Σε μια εποχή που η Μέση Ανατολή δοκιμάζεται από την επικίνδυνη κλιμάκωση της πολεμικής σύγκρουσης των ΗΠΑ με το Ιράν, η επικείμενη ανακοίνωση της ευρείας πυρηνικής συμφωνίας μεταξύ της κυβέρνησης του Ντόναλντ Τραμπ και του βασιλείου της Σαουδικής Αραβίας δεν αποτελεί μια απλή διμερή διευθέτηση, αλλά μια δομική αναδιάταξη των περιφερειακών συσχετισμών ισχύος. Όπως αποκαλύφθηκε από δημοσιεύματα της Wall Street Journal και των New York Times, τα οποία επικαλούνται Αμερικανούς αξιωματούχους υπό τον όρο της ανωνυμίας, η Ουάσιγκτον προσανατολίζεται στην παραχώρηση τεχνογνωσίας και δυνατοτήτων εμπλουτισμού ουρανίου στο Ριάντ. Πρόκειται για μια επιλογή που υπονομεύει θεσμικά κεκτημένα δεκαετιών στο πεδίο της μη διάδοσης των πυρηνικών εξοπλισμών, προκειμένου να εξυπηρετηθούν τα οικονομικά συμφέροντα των αμερικανικών πολυεθνικών και να σταθεροποιηθεί ένας κλονισμένος στρατηγικός άξονας.
Το τέλος του «χρυσού κανόνα»
Η σχεδιαζόμενη σύμβαση εμπίπτει στο θεσμικό πλαίσιο των λεγόμενων «Συμφωνιών 123», οι οποίες αντλούν τη νομική τους υπόσταση από τον αμερικανικό Νόμο περί Ατομικής Ενέργειας του 1954 και διέπουν τη διακρατική πυρηνική συνεργασία –ένα καθεστώς που οι Ηνωμένες Πολιτείες διατηρούν σε 26 ενεργές συμφωνίες με 51 κυβερνήσεις και τον Διεθνή Οργανισμό Ατομικής Ενέργειας (IAEA). Ωστόσο, οι όροι που διαπραγματεύθηκε η κυβέρνηση Τραμπ συνιστούν μια θεμελιώδη υπαναχώρηση από τα αυστηρά πρότυπα που είχαν επιβληθεί στο παρελθόν.
Όταν το 2009 τέθηκε σε ισχύ η αντίστοιχη συμφωνία με τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα για την κατασκευή του πυρηνικού σταθμού Μπαράκα με νοτιοκορεατική τεχνολογία, το Αμπού Ντάμπι αποδέχθηκε τον αποκαλούμενο «χρυσό κανόνα». Παραιτήθηκε δηλαδή ρητά από το δικαίωμα εμπλουτισμού ουρανίου ή επανεπεξεργασίας πλουτωνίου και υπέγραψε το Αυστηρό Πρόσθετο Πρωτόκολλο με τον IAEA, αποκλείοντας κάθε ενδεχόμενο δημιουργίας υποδομών διπλής χρήσης.
Στην περίπτωση της Σαουδικής Αραβίας, το πλαίσιο αυτό διαλύεται. Η 30ετής συμφωνία προβλέπει ότι, έπειτα από κοινή οικονομική μελέτη, μπορεί να επιτραπεί στο βασίλειο η εγκατάσταση μονάδας εμπλουτισμού σε σαουδαραβικό έδαφος. Παράλληλα, παραλείπεται η ενσωμάτωση του Πρόσθετου Πρωτοκόλλου, περιορίζοντας δραστικά τη δυνατότητα των διεθνών επιθεωρητών να διενεργούν απρόσκοπτους ελέγχους σε εγκαταστάσεις που θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν για την παραγωγή σχάσιμου υλικού οπλικής ποιότητας.
Το εγχείρημα συνοδεύεται επιπλέον από δύο απόρρητες παράπλευρες επιστολές, τις οποίες ο Λευκός Οίκος επικαλείται ως εμπορικά και εθνικά ευαίσθητες, προκαλώντας έντονες αμφισβητήσεις για την απουσία δημοκρατικής διαφάνειας. Πίσω από την πολιτική αυτή υποχώρηση βρίσκεται το δέλεαρ συμβολαίων δισεκατομμυρίων δολαρίων για την αμερικανική πυρηνική βιομηχανία, με επίκεντρο τον κολοσσό της Westinghouse. Η επιχειρηματική αυτή λογική δεν είναι καινούργια, καθώς είχε πρωτοεμφανιστεί κατά την πρώτη θητεία Τραμπ μέσω προτάσεων του επενδυτή Τόμας Τζ. Μπάρακ Τζούνιορ, για να ολοκληρωθεί σταδιακά μέσα από τις επαφές του υπουργού Ενέργειας Κρις Ράιτ στο Ριάντ τον Απρίλιο του 2025 και την επίσκεψη του Σαουδάραβα ηγέτη στην Ουάσιγκτον τον περασμένο Νοέμβριο.

Γεωπολιτικές ανακατατάξεις στη δίνη του πολέμου με την Τεχεράνη
Η προσπάθεια σύναψης μιας πυρηνικής συμφωνίας με το Ριάντ έχει μακρά ιστορία, όμως η σημερινή εκδοχή της αποκαλύπτει μια σοβαρή στρατηγική μετατόπιση. Επί διακυβέρνησης Τζο Μπάιντεν, η παροχή ατομικής τεχνολογίας εξεταζόταν αποκλειστικά ως τμήμα ενός ευρύτερου πακέτου, το οποίο προϋπέθετε την πλήρη διπλωματική αναγνώριση του Ισραήλ από τη Σαουδική Αραβία. Η προοπτική αυτή κατέρρευσε μετά τις επιθέσεις της 7ης Οκτωβρίου 2023. Ο Ντόναλντ Τραμπ επέλεξε να αποσυνδέσει πλήρως την πυρηνική συνεργασία από το παλαιστινιακό ζήτημα και τις ισραηλινές επιδιώξεις, ικανοποιώντας τους αυτόνομους σχεδιασμούς της σαουδαραβικής ηγεσίας, δημιουργώντας έτσι και τη δυνατότητα ενός αμυντικού άξονα που θα προστατεύει τα αμερικανικά συμφέροντα εγγύτερα στο Ιράν.
.Μετά την αποχώρηση των ΗΠΑ από τη διεθνή συμφωνία για το ιρανικό πρόγραμμα το 2018, η Τεχεράνη προχώρησε σε εμπλουτισμό ουρανίου σε επίπεδα εγγύτερα της κατασκευής πυρηνικών όπλων, χωρίς όμως τα ξεπερνάει ποτέ. Η επίκληση αυτού του γεγονότος οδήγησε στις στρατιωτικές επιχειρήσεις ΗΠΑ και Ισραήλ κατά των ιρανικών πυρηνικών υποδομών τον Ιούνιο του 2025 και στο ξέσπασμα ανοιχτού πολέμου τον περασμένο Φεβρουάριο, με τις πολεμικές δονήσεις να διαχέονται σε ολόκληρο τον Κόλπο.
Ο 40χρονος de facto ηγέτης της χώρας, πρίγκιπας διάδοχος Μοχάμεντ μπιν Σαλμάν, έχει διακηρύξει δημόσια ότι αν το Ιράν αποκτήσει πυρηνικό όπλο, η Σαουδική Αραβία θα πράξει το ίδιο χωρίς καμία αμφιβολία. Αν και ο εμπλουτισμός δεν συνεπάγεται αυτόματα την κατασκευή βόμβας, καθώς απαιτούνται πρόσθετα τεχνολογικά βήματα όπως ο ακριβής συγχρονισμός συμβατικών εκρηκτικών, συνιστά το πλέον καθοριστικό κατώφλι για την απόκτηση πυρηνικού οπλοστασίου.
Αμυντικές δεσμεύσεις, F-35 και το πακιστανικό αντίβαρο
Η επικείμενη σύμβαση για τα πυρηνικά αναμένεται να λειτουργήσει και ως μηχανισμός επούλωσης των τριβών στις διμερείς σχέσεις. Τον Μάιο του 2025, οι δύο πλευρές ήρθαν σε ευθεία ρήξη όταν το Ριάντ αρνήθηκε να παραχωρήσει τον εναέριο χώρο του για αμερικανικές στρατιωτικές επιχειρήσεις στα Στενά του Ορμούζ. Για να αποκαταστήσει την ισορροπία, η Ουάσιγκτον προχώρησε σε μια κίνηση που περιλάμβανε την πώληση προηγμένων μαχητικών αεροσκαφών F-35, αποφεύγοντας ωστόσο τη σύναψη συνθήκης αμυντικής στήριξης του Ριάντ που θα απαιτούσε την έγκριση της Γερουσίας.
Αντιλαμβανόμενη τα όρια και τη μεταβλητότητα της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής, η σαουδαραβική διπλωματία διαμορφώνει παράλληλα ένα πολυεπίπεδο σύστημα ασφαλείας. Από τη μία πλευρά, διατηρεί ανοιχτό το κανάλι της διπλωματικής εξομάλυνσης με το Ιράν, η οποία επιτεύχθηκε το 2023 με την διαμεσολάβηση της Κίνας. Από την άλλη, μετά την ισραηλινή επίθεση στο Κατάρ με στόχο στελέχη της Χαμάς, το Ριάντ υπέγραψε σύμφωνο αμοιβαίας άμυνας με το πυρηνικά εξοπλισμένο Πακιστάν. Η δημόσια δέσμευση του Πακιστανού υπουργού Άμυνας ότι το ατομικό πρόγραμμα της χώρας του βρίσκεται στη διάθεση της Σαουδικής Αραβίας εάν παραστεί ανάγκη, λειτούργησε ως σαφής προειδοποίηση προς το Ισραήλ, υπογραμμίζοντας την απόφαση του Ριάντ να μην εξαρτάται αποκλειστικά από την αμερικανική ομπρέλα.

Η προοπτική μιας νέας κούρσας εξοπλισμών
Η κατάθεση της συμφωνίας εμπλουτισμού ουρανίου για τη Σαουδική Αραβία στο αμερικανικό Κογκρέσο αναμένεται να συναντήσει σφοδρές αντιδράσεις από διακομματικές ομάδες νομοθετών και Ισραηλινούς αξιωματούχους, οι οποίοι ήδη εκφράζουν φόβους για την πυροδότηση ενός ανεξέλεγκτου πυρηνικού ανταγωνισμού στη Μέση Ανατολή. Ωστόσο, η δυνατότητα ουσιαστικής παρέμβασης του συγκεκριμένου νομοθετικού σώματος είναι περιορισμένη.
Βάσει της ισχύουσας διαδικασίας, για να ακυρωθεί η πρωτοβουλία του Τραμπ απαιτείται η υπερψήφιση ενός ψηφίσματος αποδοκιμασίας με αυξημένη πλειοψηφία δύο τρίτων και στα δύο σώματα, προκειμένου να ξεπεραστεί το προεδρικό βέτο. Η θεσμική αυτή δυσκαμψία καθιστά την έγκριση της συμφωνίας σχεδόν βέβαιη. Τελικά η αμερικανική ηγεσία υποσκάπτει το διεθνές πλαίσιο ασφαλείας, ανοίγοντας τον δρόμο για μια επικίνδυνη εποχή πυρηνικής διάδοσης στη Μέση Ανατολή.
Διαβάστε επίσης:
«Δώστε τις πηγές ή πάτε φυλακή» – Επικίνδυνη κλιμάκωση του Τραμπ κατά των δημοσιογράφων
Γιατί κατέρρευσε η συμφωνία ΗΠΑ – Ιράν: Το παρασκήνιο της νέας σύγκρουσης
Πώς η ακροδεξιά λεηλατεί τον αρχαίο κόσμο και γιατί η Ιστορία αντιστέκεται
Δείτε όλες τις ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο στο koutipandoras.gr
Tα σχόλια στο site έχουν απενεργοποιηθεί. Μπορείτε να σχολιάζετε μέσα από την επίσημη σελίδα στο Facebook
Σχόλια