Πώς οι παγκόσμιες εξελίξεις ευνόησαν 
το πραξικόπημα 
των συνταγματαρχών

Η πόλωση του Ψυχρού Πολέμου κατέστησε τους τοπικούς θεματοφύλακες του αντικομμουνισμού χρήσιμους στην αμερικανική πολιτική. Ο ρόλος 
του αντιαποικιακού κινήματος, των Αδεσμεύτων και του Κυπριακού 
στη «σύντομη» ελληνική δεκαετία του ’60

Δημήτρης Στεμπίλης 21/04/2020 | 19:54

«Δεν μπορώ να έχω και δεύτερο Ντε Γκολ στα πόδια μου. Πληρώνουμε πολλά δολάρια στους Ελληνες, κύριε πρέσβη. Αν ο πρωθυπουργός σας μου μιλήσει για δημοκρατία, Βουλή και σύνταγμα, τότε εκείνος, η Βουλή και το σύνταγμά του μπορεί να μην κρατήσουν για πολύ».

Η επιβολή και η επιβίωση της δικτατορίας στην Ελλάδα από τον Απρίλιο του 1967 έως τον Ιούλιο του 1974 δεν μπορεί να αποσυνδεθεί από το πλαίσιο του Ψυχρού Πολέμου. Η Ελλάδα, μέλος του ΝΑΤΟ από το 1951, ανήκε στις χώρες του δυτικού μπλοκ και ταυτόχρονα συνόρευε με χώρες του ανατολικού μπλοκ, όπως η Αλβανία, η Βουλγαρία και η Γιουγκοσλαβία. Επιπλέον, ως χώρα με σημαντική γεωστρατηγική θέση στην ανατολική λεκάνη της Μεσογείου, η Ελλάδα αποτελούσε μαζί με τη γείτονα Τουρκία πρόσφορο πεδίο παρέμβασης για την πολιτική των υπερδυνάμεων στην περιοχή τόσο για τον ανταγωνισμό στη νοτιοανατολική Ευρώπη όσο και για τις διεργασίες στη Μέση Ανατολή που είχαν ξεκινήσει από τη δεκαετία του 1950.  

Η επίσημη εκδοχή των πραξικοπηματιών που κατέλυσαν το πολίτευμα ως προς τα αίτια που οδήγησαν στα γεγονότα της 21ης Απριλίου και έβαλαν, κατά τη γνωστή έκφραση, την Ελλάδα «για επτά χρόνια στον γύψο» ήταν η κομμουνιστική απειλή. Ηταν όμως έτσι τα πράγματα;

Η μακρά δεκαετία του 1950

Το διάστημα από το 1945 έως το 1953 έχει χαρακτηριστεί –όχι άδικα– ως περίοδος «κοσμογονίας» για τις διεθνείς σχέσεις, με τη δημιουργία ενός νέου διεθνούς συστήματος με την αντικατάσταση των παλαιών μεγάλων δυνάμεων από τις ΗΠΑ και την ΕΣΣΔ. Ο Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος είχε σαρώσει στο αιματηρό πέρασμά του όχι μόνο τη διεθνή τάξη του Μεσοπολέμου, αλλά και τον τρόπο αντίληψης της ισορροπίας ισχύος από τη Συνθήκη της Βεστφαλίας έως το 1941 που οι δύο υπερδυνάμεις εισήλθαν στον πόλεμο. Η ιδεολογική αντιπαράθεση και ο διπολισμός, με επικίνδυνες εκφάνσεις που θα στοιχειώσουν τον κόσμο για τουλάχιστον τρεις δεκαετίες, όπως ο ανταγωνισμός για τα πυρηνικά όπλα, αποτελούν τα βασικά χαρακτηριστικά της περιόδου του Ψυχρού Πολέμου. Οι εξαιρέσεις, με τα ευπρόσδεκτα από τους λαούς και τις κοινωνίες διαλείμματα ύφεσης, θα επιβεβαιώνουν απλώς τον κανόνα.

Η οριστική νίκη του Εθνικού Στρατού και της Δεξιάς στον ελληνικό εμφύλιο πόλεμο το 1949 μαζί με την ένταξη της χώρας στους κόλπους της Βορειοατλαντικής Συμμαχίας το 1951 θα επισφραγίσουν την κατακύρωση της Ελλάδας στο δυτικό μπλοκ κάτω από την ηγεμονία των ΗΠΑ, που είχαν διαδεχτεί τη Μεγάλη Βρετανία στον ρόλο του πάτρονα της χώρας. Η εφαρμογή του Σχεδίου Μάρσαλ θα αποτελέσει την καλύτερη διαφήμιση αυτής της νέας κηδεμονίας που επαγγελλόταν τον «εκσυγχρονισμό» της δημοκρατίας και των υποδομών της χώρας. 

Τη δεκαετία του 1950 η αμερικανική εξωτερική πολιτική βασιζόταν στο δόγμα της ανάσχεσης της σοβιετικής-κομμουνιστικής απειλής σε όλο τον πλανήτη. Ενα από πιο σημαντικά ψυχροπολεμικά επεισόδια αυτής της δεκαετίας, που θα σηματοδοτήσει αλλαγές στη στάση των δύο υπερδυνάμεων, είναι αναμφισβήτητα ο πόλεμος της Κορέας. Είναι χαρακτηριστικό ότι ο Αμερικανός πρόεδρος Τρούμαν στις 26 Ιουνίου του 1950 θεωρούσε ότι η Σοβιετική Ενωση θα επενέβαινε στη Μέση Ανατολή για να καλύψει μέσω των αποθεμάτων πετρελαίου τις υποχρεώσεις της στην Απω Ανατολή: «Η Κορέα είναι η Ελλάδα της Απω Ανατολής. Αν είμαστε αρκετά σκληροί τώρα, αν σταθούμε μπροστά τους όπως κάναμε στην Ελλάδα πριν από τρία χρόνια, δεν θα πάρουν τον έλεγχο ολόκληρης της Μέσης Ανατολής». Οταν ανέλαβε την εξουσία στις ΗΠΑ ο ήρωας του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου στρατηγός Ντουάιτ Αϊζενχάουερ, εκτός από την υιοθέτηση μιας σκληρής αντισοβιετικής ρητορικής, μαζί με τον υπουργό Εξωτερικών της κυβέρνησής του Ντάλες προέκριναν την τακτική μιας «ασύμμετρης απάντησης», την πολιτική New Look, όπως έχει μείνει γνωστή. Με δυο λόγια, οι ΗΠΑ θα ακολουθούσαν την πολιτική των «μαζικών αντιποίνων» στα σημεία που οι ίδιες θα επέλεγαν και χωρίς να υπάρχει όριο, γεγονός που άφηνε να εννοηθεί ότι θα μπορούσε να υπάρξει χρήση πυρηνικών όπλων. 

Τη συγκεκριμένη δεκαετία, εκτός από τον Πόλεμο στην Κορέα, ο θάνατος του Στάλιν και η ανάληψη της εξουσίας στην ΕΣΣΔ από τον Χρουστσόφ, η αποαποικιοποίηση με σημαντικότερα επεισόδια τον πόλεμο στην Ινδοκίνα, την κρίση στο Σουέζ –οι ΗΠΑ δεν ενέκριναν τη στάση της Μεγάλης Βρετανίας και της Γαλλίας–, τη στροφή του Νάσερ στη Σοβιετική Ενωση και το ξέσπασμα του γαλλοαλγερινού πολέμου, η εισβολή του σοβιετικού στρατού στην Ουγγαρία και η πολιτική κυριαρχία του Ντε Γκολ στη Γαλλία θα κληροδοτήσουν στην επόμενη κρίσιμη δεκαετία αυτό το πλέγμα σχέσεων που θα την κάνουν εκρηκτική. 

Οσον αφορά την Ελλάδα, στο εσωτερικό το αυταρχικό μετεμφυλιακό σύνταγμα του 1952, η άνοδος στην εξουσία του Κωνσταντίνου Καραμανλή το 1955 και το σημαντικό ποσοστό που απέσπασε η ΕΔΑ στις εκλογές του 1958 σε συνδυασμό με τις εξωκοινοβουλευτικές παρεμβάσεις του Παλατιού και ενός παρακράτους που είχε οικοδομηθεί στη διάρκεια του Εμφυλίου αποτελούν μαζί με την αμερικανική παρέμβαση τις βασικές πολιτικές παραμέτρους.

Στο σημείο αυτό αξίζει να αναφερθεί ότι το 1951 ο ΙΔΕΑ (Ιερός Δεσμός Ελλήνων Αξιωματικών) είχε αποπειραθεί να καταλάβει την εξουσία μετά τη δήλωση παραίτησης του Αλέξανδρου Παπάγου από το στράτευμα. Η οργάνωση, υπό την ανοχή των αντικομμουνιστικών μετεμφυλιακών κυβερνήσεων, δεν εξαρθρώθηκε και άρχισε να επεκτείνει τη δράση της μετά το 1958 λόγω της πολιτικής και εκλογικής ενίσχυσης της Αριστεράς. Εξάλλου, είχε ως ιδρυτικό σκοπό την αντιμετώπιση «τυχόν επαπειλούμενου κομμουνιστικού κινδύνου».  

Τότε ιδρύθηκε και το παρακλάδι της, η Εθνική Ενωσις Αξιωματικών (ΕΝΑ), με πρόεδρό της τον μετέπειτα δικτάτορα Γεώργιο Παπαδόπουλο, «ψυχή» και επίλεκτο στέλεχος του ΙΔΕΑ. Ο Παπαδόπουλος ήταν προϊόν συνεργασίας των αμερικανικών μυστικών υπηρεσιών και της ελληνικής Κεντρικής Υπηρεσίας Πληροφοριών (ΚΥΠ). Μάλιστα, στο πλαίσιο της πολιτικής της CIA και των αμερικανικών μυστικών υπηρεσιών για την επικράτηση έναντι της Σοβιετικής Ενωσης, ο Παπαδόπουλος ήταν ένας από τους Ελληνες που μαθήτευσαν στα Advanced Intelligence Centers στα σύνορα με κομμουνιστικές χώρες.

Στο εξωτερικό μέτωπο, η Ελλάδα, πέρα από την αμερικανική εξάρτηση και την αποστολή εκστρατευτικού σώματος στην Κορέα, το 1953 θα αποκαταστήσει τις σχέσεις της με τη Σοβιετική Ενωση και ο Καραμανλής θα επιδιώξει, έστω και δειλά στην ουσία, την προσέγγιση με τους κομμουνιστές γείτονες. Ωστόσο, είναι η περίοδος που θα οξυνθούν οι σχέσεις με την Τουρκία λόγω του Κυπριακού και των γεγονότων στην Κωνσταντινούπολη τον Σεπτέμβριο του 1955. Από την άλλη πλευρά, θα ξεκινήσουν οι διαπραγματεύσεις για τη Συμφωνία Σύνδεσης με την ΕΟΚ, που θα πραγματοποιηθεί στις αρχές της δεκαετίας του 1960. 

Ενδιαφέρον γεγονός αναφορικά με την εξωτερική πολιτική της Ελλάδας τη συγκεκριμένη χρονική περίοδο αποτελεί η στάση της στην κρίση του Σουέζ. Ελληνες πιλότοι αντικατέστησαν τους Βρετανούς προσφέροντας σημαντική βοήθεια στον Νάσερ, ενώ η Ελλάδα τον Αύγουστο του 1956 δεν παρέστη στη Διάσκεψη του Σουέζ στο Λονδίνο γιατί δεν παρέστη η Αίγυπτος. Αυτό θα δημιουργήσει μόνιμες καχυποψίες για τη γενική θέση της χώρας στις εξελίξεις στη Μέση Ανατολή. Πάντως η Ελλάδα χρησιμοποιείται από τις ΗΠΑ για τους στρατιωτικούς σκοπούς τους στη Μέση Ανατολή. Ο Γάλλος πρέσβης στην Αθήνα Pierre Charpentier σε τηλεγράφημά του προς το γαλλικό υπουργείο Εξωτερικών με ημερομηνία 11 Σεπτεμβρίου 1957 αναφέρει χαρακτηριστικά ότι «έχει σοβαρούς λόγους να πιστεύει ότι αμερικανικά αεροπλάνα Globemaster που μετέφεραν πολεμικό υλικό με κατεύθυνση την Ιορδανία έκαναν τις τελευταίες ημέρες στάσεις για “τεχνικούς” λόγους στην Αθήνα».

Τα τραγικά sixties

Στην αυγή του 1960 ο κόσμος πίστευε σε ένα καλύτερο μέλλον, παρά τον ανταγωνισμό στο πλαίσιο του Ψυχρού Πολέμου. Η περιοδολόγηση αυτής της δεκαετίας τόσο για τον κόσμο όσο και για την Ελλάδα, στη «σύντομη» βέβαια διάστασή της, θα μπορούσε να ακολουθήσει τη θητεία των ηγετών των δύο υπερδυνάμεων. Η πρώτη υποπερίοδος θα μπορούσε να είναι αυτή της συνύπαρξης Κένεντι – Χρουστσόφ (1961-63) που τελειώνει με τη δολοφονία του πρώτου τον Νοέμβριο του 1963, ενώ ο Χρουστσόφ θα παραμείνει στην εξουσία μέχρι τον Οκτώβριο του 1964. Η δεύτερη περίοδος σημαδεύεται από τη θητεία του Λίντον Τζόνσον: στην αρχή δεν θα παρεκκλίνει πολύ από την εξωτερική πολιτική Κένεντι, αλλά είναι αυτός που θα ξεκινήσει επίσημα τον πόλεμο στο Βιετνάμ. Στην αντίπερα όχθη, τα ηνία της ΕΣΣΔ θα αναλάβει ο σκληρός Λεονίντ Μπρέζνιεφ, επίσης εμβληματική φυσιογνωμία του Ψυχρού Πολέμου, διαφορετικής όμως αντίληψης από τον προκάτοχό του.  

Το τέλος της δεκαετίας –για την Ελλάδα έχει «τελειώσει» από το πραξικόπημα του 1967– θα βρει στο τιμόνι της δυτικής υπερδύναμης τον Ρίτσαρντ Νίξον και επιβλητική μορφή της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής τον Χένρι Κίσινγκερ.

Οταν ο πρόεδρος Αϊζενχάουερ αποχώρησε από τον Λευκό Οίκο προειδοποίησε την αμερικανική κοινή γνώμη για την πιθανή διαμόρφωση ενός «οικονομικού και στρατιωτικού συμπλέγματος» στη χώρα, με αφορμή τον Ψυχρό Πόλεμο, που θα μπορούσε να δημιουργήσει σοβαρούς κινδύνους για την παγκόσμια ειρήνη. Η έλευση του χαρισματικού Τζον Φίτζεραλντ Κένεντι γέμισε προσδοκίες για το μέλλον, αλλά μάλλον επιβεβαίωσε τον γηραιό στρατηγό και πρώην ένοικο του Λευκού Οίκου όσον αφορά το «εύθραυστο» της ειρήνης. Η κρίση του Οκτωβρίου του 1962 στην Κούβα οδήγησε τον πλανήτη στην κόψη του ξυραφιού. Οι δυο υπερδυνάμεις, με ηγέτες που δήλωναν υπέρ της «ειρηνικής συνύπαρξης», έφτασαν στα πρόθυρα πυρηνικού πολέμου. Είχε προηγηθεί η κατάληψη της εξουσίας στην Κούβα από τον Φιντέλ Κάστρο και η ύψωση του τείχους του Βερολίνου, γεγονότα που ενίσχυσαν την αντικομμουνιστική και αντισοβιετική υστερία στις ηγεσίες των δυτικών χωρών. Ο αντικομμουνισμός, ωστόσο, σε συνδυασμό με αυτό που ονομάζουμε «αμερικανοποίηση» της δυτικής Ευρώπης, θα οδηγήσει στην εμφάνιση ενός αντιαμερικανικού ρεύματος που θα εκφραστεί μέσα από πολιτικά και κοινωνικά κινήματα και θα ρίξει περισσότερο λάδι στη φωτιά για όσους επιδίωκαν σκλήρυνση της στάσης απέναντι στους «κόκκινους» και τους δυνάμει «κόκκινους». 

Η είσοδος νέων μελών στον ΟΗΕ το 1960 και η ίδρυση του Κινήματος των Αδεσμεύτων το 1961 αλλάζουν τα δεδομένα για τους σχεδιασμούς της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής. Η άνοδος, επίσης, του στρατηγού Ντε Γκολ στην εξουσία το 1958 και το κλείσιμο των μεγάλων μετώπων που κληρονόμησε ανησυχούν τις ΗΠΑ, οι οποίες έβλεπαν τη Γαλλία, όπως και τις άλλες χώρες της δυτικής Ευρώπης, ως τείχος ανάσχεσης της κομμουνιστικής απειλής. Ο Ντε Γκολ από την πλευρά του ήταν αποφασισμένος να επαναφέρει στο παγκόσμιο παιχνίδι ισορροπίας ισχύος τη Γαλλία ως μεγάλη δύναμη. Η πρώτη πυρηνική δοκιμή τo 1960 θα καταδείξει τη γαλλική αυτονομία στους πυρηνικούς πυραύλους από τους Αμερικανούς, απαντώντας με τον τρόπο αυτό στην απόρριψη που δέχτηκαν από ΗΠΑ και Βρετανία στην αναζήτηση για μια θέση στο διευθυντήριο του ΝΑΤΟ.

Ο Ντε Γκολ αντιδρά και απορρίπτει την προοπτική δημιουργίας Ατλαντικής Κοινότητας που προτείνουν οι Κένεντι και Τζόνσον, καθώς και την πρόταση για τη δημιουργία της Πολυμερούς Δύναμης (MLF). Αντιτίθεται δε με σθένος στην ένταξη της Βρετανίας στην ΕΟΚ, κάτι που ενοχλεί τους Αμερικανούς λόγω της ειδικής σχέσης τους (special relationship) με το Ηνωμένο Βασίλειο. Ο Ντε Γκολ εξοργίζει την ηγεσία των ΗΠΑ με την ιδέα του για Ενωμένη Ευρώπη «από τον Ατλαντικό ως τα Ουράλια», καθώς και με τη διεθνή του πολιτική, με την αναγνώριση της Κίνας το 1964 αλλά και με την επίσκεψη στην ΕΣΣΔ και την Καμπότζη το 1966. Την ίδια χρονιά θα δυναμιτίσει εντελώς τη σχέση του με τις ΗΠΑ αποσύροντας τη Γαλλία από το στρατιωτικό σκέλος του ΝΑΤΟ. Γι’ αυτό και θα ενοχληθεί ο Λίντον Τζόνσον, εκφράζοντας με τον πλέον απαράδεκτο τρόπο, όπως φαίνεται στην αρχή του κειμένου μας, την αντίληψή του για την εξάρτηση της χώρας μας από τις ΗΠΑ, όταν ο Γ. Παπανδρέου έκανε στάση στο Παρίσι για να συμβουλευτεί τον Ντε Γκολ μετά το ταξίδι του στις ΗΠΑ.   

Οι ΗΠΑ στη διάρκεια της δεκαετίας του 1960 και υπό το βάρος των αποτυχιών στον πόλεμο του Βιετνάμ σκληραίνουν ολοένα και περισσότερο τη στάση τους στα σημεία του πλανήτη όπου μπορούσαν να παρέμβουν. Η ενθάρρυνση, ο σχεδιασμός και η υποστήριξη, κυρίως στα τέλη της δεκαετίας του 1960 και στις αρχές του 1970, πραξικοπημάτων και εγκαθίδρυσης δικτατορικών καθεστώτων στον Τρίτο Κόσμο και τη Λατινική Αμερική θα μπορούσαν να θεωρηθούν σύμπτωμα της ταυτόχρονης φοβικής αντιμετώπισης και της ιμπεριαλιστικής πολιτικής σε αυτήν τη φάση του Ψυχρού Πολέμου. Στις ίδιες τις ΗΠΑ και παγκοσμίως, σε συνέχεια όσων προαναφέρθηκαν, το κίνημα αμφισβήτησης της επίσημης αμερικανικής πολιτικής θα προσλάβει μεγάλες διαστάσεις και εξ αντανακλάσεως θα φοβίσει εξίσου τους περιφερειακούς και τοπικούς θεματοφύλακες της αμερικανικής και αντικομμουνιστικής πολιτικής, οδηγώντας τους σε υπονόμευση και κατάλυση της δημοκρατίας, όπως συνέβη στην Ελλάδα με το απριλιανό πραξικόπημα. Η εμφάνιση μαρξιστικών οργανώσεων στη δυτική Ευρώπη και το ειρηνιστικό κίνημα στη Δύση γενικότερα, με αποκορύφωμα τις κινητοποιήσεις και τις διαδηλώσεις κατά του πολέμου του Βιετνάμ, γεννούσαν φόβους για κίνδυνο εξάπλωσης του «ιού» και χρησιμοποιούνταν ως αφορμή για ακόμη περισσότερο αυταρχισμό και επεμβάσεις. Στις ΗΠΑ οι διαδηλώσεις ξεκίνησαν στα μέσα της δεκαετίας του 1960, περίοδος που αυξάνεται ο αντιαμερικανισμός.

Η ΕΣΣΔ, από την άλλη πλευρά, με την έλευση του Μπρέζνιεφ στην εξουσία επιλέγει τη στρατηγική της «συντηρητικής» διεθνούς δύναμης, εκμεταλλευόμενη παράλληλα την αποτυχία της αμερικανικής πολιτικής, πετυχαίνοντας μεγαλύτερη διείσδυσή στις χώρες του Τρίτου Κόσμου. Ωστόσο, και η ίδια μετρά απώλειες από τον ευρύτερο συνασπισμό της, ενώ αμφισβητείται από συμπαθούντες στον δυτικό κόσμο λόγω των επεμβάσεων ισχύος, όπως, για παράδειγμα, η εισβολή των στρατευμάτων του Συμφώνου της Βαρσοβίας στην Τσεχοσλοβακία τον Αύγουστο του 1968.  

Η πρόκληση της Μέσης Ανατολής

Εχει γραφτεί, χωρίς εντούτοις να τεκμηριώνεται από τα αρχεία που μέχρι τώρα έχουν δει το φως της δημοσιότητας, ότι μια από τις βασικές αιτίες για την επιβολή της χούντας στην Ελλάδα από τους Αμερικανούς ήταν η αραβοϊσραηλινή διαμάχη. Το ξέσπασμα του Πολέμου των Εξι Ημερών τον Ιούνιο του 1967 έδωσε τροφή σε αυτά τα σενάρια. Οι υπερασπιστές της άποψης αυτής υποστηρίζουν ότι ένα αυταρχικό και άκρως αμερικανόφιλο καθεστώς στην Ελλάδα θα επέτρεπε στις ΗΠΑ να χρησιμοποιήσουν χωρίς προσκόμματα τον ελληνικό εναέριο χώρο για τον ανεφοδιασμό του Ισραήλ. Οι ΗΠΑ, πάντως, αλλάζουν άρδην τη στάση τους απέναντι στο χουντικό καθεστώς της Αθήνας μετά τον Πόλεμο των Εξι Ημερών. Ο Αμερικανός υπουργός Εξωτερικών Ντιν Ρασκ, που ήταν επιλογή Κένεντι από το 1961, στο υπόμνημά του προς τον πρόεδρο Τζόνσον με ημερομηνία 21 Ιουλίου 1967 και τίτλο «Εξομάλυνση των σχέσεων ΗΠΑ – Ελλάδας» αναφέρει χαρακτηριστικά: «Από το στρατιωτικό πραξικόπημα του Απριλίου έχουμε σταματήσει την παράδοση ορισμένων βαρέων όπλων στην Ελλάδα και είμαστε αρκετά ψυχροί στις σχέσεις μας με την κυβέρνηση, προκειμένου όχι μόνο να δείξουμε την αποδοκιμασία μας για τον τρόπο με τον οποίο η χούντα κατέλαβε την εξουσία, αλλά και για να ενθαρρύνουμε κάποια σταδιακή επιστροφή σε πιο συνταγματικές διαδικασίες.

Πιστεύουμε όμως τώρα ότι αυτή η τακτική δεν είναι πλέον χρήσιμη και αν συνεχιστεί μπορεί να αποβεί αναποτελεσματική... Στην Ελλάδα έχουμε πολλές διευκολύνσεις. Η αξία τους έχει αυξηθεί μετά τον αραβοϊσραηλινό πόλεμο. Αυτός ο πόλεμος υπογράμμισε τη σημασία της Ελλάδας (μαζί με τη σημασία της Τουρκίας και του Ιράν) για τα αμερικανικά συμφέροντα... Η Ελλάδα είναι σπουδαία για τις ΗΠΑ με δεδομένες τις αβεβαιότητες στη Μέση Ανατολή και τη σοβιετική διείσδυση στην περιοχή». 

Βέβαια, όλα αυτά δεν είχαν προλάβει να συμβούν μέσα σε δύο μήνες. Η ενίσχυση του κύρους του Νάσερ μετά την κρίση στο Σουέζ το 1956, η δημιουργία της βραχύβιας Ηνωμένης Αραβικής Δημοκρατίας από την Αίγυπτο και τη Συρία, η αλλαγή καθεστώτων σε πολλές αραβικές χώρες και η σταθερή προμήθεια οπλισμού του αραβικού κόσμου από την ΕΣΣΔ είχαν δημιουργήσει ανακατατάξεις στην ευαίσθητη αυτή περιοχή και αναπροσανατολισμούς στην εξωτερική πολιτική τόσο των δύο υπερδυνάμεων όσο και των πρώην αποικιοκρατικών δυνάμεων. Η αποαποικιοποίηση φάνηκε ότι έδωσε μια καθαρή ευκαιρία στη Σοβιετική Ενωση για μεγαλύτερη διείσδυση σε περιοχές εκτός της κεντρικής και της ανατολικής Ευρώπης.

Για τον αραβικό κόσμο αλλά και την κοινή γνώμη του δυτικού κόσμου και ιδιαίτερα την ευρωπαϊκή, η αμερικανική πολιτική στην περιοχή της Μέσης Ανατολής ταυτιζόταν με την υπεράσπιση των συμφερόντων του Ισραήλ, αφού οι αντίπαλοί του είχαν «κλείσει το μάτι», αν δεν είχαν γείρει, προς τη Σοβιετική Ενωση. Οι Αμερικανοί ιθύνοντες καθ’ όλη τη δεκαετία του 1960 θεωρούν ως προκεχωρημένα φυλάκια υπεράσπισης των συμφερόντων τους στη Μέση Ανατολή την Ελλάδα, την Τουρκία και την Κύπρο, εξαιτίας της οποίας δημιουργείται ρήγμα στις μεταξύ τους σχέσεις. Το Κυπριακό είτε αυτόνομα είτε ως τμήμα των ελληνοτουρκικών σχέσεων συνδέεται άρρηκτα με τα γεγονότα που οδήγησαν στη δικτατορία του 1967. 

Το τρίγωνο Ελλάδας – Τουρκίας – Κύπρου

Για τις ΗΠΑ η Ελλάδα, η Τουρκία και η Κύπρος αποτελούσαν τμήμα της Εγγύς Ανατολής και οι στρατιωτικές σχέσεις που είχαν αναπτύξει μαζί τους συνιστούσαν μέρος της αμερικανικής πολιτικής ανάσχεσης στην περιοχή. Στη διάρκεια της δεκαετίας του 1960 δύο ήταν οι βασικές απειλές για την αμερικανική πολιτική στην Ελλάδα: η διαμάχη μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας για το Κυπριακό και η εκλογή του Γεωργίου Παπανδρέου στην πρωθυπουργία το 1963. Ενδεχόμενος πόλεμος ανάμεσα στην Ελλάδα και την Τουρκία θα «ζημίωνε σημαντικά συμφέροντα των ΗΠΑ σε αυτές τις χώρες, θα εξασθένιζε το ΝΑΤΟ και θα παρουσίαζε ευκαιρίες προς εκμετάλλευση στους Σοβιετικούς».

Οι Συμφωνίες Ζυρίχης – Λονδίνου (1959-60), μετά τα όσα είχαν λάβει χώρα και είχαν πυροδοτήσει την έκρηξη του κυπριακού ζητήματος από τα μέσα της δεκαετίας του 1950, αποτέλεσαν προσωρινή «εκεχειρία», με δεδομένη όμως την ύπαρξη ενός ανεξάρτητου κράτους. Η ελληνική πλευρά, χωρίς να πανηγυρίζει, φαινόταν συγκρατημένα αισιόδοξη για τις εξελίξεις, με απώτερο σκοπό την ένωση. Ο αρχιεπίσκοπος Μακάριος, από την πλευρά του, στο πλαίσιο της πολυδιάστατης εξωτερικής πολιτικής που ήθελε να εφαρμόσει συμμετέχει από την πρώτη στιγμή στο Κίνημα των Αδεσμεύτων και πιέζει προς όλες τις κατευθύνσεις. Σε σημείωμα της Διεύθυνσης Νότιας Ευρώπης του γαλλικού υπουργείου Εξωτερικών με ημερομηνία 15 Ιανουαρίου 1961 σχετικά με τις ελληνογαλλικές σχέσεις αναφέρεται ότι «ο Ελληνας αντιπρόσωπος στη συζήτηση για το αλγερινό ζήτημα στο πλαίσιο του ΟΗΕ απέδειξε την αλλαγή στάσης της κυβέρνησής του (προφανώς υπέρ της Γαλλίας). Χωρίς αμφιβολία το κυπριακό ζήτημα δεν ήταν στην πρώτη γραμμή και δεν υπήρχε ανάγκη στήριξης από το σοβιετικό μπλοκ και τις αραβικές χώρες. Ωστόσο, υπήρξε μεταβολή που εκφράστηκε τόσο χαρακτηριστικά με αφορμή ένα κείμενο που παρουσίασε η κυπριακή αντιπροσωπεία και καθώς ο Ελληνας αντιπρόσωπος δέχθηκε ασφυκτικές πιέσεις από την πλευρά της Γιουγκοσλαβίας και πολλών αραβικών χωρών». 

Ο Αμερικανός πρόεδρος Κένεντι ενθαρρύνει τον Μακάριο να παίξει κατευναστικό ρόλο μέσα στο κίνημα. Ωστόσο, η κρίση του 1963, με αφορμή την αναθεώρηση άρθρων του κυπριακού συντάγματος που επιδίωξε ο Μακάριος, πυροδοτεί νέες δυσάρεστες εξελίξεις και κάνει εμφανή την έλλειψη βιώσιμης στρατηγικής για το Κυπριακό σύμφωνα με το διεθνές δίκαιο και την ιστορία του νησιού. Η κρίση του 1963 μεταβάλλει το Κυπριακό από αποικιακό σε εθνοτικό, διακρατικό/ελληνοτουρκικό και κυρίως διεθνές ψυχροπολεμικό πρόβλημα. Ο ΗΠΑ θέλουν να διασφαλίσουν τα συμφέροντά τους στην περιοχή και να αποτρέψουν την περαιτέρω διείσδυση στον αραβικό κόσμο. Ο πρόεδρος Τζόνσον, που προωθούσε το ανεδαφικό και ανιστόρητο Σχέδιο Ατσεσον θέλοντας να πιέσει την Ελλάδα και την Τουρκία, επεμβαίνει τον Ιούνιο με μια πολύ σκληρή επιστολή στον Τούρκο πρωθυπουργό Ισμέτ Ινονού και αποτρέπει τουρκική επέμβαση. Στα τέλη Αυγούστου ο Μακάριος συναντιέται με τον Νάσερ στο Κάιρο, κάτι που προκαλεί την αντίδραση της Τουρκίας, η οποία επανεκτιμά τις σχέσεις της με τις ΗΠΑ και το ΝΑΤΟ.

Η πολιτική της δυτικής υπερδύναμης απέναντι στην Ελλάδα και την Τουρκία εκφραζόταν σαν μην υπήρχε μεταξύ τους ανταγωνισμός για τα συμφέροντα στην περιοχή. Οι ίδιες αυτές χώρες στο πλαίσιο του ΝΑΤΟ παρουσίαζαν σημεία σύγκλισης, κυρίως ως προς τη σημασία τους για τα συμφέροντα της Βορειοατλαντικής Συμμαχίας στην περιοχή, προκειμένου να εξασφαλίσουν τη μεγαλύτερη δυνατή βοήθεια.

Η Τουρκία στρέφεται προς τη Σοβιετική Ενωση σε συνδυασμό με την ανάληψη της εξουσίας από τον Μπρέζνιεφ. Στις 21 Ιανουαρίου του 1965 ο υπουργός Εξωτερικών της ΕΣΣΔ αναγνώρισε ισότιμα δικαιώματα των δύο εθνικών κοινοτήτων και τάχθηκε υπέρ της δημιουργίας ομοσπονδίας. Την ίδια χρονιά οι Τούρκοι ζήτησαν από τις ΗΠΑ να σταματήσουν να χρησιμοποιούν τις τουρκικές βάσεις για αναγνωριστικές πτήσεις πάνω από σοβιετικές περιοχές. Το 1970 η Τουρκία δέχεται σημαντική οικονομική βοήθεια από τη Μόσχα, εκτός Συμφώνου Βαρσοβίας.

Οι ελληνοαμερικανικές σχέσεις και το πραξικόπημα

Η αλλαγή στον Λευκό Οίκο λόγω της δολοφονίας Κένεντι έφερε σταδιακά αλλαγή και στην αμερικανική εξωτερική πολιτική. Από την ήπια μορφή ισχύος περάσαμε στη στρατιωτική, κάτι που θα φανεί με την έναρξη του πολέμου του Βιετνάμ. Η Ελλάδα ταξινομήθηκε ως «ευπαθής» («καχεκτική», σύμφωνα με τον εξαιρετικά εύστοχο όρο του Ηλία Νικολακόπουλου) δημοκρατία. Η πολιτική των ΗΠΑ την περίοδο της πολιτικής κρίσης 1965-67 στηρίχθηκε καθαρά σε δύο εξωκοινοβουλευτικούς θεσμούς: το Παλάτι και τις ένοπλες δυνάμεις. Και οι δύο αυτοί θεσμοί χρησιμοποίησαν το αμερικανικής εμπνεύσεως επιχείρημα της κομμουνιστικής απειλής για να οργανώσουν ή να αποδεχτούν την κατάλυση της δημοκρατίας. Θα μπορούσαμε να θεωρήσουμε ως βασικές αιτίες που καθόρισαν την αμερικανική πολιτική στην Ελλάδα και σχετίζονται με το πραξικόπημα τη γεωστρατηγική θέση της Ελλάδας, που θα παρείχε διευκολύνσεις στις αμερικανικές δυνάμεις και στο ενδεχόμενο αραβοϊσραηλινού πολέμου, την ένταξη της Κύπρου στον δυτικό συνασπισμό, τη συμφωνία για τις βάσεις και το ολοένα αυξανόμενο αντιαμερικανικό κλίμα στη χώρα.

Η άνοδος στην εξουσία του Γεωργίου Παπανδρέου και ο ρόλος του γιου του, Ανδρέα, που θα συνδεθεί με το Κυπριακό (υπόθεση ΑΣΠΙΔΑ), καθώς και η ενίσχυση της Αριστεράς, παρά την πτώση της ΕΔΑ στις εκλογές του 1961, του 1963 και του 1964, φοβίζουν τους Αμερικανούς, το Παλάτι, το παρακράτος και τις ακραίες δυνάμεις μέσα στο στράτευμα, που ένιωθαν άχρηστες λόγω της διεθνούς ύφεσης. Οι κινητοποιήσεις της περιόδου 1960-67 απέναντι στις παθογένειες της «καχεκτικής» δημοκρατίας θα οδηγήσουν σε μια «πραγματική διαδικασία μεταστροφής του πολιτικού σκηνικού προς τα αριστερά». Αυτό όμως δεν μπορούσαν να το ανεχτούν οι Αμερικανοί. Εξάλλου γιατί εκπαίδευαν, χρηματοδοτούσαν και συνεργάζονταν με στελέχη όπως ο Γεώργιος Παπαδόπουλος και ο Νικόλαος Μακαρέζος; 

Το πραξικόπημα, σύμφωνα με τα στοιχεία που έχουν βγει στην επιφάνεια, προκάλεσε σύγχυση στην Ουάσινγκτον. Σίγουρα υπήρχε ενημέρωση για τις κινήσεις που σχεδίαζαν οι στρατηγοί εν γνώσει του βασιλιά Κωνσταντίνου Β΄. Το βιβλίο του Αμερικανού διπλωμάτη στην πρεσβεία στην Αθήνα τις μέρες του πραξικοπήματος Ρόμπερτ Κίλι μαρτυρά ότι, έστω κι αν δεν γνώριζαν για την κίνηση των συνταγματαρχών, είχαν δώσει εμμέσως πλην σαφώς το πράσινο φως για το πραξικόπημα του βασιλιά. Οι ΗΠΑ το επόμενο διάστημα, όπως προαναφέρθηκε, στηρίζουν απροκάλυπτα το καθεστώς, αλλά η στρατηγική της υποστήριξης αυταρχικών καθεστώτων αμφισβητείται όσο και ο πόλεμος στο Βιετνάμ.

Το πραξικόπημα της 21ης Απριλίου στην Ελλάδα αποτέλεσε ένα ακόμη τραγικό επεισόδιο του Ψυχρού Πολέμου, όπως ο προάγγελός του, τα Δεκεμβριανά του 1944, που καταδίκασαν μια ολόκληρη χώρα στον αυταρχισμό και ένα κομμάτι της κοινωνίας, ήδη ταλαιπωρημένο στα μετεμφυλιακά χρόνια, στις φυλακίσεις, στα βασανιστήρια, στην εξορία, ακόμη και στον θάνατο, χωρίς την περιβόητη «κομμουνιστική απειλή»... 

* Ο Δημήτρης Στεμπίλης, είναι δημοσιογράφος, MSc Σύγχρονης Ιστορίας και Διεθνών Σχέσεων

** Περιοδικό HOT DOC HISTORY #011, 15 Απριλίου 2017, Δικτατορία 1967: Ποιοι την έκαναν - Ποιοι την υποκίνησαν 

To koutipandoras.gr θεωρεί δικαίωμα του κάθε αναγνώστη να εκφράζει ελεύθερα τις απόψεις του. Ωστόσο, τονίζουμε ρητά ότι δεν υιοθετούμε τις απόψεις αυτές καθώς εκφράζουν τον εκάστοτε χρήστη και μόνο αυτόν. Παρακαλούμε πολύ να είστε ευπρεπείς στις εκφράσεις σας. Τα σχόλια με ύβρεις θα διαγράφονται, ενώ οι χρήστες που προκαλούν ή υβρίζουν θα αποκλείονται.