Puro Fútbol: Mια συζήτηση για το ποδόσφαιρο στην Αργεντινή

Πάθος, συναίσθημα, τρόπος ζωής. Με αφορμή την κυκλοφορία της συλλογής διηγημάτων Puro Fútbol του Ρομπέρτο Φονταρόσα, το Κουτί της Πανδώρας εμβαθύνει στην ποδοσφαιρική μαγεία της Αργεντινής με τη βοήθεια του μεταφραστή της έκδοσης, Μιχάλη Τσούτσια.

Θάνος Σαρρής 25/03/2020 | 09:00

Ίσως στην Ελλάδα να μην είναι τόσο γνωστό, όμως ο Ρομπέρτο Φονταρόσα θεωρείται ένας από τους κορυφαίους γελοιογράφους, σχεδιαστές κόμικ και συγγραφείς που γέννησε η Αργεντινή. Ο πολυβραβευμένος δημιουργός, ο οποίος έφυγε από τη ζωή το 2007, ήταν και αθεράπευτος ποδοσφαιρόφιλος, φανατικός της Ροσάριο Σεντράλ και με βαθιά γνώση του αθλήματος και του αντίκτυπου που έχει στην κοινωνία. «Αν έπρεπε να βάλω μουσικό χαλί στη ζωή μου, αυτό θα ήταν οι μεταδόσεις ποδοσφαιρικών αγώνων», είχε πει χαρακτηριστικά ο «Ελ Νέγρο», ο οποίος έγραψε τρεις νουβέλες και περίπου 600 διηγήματα, ανάμεσά τους και αρκετά ποδοσφαιρικά.

Οκτώ εξ’ αυτών βρίσκονται στη συλλογή Puro Fútbol που κυκλοφόρησε στην Ελλάδα από τις εκδόσεις «Απρόβλεπτες». Ιστορίες που ταξιδεύουν τον αναγνώστη σε μια χώρα που το ποδόσφαιρο λατρεύεται με μοναδικό πάθος και τρέλα, υπό το πρίσμα ενός δημιουργού με αιχμηρή πένα, αλλά και κοινωνική-ψυχολογική σκοπιά. Τα διηγήματα του Φονταρόσα αφορούν το ποδόσφαιρο, όμως μιλούν για πολύ περισσότερα, καθρεφτίζοντας τον ρόλο της στρογγυλής θεάς στην Αργεντινή.

Ο Μιχάλης Τσούτσιας, φανατικός του αργεντίνικου ποδοσφαίρου, μεταφραστής του έργου και παράλληλα συντάκτης της εισαγωγής και όλων εκείνων των σημειώσεων που βοηθούν τον αναγνώστη να επιχειρήσει την βουτιά στον μαγικό κόσμο του Φονταρόσα, μιλάει στο Κουτί της Πανδώρας για το βιβλίο, τον συγγραφέα, αλλά και όλα εκείνα τα στοιχεία που κάνουν μοναδική την ποδοσφαιρική κουλτούρα στη χώρα της Νότιας Αμερικής.

Το Ροσάριο αποτελεί από μόνο του ένα ξεχωριστό κεφάλαιο στην ποδοσφαιρική ιστορία της Αργεντινής. Τι είναι αυτό που το κάνει τόσο διαφορετικό;

Εξαιρετική ερώτηση για να ξεκινήσουμε, αφού πρώτα σ’ ευχαριστήσω θερμά για την πρόσκληση να συζητήσουμε για το βιβλίο του Ρομπέρτο ελ Νέγρο Φονταναρόσα. Στην Αργεντινή υπάρχουν κι άλλα τοπικά κλάσικος, μην τ’ αναφέρω και κουράζω, υπάρχουν και στη Βικιπαίδεια, ενώ στο τεύχος 33 του HUMBA είχα γράψει κι ένα άρθρο για τα κλάσικος των μικρότερων κατηγοριών, που αφορούν κυρίως τις συνοικίες του Μπουένος Άιρες. Σ’ όλα αυτά υπάρχει διάχυτος φανατισμός, ένταση και πιστοί οπαδοί που ακολουθούν μόνο την ομάδα της πόλης τους.

Το διαφορετικό που υπάρχει στο Ροσάριο, η ιδιαιτερότητα του Σεντράλ – Νιούελς, έχει μάλλον να κάνει με το ότι ο αγώνας αποτελεί σημείο ανα-φοράς για την πλειονότητα των κατοίκων της πόλης, κάτι που αποτυπώνεται σε πολλά κομμάτια του βιβλίου, όπως: «...Δεν ξέρω αν θυμάσαι πώς ήταν η πόλη εκείνες τις μέρες πριν το ματς. Μα τι λέω, ποιες μέρες! Βδομάδες πριν, ο κόσμος είχε αρχίσει να μιλάει για το ματς και το Ροσάριο ήτανε καζάνι που έβραζε...». Από την άλλη το «κλάσικο ροσαρίνο» είναι και το παλιότερο κλάσικο της χώρας, που εξακολουθεί να διεξάγεται από το 1905 μέχρι σήμερα, επομένως είναι βαθιά ριζωμένο στην αργεντίνικη ποδοσφαιρική κουλτούρα. Επίσης, υπάρχει η φοβερή έχθρα μεταξύ των κανάγιας και των λεπρόσος, που έχει σημαδευτεί κι από πολλά επεισόδια τα οποία, δυστυχώς, είχαν μέχρι και νεκρούς. Επεισόδια που υποδαυλίζονται σίγουρα κι από την φτώχεια, αλλά και το εμπόριο ναρκωτικών που «ανθεί» στην περιοχή. Μην ξεχνάμε ότι το Ροσάριο είναι ένα μεγάλο λιμάνι και εμπορικό κέντρο της Αργεντινής και είθισται στις λαϊκές περιοχές το ποδόσφαιρο να έχει μεγαλύτερη επίδραση στην ζωή της πόλης, ό-πως συμβαίνει π.χ. στο Λίβερπουλ, στο Μάντσεστερ κλπ.

Νομίζω πως αυτό που κάνει ξεχωριστά τα διηγήματα του Φονταρόσα είναι το πρίσμα μέσω από τα οποίο περιγράφει το πάθος των Αργεντινών για το ποδόσφαιρο. Συμφωνείς;

Σίγουρα, υπάρχει αυτό το πρίσμα που λες, είναι ο τρόπος με τον οποίο μεταφέρει την σπουδαιότητα που έχει το ποδόσφαιρο για τον μέσο Αργεντίνο και τον αντίκτυπο που έχει μια νίκη ή -κυρίως- μια ήττα στην ψυχοσύνθεσή του, όπως και την ένταση με την οποία το βιώνει όλο αυτό στην καθημερινότητά του. Δεν είναι δηλαδή απλώς θέμα της Κυριακής η μπάλα, είναι κάτι που τους σφραγίζει, κάτι που το συζητάνε όλη μέρα και παντού. Αν δεις εκπομπές στην αργεντίνικη τηλεόραση, θα παρατηρήσεις ότι πάντα γίνεται αναφορά στις οπαδικές προτιμήσεις των προσκεκλημένων, με την ανάλογη πλάκα πάντα για την τρέχουσα κατάσταση της ομάδας. Ακόμα και στις ταινίες, υπάρχει πολλές φορές κάτι που να σχετίζεται με το ποδόσφαιρο. Ας πάρουμε για παράδειγμα την ταινία «El secreto de sus ojos» και την σημασία που είχαν στην πλοκή της οι παλιότεροι αγώνες της Ράσινγκ.

Όλο αυτό λοιπόν, προσπάθησε ο ελ Νέγρο μ’ έναν απλό μα ξεχωριστό τρόπο να το περάσει στα διηγήματά του. Δεν είναι ότι θα βρει κανείς κάτι το εξεζητημένο ή κάποια μοναδική τεχνοτροπία την οποία χρησιμοποιούσε ο Φονταναρόσα, όχι· είναι απλώς ό,τι χρειαζόταν. Όπως όταν ακούς ένα τραγούδι, βλέπεις μια ταινία ή οτιδήποτε άλλο ικανοποιεί το γούστο σου και την αισθητική σου και λες: «Αυτό είναι, απλό κι όμορφο».  Θα έλεγα, τέλος, ότι είναι ζήτημα της οξυδέρκειας του Φονταναρόσα και της ανάγκης του να μεταφέρει στα διηγήματά του ό,τι έβλεπε γύρω του να συμβαίνει σχετικά μ’ αυτό που λάτρευε: το ποδόσφαιρο. Προφα-νώς τα κατάφερε!

Η ΟΚΑΛ, η οποία αναφέρεται σε ένα από τα διηγήματα, είναι χαρακτηριστική για το πώς ακριβώς αντιμετωπίζουν το ποδόσφαιρο στην Αργεντινή. Θέλεις να μας πεις μερικά λόγια;

Η ΟΚΑΛ, μάλιστα... Τώρα που το σκέφτομαι θα έπρεπε να την έχω αναφέρει στο πρώτο σου ερώτημα, αλλά καλύτερα που έχεις προνοήσει για ξεχωριστή ερώτηση, αφού πρόκειται πράγματι για κάτι το μοναδικό και άξιο αναφοράς, που δύσκολα μπορεί να πιστέψει κάποιος ότι αποτελεί πραγματικότητα. Η ΟΚΑΛ λοιπόν, που επισήμως υποστηρίζει ότι τα αρχικά της σημαίνουν Οργάνωση Κανάγια για την Λατινική Αμερική [OCAL: Organización Canalla para América Latina] κι όχι Οργάνωση Κανάγια Αντι-Λέπρα [Organización Canalla Anti Lepra], ιδρύθηκε στις 13 Σεπτεμβρίου 1966 από τους Εδουάρδο Φεράρι ντελ Σελ, Χουάν Κάρλος Γκουίδα και Λουίς Μαρτοράνο. Όλοι πίστευαν ότι κι ο Φονταναρόσα ήταν μέλος της, ωστόσο το αρνείτο κατηγορηματικά. Βέβαια, γνώριζε τι συνέβαινε, αφού αρχηγός της και πρώτος στην καζούρα και στις πλάκες στους λεπρούς ήταν ο κολλητός του, Χοσέ «Κοκκινομάλλης» Βάσκες.

Μιλάμε για μια ομάδα τρελαμένων σεντραλίστας, μιας κάποια ηλικίας πια, που κάνουν ό,τι μπορούν για να αποδεικνύουν την αγάπη τους για την Σεντράλ και την αντιπάθειά τους για την Νιούελς, πάντα σε λογικά και νόμιμα πλαίσια, ασφαλώς. Έχουν και κάποιες ημερομηνίες συμβολικές για την Σεντράλ, τις οποίες και γιορτάζουν ως εθνικές επετείους, οπότε και κάνουν τρελά πράγματα, αλλά ας μην αποκαλύψουμε κι όλα όσα υπάρχουν στο βιβλίο, ε; Ας αφήσουμε και λίγο σασπένς. Να πούμε μόνο ότι είναι πολύ περήφανοι που σύμφωνα με τις διηγήσεις, ο -γεννημένος στο Ροσάριο- Τσε Γκεβάρα ήταν οπαδός τής Σεντράλ.

Ποιο από τα διηγήματα του βιβλίου είναι το αγαπημένο σου και γιατί;

Αν και προφανώς η πρώτη μου «γνωριμία» με τον ελ Νέγρο έγινε, πριν από 6-7 χρόνια περίπου, μέσα από το, ας πούμε, ανακηρυγμένο ως καλύτερο ποδοσφαιρικό διήγημα που έχει γραφτεί στα Ισπανικά, το «19 Δεκεμβρίου 1971» με το οποίο ακόμα γελάω, παρότι το έχω διαβάσει δεκάδες φορές, θα επέλεγα άλλο ως το αγαπημένο μου. Πρόκειται για το διήγημα «Η παρατήρηση των πουλιών».

Ίσως είναι αυτή η απρόσωπη, αλλά και αμιγώς προσωπική επιλογή τού τρίτου προσώπου στη διήγηση· επιλογή που αρχικά μπορεί να μπερδέψει ή και να ξενίσει λίγο τον αναγνώστη, αλλά μετά βάζει και τον ίδιο στην θέση τού πρωταγωνιστή αυξάνοντάς του την αγωνία για την τελική έκβαση της ιστορίας, όχι τόσο για το αποτέλεσμα του αγώνα, θεωρώ, όσο για την ψυχολογική κατάσταση στην οποία περιέρχεται ο ήρωας. Καθώς διαβάζεις το διήγημα, χώνεσαι ολοένα περισσότερο στην ατμόσφαιρά του, είτε ταυτιζόμενος με τον «κάποιο» που προσπαθεί να ξεφύγει από το άγχος που τον κατατρέχει, είτε σκεπτόμενος ανάλογες περιπτώσεις που δεν άντεχες καν να δεις έναν αγώνα και προσπαθούσες να πέσεις για ύπνο ή έκλεινες τα τηλέφωνα ή δεν ξέρω κι εγώ τι άλλο. Θα έλεγα ότι μέσα σε δώδεκα σελίδες ο Φονταναρόσα περιγράφει όλα τα συναισθήματα που μπορεί να βιώσει κανείς πριν, μετά και -κυρίως- κατά την διάρκεια ενός ματς· όλες τις σκέψεις που του περνάνε κάθε στιγμή, με αφάνταστα πολλές λεπτομέρειες και για οτιδήποτε μπορεί να συνδέεται με ένα ματς.

Με ποιον χαρακτήρα του βιβλίου θα ήθελες να πάτε μαζί γήπεδο;

Ωραία ερώτηση, δεν μου είχε περάσει καθόλου από το μυαλό κάτι τέτοιο... Τώρα που το επεξεργάζομαι λίγο, μου φαίνεται ότι μάλλον ο Κοκκινομάλλης Βάσκες θα ήταν ο ιδανικός. Πέραν από κολλητός τού Φονταναρόσα και άτυπος αρχηγός της ΟΚΑΛ, όπως προείπαμε, μοιάζει η καλύτερη επιλογή, τουλάχιστον έτσι όπως τον απεικονίζει ο ελ Νέγρο στο διήγημα «Στάχτες», από την αρχή που λέει ότι το να πηγαίνεις στο γήπεδο για οποιοδήποτε άλλο λόγο παρά για να δεις μπάλα είναι «σαν να τρως σκέτο πουρέ ή μαρούλι», μέχρι εκεί που προσπαθεί να κουλαντρίσει τον υπεύθυνο του γηπέδου της Σεντράλ.

Απλός και ξεκάθαρος τύπος που η ομάδα του αποτελεί και το πρίσμα μέσα από το οποίο φιλτράρονται τα πάντα, είτε μιλάμε για οδήγηση είτε για ιστορικά γεγονότα είτε για φιλίες. Ένας οπαδός που θυμάται ποιος έκανε την σέντρα, ποιος την πάσα, σε ποιο σημείο στάθηκε ο σκόρερ σ’ ένα παιχνίδι πριν από δέκα και βάλε χρόνια, είναι ο καταλληλότερος για παρέα στο γήπεδο. Για παραέξω δεν ξέρω, αλλά για το γήπεδο θα ήταν ο καλύτερος.

Υπάρχουν ακόμα μέρη σαν το Ελ Κάιρο, ζωντανοί χώροι που γεννούν ποδοσφαιρικές ιστορίες, ή τα έχει καταπιεί η τεχνολογία και το σύγχρονο ποδόσφαιρο;

Σίγουρα υπάρχουν, γιατί να μην υπάρχουν; Όσο βλέπουμε ποδόσφαιρο θα έχουμε και στέκια σαν το Ελ Κάιρο που θα πηγαίνουν οι ποδοσφαιρόφιλοι και θα λένε τις ιστορίες τους. Μπορεί να είναι ιστορίες ακόμα κι από τις μικρότερες κατηγορίες ή τα τοπικά, αλλά δεν παύουν να είναι ωραίες. Συμφωνώ, βέβαια, ότι όσο περισσότερα λεφτά παίζουν στο ποδόσφαιρο τόσο πιο δύσκολα θα γεννιούνται τέτοιες ιστορίες. Και πώς να γεννηθούν δηλαδή, όταν για παράδειγμα πάει η Σεντράλ να πάρει το Κύπελλο Αργεντινής το 2015, με αντίπαλο την Μπόκα, και της το κλέβουν ξεδιάντροπα. Με το ζόρι να το πάρει η Μπόκα. Έφριξε όλη η Αργεντινή. Ξέρω ότι οι περισσότεροι στην Ελλάδα την υποστηρίζουν, αλλά μιλάμε για μια ομάδα που αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα του πώς το σύγχρονο ποδόσφαιρο έχει διαλύσει τα πάντα. Τι να πούμε; Ότι για δεκατρία ολόκληρα χρόνια είχε πρόεδρο τον μαφιόζο τον Μάκρι, ο οποίος χρησιμοποιούσε τους παραβατικούς οργανωμένους της (Barras Bravas), μέχρι να πετύχει τους πολιτικούς του σκοπούς. Τέλος πάντων, ας σταματήσω εδώ, κι όποιος θέλει να μάθει είναι εύκολο να τα βρει στο διαδίκτυο.

Το ίδιο και με το Τσάμπιονς Λιγκ. Έχω βαρεθεί να βλέπω τις ίδιες ομάδες· δεν μου κάνει καμία αίσθηση πια να δω για πεντηκοστή φορά τους ίδιους ημιτελικούς. Στην διοργάνωση θα έπρεπε να παίζουν μόνο οι πρωταθλητές των χωρών, για να γίνεται και καμιά έκπληξη, να διατηρούν και ν’ αυξάνουν τους οπαδούς τους κι άλλες ομάδες, όχι μόνο η Ρεάλ κι η Μπάγερν, ας πούμε. Να έχουν έσοδα για να μπορούν να ανταγωνίζονται τους οικονομικούς κολοσσούς. Γιατί δηλαδή να μην υπάρχει ούτε σαν σενάριο επιστημονικής φαντασίας πια η κατάκτηση της κούπας από τον Ερυθρό Αστέρα, την Αϊντχόφεν και την Στεάουα; Να υπάρξουν νέοι Ντουκαντάμ κι αξέχαστες βραδιές για όλη την Ευρώπη, όχι μόνο για τους μεγάλους που θέλουν όλο το χαρτί για πάρτη τους.

Για την τεχνολογία, για το VAR δηλαδή, έχω κάποιες επιφυλάξεις, ιδίως για την συνεχή διακοπή τής ροής του αγώνα, αλλά από την άλλη είναι ο μόνος τρόπος για να προστατευτούν κάπως οι μικρότερες ομάδες. Κάτι δίνεις, κάτι παίρνεις, που λένε, αλλά πρέπει να περιμένουμε 2-3 χρόνια ακόμα, να δούμε πώς θα ρυθμιστεί κι αυτό. Πιστεύω, πάντως, να μην έχει τ’ αποτελέσματα που περιγράφει ο ελ Νέγρο στο προφητικό για το VAR διήγημά του «Ποδόσφαιρο και επιστήμη.

Έχοντας κάνει τη μετάφραση του έργου και έχοντας γενικώς εντρυφήσει στο ποδόσφαιρο της Αργεντινής, ποια στοιχεία είναι για σένα αυτά που το κάνουν να ξεχωρίζει και να έχει τόσο σημαντική θέση στην κοινωνία της χώρας;

Θίγεις ένα θέμα που άπτεται της κοινωνιολογίας ή και της ανθρωπογεωγραφίας ακόμη, και δεν έχω τέτοιες γνώσεις, όμως θα προσπαθήσω να σου δώσω μια γενική εικόνα βάσει όσων έχω αντιληφθεί.
Το ποδόσφαιρο είναι το πιο λαϊκό άθλημα κι η Αργεντινή είναι μια χώρα μεταναστών, δηλαδή φτωχών ανθρώπων που από τα τέλη του 19ου αιώνα έφτασαν στην χώρα για να φτιάξουν μια νέα ζωή - ασχέτως αν μετά από κάποιες δεκαετίες οι ίδιοι ή τα παιδιά τους ανέβηκαν στην αστική τάξη. Στο πλαίσιο της κοινωνικοποίησής τους στην νέα τους πατρίδα εντάσσεται κι η δημιουργία ομάδων στις γειτονιές, στα εργοστάσια και σε άλλους χώρους εργασίας, Οι ομάδες αυτές πολλές φορές φτιάχνονταν από ομοεθνείς μετανάστες, όπως για παράδειγμα ομάδες που σχημάτισαν Ιταλοί ή Εβραίοι κάτοικοι συνοικιών. Στην πρώτη περίπτωση π.χ. έχουμε την Μπόκα που πήρε το παρατσούκλι Σενέισες λόγω της προέλευσης των μεταναστών από την Γένοβα, και στην άλλη την Ατλάντα που εδρεύει στην συνοικία Βίγια Κρέσπο του Μπουένος Άιρες, της οποίας τους παίκτες εξακολουθούν κάποιοι αντίπαλοι οπαδοί να «λούζουν» με αντισημιτικά συνθήματα ή να τους πετάνε σαπούνια! Επίσης έχουμε ομάδες που φτιάχτηκαν από σιδηροδρομικούς εργάτες ή εργάτες σφαγείων. Εδώ βλέπουμε από την μια την Φέρο Καρίλ Οέστε και την ίδια την Ροσάριο Σεντράλ τής οποίας το πρώτο όνομα ήταν Central Argentine Railway Athletic Club -αφού οι περισσότεροι εργάτες της γραμμής που κατασκευαζόταν εκεί είχαν έρθει από την Βρετανία-. Από την άλλη την Νουέβα Σικάγο της συνοικίας που ονομαζόταν Ματαδέρος (που σημαίνει Σφαγεία) ή Νουέβα Σικάγο λόγω των ομοιοτήτων της περιοχής με το Σικάγο που τις πρώτες δεκαετίες του 20ου αιώνα αποτελούσε κέντρο τής βορειοαμερικάνικης βιομηχανίας κρέατος.

Βλέπουμε λοιπόν ότι το ποδόσφαιρο ήταν καθημερινό κι αναπόσπαστο κομμάτι της ζωής των ανθρώπων που δημιούργησαν την χώρα που λέγεται Αργεντινή.

Έτσι, σταδιακά, το ποδόσφαιρο πέρασε και στην πολιτική, ιδίως στην επαρχία του αχανούς πια και πολυπληθούς Μπουένος Άιρες, βοηθούμενο κι από το γεγονός ότι υπάρχουν πάρα πολλές περιφέρειες, δήμοι και κοινότητες με μεγάλο βαθμό αυτονομίας από την κεντρική κυβέρνηση, οι οποίες και διαχειρίζονται τα κονδύλια της. Για να εκλεγεί κάποιος θα πρέπει οπωσδήποτε να έχει την υποστήριξη της κυρίαρχης οπαδικής φράξιας, ας πούμε, πράγμα που είναι πιο άσχημο απ’ όσο ακούγεται. Ξαναθυμίζω τον «κύριο» Μάκρι και τις σχέσεις που είχε με τα καλόπαιδα της Λα Δόσε [la Doce], για να καταφέρει να γίνει τελικά πρωθυπουργός.

Να επισημάνω τέλος την σημασία και την βαρύτητα που έδωσε στο άθλημα η Χούντα του Βιδέλα, για να στηρίξει το εκεί εθνικό αφήγημα και να κερδίσει υποστηρικτές μέσω της κατάκτησης του Μουντιάλ του ‘78.
Πιστεύω γίνεται απολύτως κατανοητή η θέση του ποδοσφαίρου στην Αργεντινή και λέω να σταματήσω εδώ για να μην κουράσουμε και τους αναγνώστες.

Τον Αύγουστο του 2007 το Υπουργείο Παιδείας και η Γραμματεία Αθλητισμού της Αργεντινής μοίρασαν 100.000 αντίτυπα διηγημάτων του σε γήπεδα. Πώς θα λειτουργούσε κάτι τέτοιο πιστεύεις να συνέβαινε στην Ελλάδα;

Τώρα, τι να σου πω, δεν νομίζω ότι θα είχε μεγάλη διαφορά με αυτό που πιθανότατα πρέπει να έγινε και στην Αργεντινή, βάσει και των όσων δήλωνε ο ίδιος ο Φονταναρόσα: «Όταν κάναμε εκείνα τα βιβλιαράκια που μοιράζονταν στο γήπεδό μας, δεν έλειπαν εκείνοι που έλεγαν "Μα, ξέρεις τι θα τα κάνουν...". Τα έκοβαν χαρτάκια. Ε, και; Τι καλύτερο για έναν συγγραφέα από το να βλέπει τα γραπτά του να ίπτανται για να χαιρετήσουν την είσοδο της λατρεμένης του ομάδας.»

Βασικά, επειδή στην Ελλάδα δεν υπάρχει κι αυτή η κουλτούρα του ποδοσφαιρικού διηγήματος, πιστεύω ότι θα ήταν ακόμα πιο δύσκολο να λειτουργήσει κάτι τέτοιο εδώ. Ειδικά αν μιλάμε για τα διηγήματα του Φονταναρόσα που έχουν κάτι το «μη εξαγώγιμο», όπως χαρακτηριστικά μού έλεγε ο φίλος μου ο Ερνάν που με βοήθησε με την αργεντίνικη ποδοσφαιρική αργκό. Γενικά ο ελ Νέγρο βασίζεται πολύ στο τοπικό στοιχείο, γι’ αυτό και κρίναμε αναγκαία μια κάπως αναλυτική εισαγωγή και ορισμένες υποσημειώσεις σε κάθε διήγημα, ώστε να αμβλύνουμε όσο μπορούμε αυτό το στοιχείο.

Στην χώρα μας πάντως, με το πολύ χαμηλό ποσοστό αναγνωστών λογοτεχνίας, θα μπορούσε ίσως να γίνει μια προσπάθεια να μοιραστούν κάποια βιβλία Ελλήνων συγγραφέων, όπως αυτά που γράφουν οι κύριοι Παπαδογιάννης, Σαμπράκος, Σακελλαρόπουλος, Σωτηρακόπουλος, Χαραλαμπόπουλος και άλλοι που ξεχνώ τώρα και τους ζητώ συγγνώμη. Δεν ξέρω, ίσως κάποιοι φίλαθλοι να τα εκτιμούσαν και να τα διάβαζαν. Εν πάση περιπτώσει εγώ θα ήμουν χίλια τα εκατό υπέρ, γιατί έστω κι ένα μικρό ποσοστό να επηρεαζόταν και να άρχιζε να διαβάζει βιβλία, μόνο σε καλό θα μας έβγαινε σαν κοινωνία.

Η λατρεία και το έργο ενός ανθρώπου με το προφίλ του Φονταρόσα για το ποδόσφαιρο, όπως και αρκετών άλλων άλλωστε ανθρώπων της τέχνης και των γραμμάτων, γκρεμίζει την άποψη που επικρατεί ακόμα σε διάφορους κύκλους της Αριστεράς για την ασπρόμαυρη θεά;

Δεν ξέρω αν ακόμα επικρατεί αυτή η άποψη ή αν περιορίζεται αποκλειστικά σε ορισμένους ανθρώπους άνω των 60 ετών, για παράδειγμα. Ο κόσμος έχει αλλάξει και σχηματικές λογικές τής πρώιμης μεταπολίτευσης έχουν ξεπεραστεί προ πολλού -θέλω να- πιστεύω. Το ποδόσφαιρο είναι λαϊκό άθλημα και αγγίζει πρωτίστως τα χαμηλότερα στρώματα. Η κοινωνία καθρεφτίζεται στα γήπεδα, το έχουν πει κοινωνιολόγοι αυτό, δεν το λέω εγώ. Εξάλλου υπάρχουν πολλοί οπαδοί ελληνικών ομάδων που έχουν πολιτικές και κοινωνικές ανησυχίες τις οποίες εκφράζουν με πανό και συνθήματα. Θυμηθείτε διάφορα πανό που έχουν ανέβει για την περίπτωση της Ηριάννας ή των προσφύγων. Στο εξωτερικό υπάρχουν πολύ πιο ξεκάθαρα παραδείγματα με ομάδες σαν τις: Ζανκτ Πάουλι, Ράγιο Βαγιεκάνο, Λιβόρνο και άλλες με εξαιρετικά πολιτικοποιημένες κερκίδες. Όποιος πηγαίνει στο γήπεδο δεν είναι απαραιτήτως πρόβατο που ακολουθεί τον «πρόεδρα», αμόρφωτος που δεν έχει πολιτική συνείδηση κι αδιαφορεί για το κοινωνικό γίγνεσθαι, όπως μπορεί να προπαγάνδιζαν κάποιοι αριστεροί «διανοούμενοι» του ‘70 και του ‘80. Δεν λέω ότι δεν υπάρχουν οπαδικοί στρατοί, εγκάθετοι, ανεγκέφαλοι κλπ. Κι εγώ σαν οπαδός  έχω πάει σε αρκετά γήπεδα και τους έχω «θαυμάσει», ωστόσο υπάρχει κι η άλλη πλευρά: η υγιής, που νομίζω ότι αυξάνεται. Θεωρώ ότι η έξαρση των αιματηρών επεισοδίων που βλέπουμε τα τελευταία χρόνια σ’ όλα τα ευρωπαϊκά γήπεδα, έχουν να κάνουν με την άνοδο των εθνικισμών, η οποία οφείλεται στην έλλειψη παιδείας· μια παιδεία που είναι και η μόνη λύση. Αν η Αριστερά δεν μπορεί να το κατανοήσει αυτό και μένει στο ότι ο Φονταναρόσα -ή ο όποιος αντίστοιχος συγγραφέας- γράφει για «μπάλα», που είναι ένα πράμα ευτελές κι εμείς δεν το θέλουμε αυτό, τότε θα χάσει το ματς από τα αποδυτήρια. Θα πρέπει οπωσδήποτε να ξεπεράσει τέτοια εντελώς παρωχημένα στερεότυπα, ειδάλλως θα αφήσει τα γήπεδα βορά σε θιασώτες του ΝΟ ΠΟΛΙΤΙΚΑ, που όλοι γνωρίζουμε ότι υποκρύπτουν ακροδεξιές απόψεις.

Υπάρχει σκέψη για μετάφραση κι άλλων διηγημάτων του Φονταρόσα για το ποδόσφαιρο;

Τα αμιγώς ποδοσφαιρικά διηγήματα του Φονταναρόσα είναι είκοσι τρία. Μαζί με τις Εκδόσεις Απρόβλεπτες αποφασίσαμε να προχωρήσουμε σε μια πρώτη έκδοση οχτώ εξ αυτών, για να δούμε αν ο ελ Νέγρο θα έχει απήχηση στο ελληνικό αναγνωστικό κοινό. Μιλάμε για έναν συγγραφέα που παρά την αγάπη που του έχουν οι Αργεντίνοι και γενικότερα οι νοτιοΑμερικάνοι, στην χώρα μας είναι παντελώς άγνωστος. Όπως ανέφερα, υπήρχε αυτός ο ενδοιασμός σχετικά με το «μη-εξαγώγιμο» ύφος του, επομένως η μετάφραση ή όχι των υπολοίπων θα εξαρτηθεί από την ανταπόκριση που θα έχει το Puro Fútbol.

To koutipandoras.gr θεωρεί δικαίωμα του κάθε αναγνώστη να εκφράζει ελεύθερα τις απόψεις του. Ωστόσο, τονίζουμε ρητά ότι δεν υιοθετούμε τις απόψεις αυτές καθώς εκφράζουν τον εκάστοτε χρήστη και μόνο αυτόν. Παρακαλούμε πολύ να είστε ευπρεπείς στις εκφράσεις σας. Τα σχόλια με ύβρεις θα διαγράφονται, ενώ οι χρήστες που προκαλούν ή υβρίζουν θα αποκλείονται.