Προφανώς το ζητούμενο δεν είναι το «κέντρο», είναι η μεγάλη και πολιτικά ευρεία Αριστερά

Το Κέντρο είναι μια έννοια χωρίς αυτοτελή ουσία, η αέναη αναζήτηση ενός αδύνατου συμβιβασμού. Ακριβώς γι αυτό, η Αριστερά πρέπει να είναι μια πολύ ευρεία παράταξη.

Γιώργος Βεργόπουλος 09/06/2021 | 09:00

Το φάντασμα του «ανοίγματος προς το κέντρο»  πλανιέται πάνω από τον διάλογο για την προοπτική και τη φυσιογνωμία του ΣΥΡΙΖΑ. Καθώς όμως το ίδιο το «κέντρο» είναι μια έννοια φάντασμα, γράφονται κείμενα και γίνονται αντιπαραθέσεις για το φάντασμα ενός φαντάσματος. Ένας  προβληματισμός με αυτά τα χαρακτηριστικά, δύσκολα μπορεί να αποβεί γόνιμος.

Η πραγματικότητα της πολιτικής από άκρη σε άκρη του πλανήτη, μιλώντας βέβαια για τις κοινωνίες με δημοκρατικό καθεστώς,  εκφράζεται από την παραδοσιακή διχοτομία Δεξιάς – Αριστεράς. Οι δυο αυτές παρατάξεις που αναδύθηκαν με τη γέννηση των νεωτερικών μας κοινωνιών, εξακολουθούν να τις  τροφοδοτούν  με ιδεολογικό στίγμα, στρατηγικό προσανατολισμό,  πολιτικές και δημοσιοοικονομικές επιλογές, ακόμη  και με αξιακό φορτίο.  Η αναφορά των πολιτών στο «κέντρο» παίρνει συνήθως τη μορφή του προσδιορισμού των δυο βασικών εννοιών, μιλάμε δηλαδή για «κεντροαριστερά» ή «κεντροδεξιά». Και αυτό που εννοούμε δεν είναι ένα τρίτο πολιτικό και ιδεολογικό ρεύμα, διακριτό από την Δεξιά και την Αριστερά, αλλά την προσθήκη της μετριοπάθειας και της συμβιβαστικής διάθεσης στο σώμα εννοιών των δυο βασικών ρευμάτων. Κεντροδεξιός είναι ο μετριοπαθής δεξιός, τίποτε διαφορετικό. Είναι προφανές ότι η υπερβολική δόση μετριοπάθειας, όπως σε κάποιες περιπτώσεις σοσιαλιστικών κομμάτων, μπορεί να επιφέρει την πλήρη απώλεια της πολιτικής ταυτότητας. Αλλά αυτό δεν λέγεται άνοιγμα στο κέντρο, λέγεται «χάνω τον μπούσουλα». 

Επειδή λοιπόν δεν υπάρχει κανένα αυτόνομο «κεντρώο» ιδεολογικό, πολιτικό, οικονομικό ρεύμα, στις περιπτώσεις τα τελευταία  30 χρόνια που υπήρξε μια πολιτική σύγκλιση της «κεντροαριστεράς» δηλαδή τμημάτων της σοσιαλδημοκρατίας με την «κεντροδεξιά» δηλαδή την (σχετικά) μετριοπαθή Δεξιά, είναι απολύτως εσφαλμένο να περιγράφεται αυτή ως «σύγκλιση στο κέντρο». Δεν νοείται σύγκλιση σε έναν ανύπαρκτο πολιτικό χώρο. Αυτό που έγινε σε όλες αυτές τις περιπτώσεις ήταν η συμφωνία ενός  τμήματος της Αριστεράς στην εφαρμογή δεξιών πολιτικών. 

Ωστόσο, ακόμη και μετά από τέτοια πολιτικά γεγονότα, αποδεικνύεται στην πράξη ότι η διχοτομία Δεξιάς – Αριστεράς στις νεωτερικές κοινωνίες είναι υπερβολικά βαθιά για να ξεπεραστεί. Μετά τον Μπλερ, έρχεται ο Κόρμπυν. Στην άλλη πλευρά το ίδιο, μετά τον υπερβολικά συναινετικό για τη βάση των Ρεπουμπλικανών Μπους, αναδείχθηκε ο ακραίος Τραμπ. 

Υποστηρίζω δηλαδή ότι οι όποιες τακτικές μετατοπίσεις των μετριοπαθών τάσεων τόσο της Δεξιάς όσο και της Αριστεράς, δεν μπορούν να ακυρώσουν την βασική τοποθέτηση των πολιτών στο ένα ή το άλλο στρατόπεδο. Πολιτικά, ιδεολογικά, σε μεγάλο βαθμό και συναισθηματικά, οι πολίτες είναι κυρίως Δεξιοί ή Αριστεροί, όση μετριοπάθεια ή «κέντρο» και αν προσθέσουμε για να φτιάξουμε κάποια σούπα. 

Αυτό ακριβώς αναδείχθηκε και στο εκλογικό άλμα του ΣΥΡΙΖΑ από το 2009 μέχρι το 2015. Η πλειοψηφία των ψηφοφόρων του ΠΑΣΟΚ αυτοπροσδιορίζονταν βασικά ως αριστεροί, όσο «κέντρο» και αν φόρτωναν οι ηγεσίες του στην έννοια. Όταν το μαχαίρι έφτασε στο κόκαλο, μέτρησε η καταρχήν κύρια επιλογή τους. 

Αν όμως είναι σωστή αυτή η εκτίμηση ότι δεν υπάρχει το «κέντρο» ως αυθύπαρκτος πολιτικός χώρος, οδηγούμαστε νομοτελειακά σε έναν πολύ ευρύ ορισμό και της Δεξιάς και – αυτό που μας ενδιαφέρει εν προκειμένω- της Αριστεράς. Με όρους πολιτικής γεωγραφίας, η μια αρχίζει περίπου εκεί που τελειώνει η άλλη και υπάρχουν διεκδικούμενοι ψηφοφόροι μεταξύ τους. Εάν δεν δεχθούμε αυτό, οφείλουμε να επινοήσουμε ή ένα αυθύπαρκτο «Κέντρο» ή, ακόμη χειρότερα, ένα πολιτικά απροσδιόριστο κενό μεταξύ των δυο παρατάξεων. 

Το συμπέρασμα που βγαίνει από αυτά είναι ο ΣΥΡΙΖΑ δεν έχει κανένα λόγο να επιδιώκει να καλύψει έναν ανύπαρκτο χώρο του αφηρημένου «κέντρου» αλλά έχει κάθε λόγο να επιδιώξει να εκφράσει το πολύ μεγαλύτερο μέρος μιας πολύ ευρείας Αριστεράς. Φαίνεται να είναι το ίδιο πράγμα, αφού αναφερόμαστε στην διεκδίκηση ψηφοφόρων μέχρι τις παρυφές της Δεξιάς. Υπάρχει όμως μια ειδοποιός διαφορά. 

Η διεκδίκηση του ασαφούς χώρου του «κέντρου» θα μπορούσε πράγματι να καταλήξει στην απώλεια του στίγματος του ΣΥΡΙΖΑ και σε εννοιολογικές ακροβασίες στις κοινωνικές του αναφορές (διάχυση της έννοιας της «μεσαίας τάξης» μέχρι του σημείου να μη σημαίνει απολύτως τίποτε). 

Η πολιτική και εκλογική διεκδίκηση της εκπροσώπησης και της κεντροαριστεράς, αν επιμείνουμε να την αντιλαμβανόμαστε ως ένα ρεύμα της Αριστεράς, μπορεί αντίθετα να αποτελεί τμήμα ενός σωστά δομημένου πολιτικού σχεδίου για την διαμόρφωση μιας αριστερής και προοδευτικής πολιτικής και κοινωνικής πλειοψηφίας στη χώρα. 

Με απλά λόγια.  Ο ΣΥΡΙΖΑ ούτε να χαθεί στα θολά νερά του «κέντρου» ούτε  όμως να αυτοπεριοριστεί στα όρια της ριζοσπαστικής αριστεράς που εξ ορισμού δεν αποτελεί και δεν μπορεί να αποτελέσει το σύνολο της Αριστεράς. 

Η προσωπική μου εκτίμηση για την συγκυρία είναι ότι επιδίωξη της συντηρητικής παράταξης και της άρχουσας τάξης δεν είναι το πρώτο αλλά το δεύτερο.  Δεν επιδιώκει κανένας να εκμαυλίσει τον ΣΥΡΙΖΑ, να του βάλουν αναχώματα και όρια ονειρεύονται. Επειδή μάλιστα γίνεται πάρα πολλή συζήτηση για το πρώην PCI, θέλω να επισημάνω ότι αυτό ακριβώς επιδίωξε και δυστυχώς πέτυχε η άρχουσα τάξη στην Ιταλία. Να κρατήσει το PCI για 20 χρόνια μεταξύ 25 και 33%, να το κουράσει πολιτικά, οργανωτικά, ανθρώπινα.  Οι άλλες επιλογές ήρθαν μετά. Σε πιο συμπυκνωμένο πολιτικό χρόνο, αυτό μέχρι στιγμής πέτυχαν και ενάντια στο Podemos. Αυτή τη μάχη να σπάσουμε τα όρια που μας βάζουν πρέπει να κερδίσουμε, όχι τη φανταστική σύγκρουση με τον εαυτό μας μήπως και γίνουμε κεντρώοι. 


 

Τα άρθρα που δημοσιεύονται στην κατηγορία «Απόψεις» εκφράζουν τον/την συντάκτη/τριά τους και οι θέσεις δεν συμπίπτουν κατ' ανάγκην με την άποψη του koutipandoras.gr