Πυροβολώντας το μυαλό της Ελλάδας

Η χειρότερη υπηρεσία που επιτελεί η σημερινή κυβέρνηση στη χώρα, είναι η επικοινωνιακή διαχείριση της υπόθεσης της Παιδείας. Για να πείσει, σε συνθήκες καραντίνας, τους πολίτες – τηλεθεατές για την ανάγκη να κόψει το κεφάλι των πανεπιστημίων, τα απαξιώνει, παρουσιάζοντάς τα σαν χώρους εγκληματικότητας και ανομίας.

Γιάννης Μυλόπουλος 01/02/2021 | 16:15

Συζητιέται αυτή την εβδομάδα στη Βουλή ένα τερατώδες και παγκοσμίως πρωτότυπο νομοθέτημα που αν εφαρμοστεί, θα διαφοροποιήσει τα ελληνικά πανεπιστήμια από τα πανεπιστήμια της Ευρώπης και όλων των πολιτισμένων και δημοκρατικών χωρών, αποδυναμώνοντας σημαντικά τον ρόλο τους ως βασικών προϋποθέσεων για ανάπτυξη και ευημερία.

Οι προβλέψεις του νομοθετήματος δίνουν τέλος στο δημόσιο, καθολικό, (Univercity), δημοκρατικό, ακαδημαϊκό και αυτοδιοικούμενο πανεπιστήμιο και στη θέση του παραδίδουν ένα αυταρχικό και ανελεύθερο, ελεγχόμενο άμεσα από εξωπανεπιστημιακούς θεσμούς και κατά παγκόσμια πρωτοτυπία, αστυνομοκρατούμενο πανεπιστήμιο που θα απευθύνεται σε λίγους.

Κατά παράβαση της συνταγματικά κατοχυρωμένης πανεπιστημιακής αυτοδιοίκησης, όπως ορθά επισημαίνουν οι εκπρόσωποι ελληνικών αλλά και ξένων πανεπιστημίων, οι μεν πειθαρχικές διώξεις και ποινές θα επιβάλλονται πλέον δια νόμου, χωρίς τη συναίνεση των πανεπιστημιακών αρχών, ενώ η παραδοσιακή για τα πανεπιστήμια όλων των δημοκρατικών χωρών πανεπιστημιακή φύλαξη, παραχωρεί τη θέση της σε ειδικές αστυνομικές δυνάμεις, οι οποίες θα εγκατασταθούν μέσα στα πανεπιστήμια, θα έχουν… προληπτικές ανακριτικές και διωκτικές αρμοδιότητες και θα υπάγονται απευθείας στην ΕΛΑΣ.

Το πανεπιστήμιο, την επομένη της εφαρμογής των τερατωδών αυτών διατάξεων, επειδή θα λειτουργεί σε ένα αυταρχικό, ανελεύθερο, αντιδημοκρατικό και ελεγχόμενο από εξωγενείς πλέον παράγοντες περιβάλλον, είναι σαφές ότι δεν θα μπορέσει να ανταποκριθεί στη λειτουργία του ως ανεξάρτητου και αυτοδιοικούμενου θεσμού αφιερωμένου στην παραγωγή και τη μετάδοση της επιστημονικής γνώσης.

Με δεδομένη λοιπόν την καθοριστική συμβολή των πανεπιστημίων στην οικονομική ανάπτυξη μέσω της επιστημονικής έρευνας και της καινοτομίας, που αποτελούν κατ’ εξοχήν πανεπιστημιακά παραγόμενα και επιπλέον δεδομένης της διεθνώς αποδεκτής άμεσης εξάρτησης του επιπέδου και της ποιότητας της παραγόμενης και μεταδιδόμενης επιστημονικής γνώσης από την αυτοδιοίκηση, τις ακαδημαϊκές ελευθερίες και τους δημοκρατικούς και συμμετοχικούς θεσμούς που κατά παράδοση αναπτύχθηκαν στα πανεπιστήμια, το νομοθέτημα προοιωνίζεται να υπονομεύσει σοβαρά και σε βάθος χρόνου τις προοπτικές της οικονομικής ανάπτυξης στη χώρας.

Η ανάπτυξη όσο πιο αυτοτροφοδοτούμενη είναι και όσο περισσότερο στηρίζεται στην εγχώρια παραγωγή επιστημονικής γνώσης και καινοτομίας, τόσο πιο βιώσιμη, πιο ανθεκτική και πιο αυτοδύναμη θα αποδειχθεί.

Σε αντίθεση με το αποτυχημένο νεοφιλελεύθερο και εξαρτημένο από οικονομικά κέντρα μοντέλο που η σημερινή κυβέρνηση υποστηρίζει, μιας ανάπτυξης που θα στηρίζεται αποκλειστικά σε ξένες επενδύσεις και σε εισαγόμενη τεχνογνωσία, η οποία ΔΕΝ αξιοποιεί αλλά εκμεταλλεύεται, μέχρι καταχρήσεως τα ελληνικά συγκριτικά πλεονεκτήματα και ΔΕΝ παρέχει ισότιμη πρόσβαση σε όλους, αλλά προνομιακή στους ξένους, κατά προτεραιότητα, επενδυτές, αποκλείοντας την ελληνική κοινωνία από τη μεγάλη ευκαιρία.

Ένα ακόμη χαρακτηριστικό του τερατώδους νομοθετήματος για τα πανεπιστήμια, είναι ο αποκλεισμός μεγάλου αριθμού εισαγομένων φοιτητών, με υποκριτικό, δηλαδή τεχνητό και ψευδεπίγραφο τρόπο. Αυτό συμβαίνει με την εισαγωγή βαθμολογικής βάσης, η οποία μεταμορφώνει έναν διαγωνισμό υποψηφίων, οι οποίοι εισάγονται με βαθμολογική σειρά σε δεδομένο εκ των προτέρων αριθμό θέσεων, χωρίς άλλες αλλαγές, σε εξετάσεις διαπίστωσης της γνώσης.

Χωρίς την αναγκαία αλλαγή των κανόνων των εισαγωγικών εξετάσεων, χωρίς δηλαδή τη θεματική διαφοροποίηση των εξετάσεων ανάλογα με το γνωστικό αντικείμενο των σχολών και χωρίς συμμετοχή των πανεπιστημίων στον καθορισμό των θεμάτων, της βαρύτητας και των λοιπών εξεταστικών παραμέτρων.

Καθώς είναι γνωστό στους παροικούντες την… εκπαιδευτική Ιερουσαλήμ, ότι η βαθμολογική βάση έχει νόημα μόνον όταν οι εξετάσεις έχουν χαρακτήρα διαπιστωτικό των γνώσεων των εξεταζομένων, όπως συμβαίνει για παράδειγμα στις εσωτερικές εξετάσεις στα γυμνάσια, στα λύκεια, αλλά και εντός πανεπιστημίου.

Ο επικοινωνιακός και γι’ αυτό και υποκριτικός χειρισμός της εισαγωγής βαθμολογικής βάσης γίνεται για τους εξής ιδιοτελείς και ιδεοληπτικούς λόγους:

- Συρρικνώνονται έως 20% σε φοιτητικό πληθυσμό τα πανεπιστήμια. Μειώνονται έτσι οι δημόσιες επενδύσεις για την τριτοβάθμια εκπαίδευση, πάγιος στόχος της νεοφιλελεύθερης κυβέρνησης η οποία δεν αναγνωρίζει την κοινωνική αναγκαιότητα των δημόσιων δαπανών στην Υγεία και την Παιδεία

- Κλείνουν πολλές χρήσιμες και στρατηγικού χαρακτήρα σχολές της περιφέρειας, με 1 στα 3 Τμήματα, κατά δήλωση της ίδιας της υπουργού, να κλείνει. Αντίθετα, παραμένουν συνωστισμένες οι δημοφιλείς και γι’ αυτό πολυπληθείς σχολές του κέντρου, δίνοντας έτσι μια μη ορθολογική απάντηση στο πάγιο αίτημα των διοικήσεων των κεντρικών πανεπιστημίων για αποσυμφόρηση.

- Στέλνεται έτοιμη πελατεία από τα δημόσια πανεπιστήμια στα ιδιωτικά κολέγια που παρέχουν σπουδές κατάρτισης και όχι ανώτατης εκπαίδευσης, καθώς οι κομμένοι των εισαγωγικών θα βρουν θέση χωρίς εξετάσεις και αξιολόγηση σε αυτά, ενισχύοντας έτσι την υποβάθμιση του ελληνικού επιστημονικού δυναμικού.

Η πρόβλεψη για διαγραφή των λεγόμενων αιώνιων, καλύτερα των λιμναζόντων φοιτητών, οι οποίοι όμως ούτε ενοχλούν, ούτε επιβαρύνουν οικονομικά τα ιδρύματα, μια και δεν απολαμβάνουν των προνομίων των εν ενεργεία φοιτητών, είναι μια ακόμη αντικοινωνική ρύθμιση, που στερεί τη δυνατότητα σε φτωχούς και εργαζόμενους φοιτητές να ολοκληρώσουν καθυστερημένα τις σπουδές τους, χωρίς όμως να προσθέτει κανένα όφελος στα πανεπιστήμια.

Η ομόφωνη αντίθεση του συνόλου των εκπροσώπων της πανεπιστημιακής κοινότητας, μεταξύ των οποίων οι πρυτάνεις των ελληνικών πανεπιστημίων, οι Σύγκλητοι και οι Σύλλογοι Καθηγητών και φοιτητών, αλλά και πλήθος διανοούμενων, πολιτικών και επιστημόνων από την Ελλάδα και από το εξωτερικό, όπως ο Σύλλογος Καθηγητών του πανεπιστημίου της Οξφόρδης, αλλά και πρώην υπουργοί Παιδείας σε κυβερνήσεις της ΝΔ, όπως ο Γιώργος Σουφλιάς και ο Άρης Σπηλιωτόπουλος, όπως και ο πρώην πρύτανης του ΕΚΠΑ και μετέπειτα βουλευτής της ΝΔ Θόδωρος Φορτσάκης, αποκτά σήμερα ιδιαίτερη σημασία.

Καθώς όλοι συμφωνούν με:

- τη δυνατότητα τα πανεπιστήμια να παραμείνουν αυτοδιοικούμενα,

- οι ακαδημαϊκές ελευθερίες να μην κατασταλούν και

- τα πανεπιστήμια να διατηρήσουν τον δημόσιο και αξιοκρατικό χαρακτήρα τους, παρέχοντας τη δυνατότητα πρόσβασης σε αυτά στο σύνολο των νέων που επιθυμούν και μπορούν να σπουδάσουν, ανάλογα με τις δυνατότητές τους, προς όφελος τόσο της ελληνικής οικονομίας, όσο όμως και της κοινωνίας.

Ξεχωρίζει ανάμεσά τους η δήλωση του Νεοδημοκράτη πρώην υπουργού Παιδείας Γιώργου Σουφλιά, τον οποίο η μακρόχρονη απόσταση  από τα πολιτικά τεκταινόμενα τον έκανε, όπως φαίνεται, πιο έμπειρο και πιο σοφό. Ο οποίος δηλώνει: «Η δημιουργία πανεπιστημιακής αστυνομίας μου θυμίζει μια παροιμία που λέει «πονάει κεφάλι, κόβει κεφάλι». Κεφάλι είναι η συνταγματική επιταγή για πλήρη αυτοδιοίκηση των πανεπιστημίων με την οποία όλα τα θέματα που υπάρχουν στο Πανεπιστήμιο τα επιλύουν τα αρμόδια όργανα αυτού, χωρίς τη συμμετοχή κανενός άλλου».

Η αυτονόητη αυτή αρχή της πανεπιστημιακής αυτοδιοίκησης είναι το μεγάλο διακύβευμα του κυβερνητικού νομοθετήματος και αυτή πρέπει να προστατευτεί, ώστε η κυβέρνηση να μην πυροβολήσει τα πόδια της Ελλάδας, καταδικάζοντάς την σε μακρόχρονη ύφεση και εξάρτηση από ξένα οικονομικά κέντρα.

Η χειρότερη υπηρεσία που επιτελεί η σημερινή κυβέρνηση στη χώρα, είναι η επικοινωνιακή διαχείριση της υπόθεσης της Παιδείας. Για να πείσει, σε συνθήκες καραντίνας, τους πολίτες – τηλεθεατές για την ανάγκη να κόψει το κεφάλι των πανεπιστημίων, τα απαξιώνει, παρουσιάζοντάς τα σαν χώρους εγκληματικότητας και ανομίας.

Πυροβολώντας έτσι το μυαλό της Ελλάδας, μέσω της απαξίωσης και της αποδυνάμωσης ενός κορυφαίου πνευματικού θεσμού, που αποτελεί τη μόνη εγγύηση για επαναφορά της χώρας σε τροχιά ανάπτυξης, δημιουργίας και ευημερίας.

Πηγή: tvxs.gr

Τα άρθρα που δημοσιεύονται στην κατηγορία «Απόψεις» εκφράζουν τον/την συντάκτη/τριά τους και οι θέσεις δεν συμπίπτουν κατ' ανάγκην με την άποψη του koutipandoras.gr