εθνικής ασφάλειας. Ενδεικτικά, αναφέρεται ότι μόνο κατά το έτος 2021, από τη θέση της διευθύντριας της ΔΕΕ, είχε υπό την ευθύνη της τη διερεύνηση σοβαρών υποθέσεων κατασκοπείας στη Ρόδο και τη Σάμο –οι οποίες διενεργούνταν μεταξύ άλλων και με τη χρήση drones– καθώς και φακέλους που αφορούσαν εγχώριες και διεθνείς τρομοκρατικές οργανώσεις, όπως η ισλαμική τρομοκρατική οργάνωση ISIS. Οι περισσότερες από αυτές τις έρευνες απαιτούσαν τον άμεσο έλεγχο ψηφιακών συσκευών, την εξέταση γνησιότητας ταξιδιωτικών εγγράφων και την ταυτοποίηση ατόμων μέσω βιομετρικών δεδομένων.
Αιχμές για πλημμελή έρευνα και το ενδεχόμενο νέων ποινικών διώξεων
Για μια βαθιά θεσμική πληγή που παραμένει ανοιχτή στην καρδιά της ελληνικής πολιτείας κάνει λόγο ο πληρεξούσιος δικηγόρος των εναγόντων, Ζαχαρίας Κεσσές. Σε δήλωσή του επισημαίνει ότι η υπόθεση της παγίδευσης με το κατασκοπευτικό λογισμικό Predator δεν είναι δυνατόν να αποσιωπηθεί, όσες προσπάθειες κι αν καταβάλλονται προς αυτή την κατεύθυνση, καθώς η συμπλήρωση τεσσάρων ετών στην επικαιρότητα αποτυπώνει το μέγεθος του σκανδάλου αλλά και την πλημμελή έρευνα που διεξήχθη.
Σύμφωνα με τον νομικό παραστάτη, οι αγωγές δεν εδράζονται μόνο στα πραγματικά περιστατικά που επικυρώθηκαν από την πρόσφατη καταδικαστική απόφαση της ποινικής δικαιοσύνης, αλλά και σε ένα εκτενές αποδεικτικό υλικό από εγχώριες και διεθνείς έρευνες. Ο κύριος Κεσσές προανήγγειλε ότι κατά τη δικαστική διαδικασία του 2027 θα εισφερθούν νέα, ακλόνητα στοιχεία. Αυτά τα δεδομένα θεωρείται πολύ πιθανό να υποχρεώσουν το αστικό δικαστήριο να διαβιβάσει τον φάκελο πίσω στην ποινική δικαιοσύνη για τη διερεύνηση κακουργηματικών πράξεων.
Μάλιστα, ο δικηγόρος άφησε σαφείς και σοβαρές αιχμές κατά των Αντεισαγγελέων του Αρείου Πάγου σημειώνοντας ότι στα στοιχεία που θα προσκομιστούν περιλαμβάνεται και ένα σημαντικό μέρος αποδεικτικού υλικού, το οποίο οι δύο ανώτατοι εισαγγελικοί λειτουργοί αδιαφόρησαν να παραλάβουν κατά την έρευνά τους στις 24 Απριλίου 2026.
Διαβάστε επίσης:
«Κράτος Μαφία» στην Κύπρο: Πώς η υπερασπιστική γραμμή Ντίλιαν «καίει» τη Λευκωσία
Κόλαφος ο Κεσσές για Άρειο Πάγο: «Δεν έχει τέλος η θεσμική κατρακύλα»
Tα σχόλια στο site έχουν απενεργοποιηθεί. Μπορείτε να σχολιάζετε μέσα από την επίσημη σελίδα στο Facebook
Σχόλια