Η περίπτωση της 17χρονης Μαρίνας Χατζηκώστα θα μπορούσε εύκολα να παρουσιαστεί ως ακόμη μία από εκείνες τις ιστορίες που μας αρέσει να αφηγούμαστε για παιδιά που «τα κατάφεραν». Γεννήθηκε στη Λεμεσό, μεγάλωσε στην Κύπρο, φοίτησε στα σχολεία της, έγινε πρωταθλήτρια της δισκοβολίας, κατέκτησε χρυσό μετάλλιο στο Ευρωπαϊκό Πρωτάθλημα Κ18 και χάλκινο στο Παγκόσμιο Πρωτάθλημα Κ20, εκπροσωπώντας την Κύπρο. Κι όμως, μετά τις επιτυχίες της βρέθηκε αντιμέτωπη με ρατσιστικά σχόλια που αμφισβητούσαν το δικαίωμά της να θεωρείται Κύπρια.
Η Χατζηκώστα γεννήθηκε το 2009 στη Λεμεσό και υιοθετήθηκε από τη Σιμόνη Παπαλεοντίου Χατζηκώστα και τον Σάββα Χατζηκώστα. Η βιολογική μητέρα της κατάγεται από την Πολωνία και ο βιολογικός πατέρας της από τη Νιγηρία. Η ίδια, απαντώντας στις επιθέσεις, έγραψε πως μπορεί να μην έχει «κυπριακό αίμα» στις φλέβες της, αλλά είναι περήφανη Κύπρια και θα συνεχίσει να εκπροσωπεί τη χώρα της.
Αν και η ιστορία της συγκινεί, θα ήταν λάθος να μείνουμε μόνο σε αυτή τη συγκίνηση. Γιατί όταν απαντάμε στον ρατσισμό απαριθμώντας τα μετάλλια μιας 17χρονης, κινδυνεύουμε άθελά μας να αποδεχτούμε έναν από τους βασικούς όρους του: ότι κάποιος που δεν ανταποκρίνεται στην κυρίαρχη εικόνα του «Κύπριου» οφείλει κάπως να αποδείξει πως αξίζει τον ακριβοθώρητο τίτλο του «κυπριόπουλου».
Η ίδια έγραψε ότι «το πόσο “Κύπρια” είμαι, το δείχνουν τα αποτελέσματά μου και η ανθρωπιά μου». Είναι μια απολύτως κατανοητή απάντηση ενός παιδιού που καλείται δημόσια να υπερασπιστεί την ταυτότητά του. Το πρόβλημα βρίσκεται στο γεγονός ότι αναγκάστηκε να δώσει αυτή την απάντηση εξαρχής. Γιατί η Μαρίνα δεν θα έπρεπε να χρειάζεται ούτε ένα χρυσό ούτε ένα χάλκινο μετάλλιο για να γίνει αποδεκτή.
Η επιτυχία της ωστόσο, αποκαλύπτει μια πολύ πιο άβολη αντίφαση. Η κοινωνία μπορεί να πανηγυρίζει για ένα παιδί όταν ανεβαίνει στο βάθρο και την ίδια στιγμή κάποιοι να εξετάζουν το χρώμα του δέρματός του για να αποφασίσουν εάν τους αξίζει «πραγματικά» να τους αποδοθεί η κυπριακότητα. Η αποδοχή γίνεται έτσι υπό όρους: όσο διακρίνεσαι, όσο φέρνεις μετάλλια, όσο γίνεσαι σύμβολο εθνικής υπερηφάνειας, τόσο ευκολότερα σε αναγνωρίζει ως κυπριόπουλο.
Αλλά τι συμβαίνει με τα υπόλοιπα παιδιά;
Υπάρχουν ωστόσο χιλιάδες παιδιά μεταναστευτικής καταγωγής που δεν θα ανεβούν ποτέ σε κάποιο βάθρο, δεν θα γίνουν πρωταθλητές, δεν θα εμφανιστούν στις ειδήσεις και δεν θα έχουν καμία συγκινητική ιστορία «ενσωμάτωσης» να αφηγηθούν. Ο Γιάννης Αντετοκούνμπο πριν γίνει εθνικό σύμβολο και ένας από τους κορυφαίους αθλητές στον κόσμο, μεγάλωσε στην Ελλάδα χωρίς ελληνική ιθαγένεια και με την ανασφάλεια που συνεπαγόταν αυτό. Η επιτυχία του δεν αναιρεί το πρόβλημα, τουναντίον, το κάνει ακόμη πιο ορατό. Το δικαίωμα ενός παιδιού να ανήκει δεν μπορεί να εξαρτάται από το αν κάποτε θα κατακτήσει ένα μετάλλιο ή θα γίνει αρκετά «χρήσιμο» ώστε μια χώρα να το διεκδικήσει ως δικό της.
Εδώ ακριβώς βρίσκεται και το όριο των αφηγήσεων περί «ατομικής επιτυχίας». Μας επιτρέπουν να χειροκροτούμε την εξαίρεση χωρίς να κοιτάζουμε τις συνθήκες που εξακολουθούν να αποκλείουν τους πολλούς. Να χειροκροτούμε εκείνον που ξεπέρασε τα εμπόδια χωρίς να αναρωτιόμαστε γιατί τα εμπόδια βρίσκονταν εξαρχής εκεί.
Και η περίπτωση της Χατζηκώστα δείχνει ότι το ρατσιστικό παραλλήρημα δεν αφορά απλώς μερικούς ανώνυμους χρήστες των κοινωνικών δικτύων. Αφορά τον ίδιο τον τρόπο με τον οποίο εξακολουθούμε να αντιλαμβανόμαστε την κυπριακή ταυτότητα, σαν κάτι που μεταδίδεται αποκλειστικά με το αίμα, το επίθετο και την καταγωγή, ή έστω μια Golden Visa ρε παιδί μου.
Ο ρατσισμός δεν παύει να είναι ρατσισμός όταν το παιδί που έχει απέναντί του είναι αριστούχο, πρωταθλητής ή «παράδειγμα προς μίμηση». Και μια κοινωνία δεν γίνεται περισσότερο συμπεριληπτική επειδή χειροκροτεί τους λίγους που καταφέρνουν να διακριθούν παρά τις προκαταλήψεις της.
Το πραγματικό ερώτημα είναι αν μια κοινωνία αναγνωρίζει ως ισότιμο και εκείνον που δεν θα φέρει ποτέ μετάλλιο, που δεν θα γίνει πρωτοσέλιδο, που δεν θα χρειαστεί να αποδείξει τίποτε περισσότερο από το γεγονός ότι ζει εδώ και αποτελεί μέρος της.
Η νεαρή αθλήτρια έχει κάθε λόγο να είναι περήφανη για όσα πέτυχε. Το ερώτημα όμως που αφήνει πίσω της αυτή η ιστορία είναι αν η Μαρίνα Χατζηκώστα δεν είχε κερδίσει κανένα μετάλλιο, αν δεν ήταν πρωταθλήτρια και δεν εκπροσωπούσε την Κύπρο σε διεθνείς διοργανώσεις, θα ήταν λιγότερο Κύπρια; Θα είχε μικρότερη βαρύτητα το δικαίωμά της να θεωρεί αυτή τη χώρα πατρίδα της;
Διαβάστε επίσης:
«Αυτός μοιάζει με εσένα… »: Μια προφυλάκιση που θυμίζει spam
Ο Λάκης Χαλκιάς μέσα από τα δικά του λόγια
Παρέμβαση σε προεκλογική αφίσα του Αϊζενκότ στην Κύπρο
Δείτε όλες τις ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο στο koutipandoras.gr
Τα άρθρα που δημοσιεύονται στην κατηγορία «Απόψεις» εκφράζουν τον/την συντάκτη/τριά τους και οι θέσεις δεν συμπίπτουν κατ' ανάγκην με την άποψη του koutipandoras.gr
Tα σχόλια στο site έχουν απενεργοποιηθεί. Μπορείτε να σχολιάζετε μέσα από την επίσημη σελίδα στο Facebook
Σχόλια