Πώς "γεννήθηκε" το "Ζ" του Βασίλη Βασιλικού (αφηγείται ο ίδιος)

cover
NewsRoom 04/09/2014 | 18:36

Τι υπάρχει στο «πριν» κάθε συγγραφέα, κάθε ποιητή; Σαν αναγνώστες βρισκόμαστε πάντα στο «μετά», στη στιγμή που «περπατάει» το έργο του κάθε λογοτέχνη. Τη στιγμή που κατεβάζουμε το βιβλίο από το ράφι και το ξεσκονίζουμε, ο δημιουργός «ξεσκονίζει» τις σκέψεις του, τις προσλαμβάνουσες και τα ερεθίσματα που θα οδηγήσουν το χέρι του στο χαρτί για να γράψει κάτι καινούριο. Η διαδικασία ίσως είναι επίπονη και κοπιαστική πνευματικά για τον ίδιο, όμως θέλουμε να συμμετάσχουμε. Το διάβασμα είναι απόλαυση, αλλά τι ήταν αυτό που άναψε τη σπίθα για να πάρει φωτιά η πένα και να «ζωντανέψει» η λευκή σελίδα; Ποια ήταν η αφορμή για να «γεννηθούν» τα μεγάλα έργα της παγκόσμιας λογοτεχνίας; Ψάχνουμε, βρίσκουμε και απαντάμε.

βασίλης βασιλικός

Πώς «γεννήθηκε» το «Ζ» του Βασίλη Βασιλικού

Το ερώτημά μας δεν θα μπορούσε να έχει καλύτερη απάντηση από αυτή του δημιουργού του. Ο «πατέρας» του βιβλίου, Βασίλης Βασιλικός, δέχτηκε να αποκαλύψει τι ήταν αυτό που τον ώθησε να γράψει αυτό το σπουδαίο μυθιστόρημα. Να μας γράψει για την ιστορία του. Τον ευχαριστούμε θερμά.

«Ήταν η εποχή της δημοκρατικής άνοιξης του Γεωργίου Παπανδρέου-παππού. Κυρίως στην Παιδεία (με τον Ευάγγελο Παπανούτσο, Γεν. Γραμματέα του Υπουργείου), στις Τέχνες και τα Γράμματα. Εγώ συνοδοιπορούσα με την Αριστερά χωρίς κομματική ταυτότητα. Το έγκλημα είχε γίνει δίπλα από το πατρικό μου σπίτι, στη Θεσσαλονίκη. Διακόσια μέτρα απόσταση… Δεν είχα όμως σκοπό να γράψω ένα βιβλίο.

Το έναυσμα, την ώθηση, το σπρώξιμο μού το έδωσε ο φίλος μου και καθοδηγητής μου, εκ των κορυφαίων στελεχών της ανανεωτικής ΕΔΑ, Δημήτρης Δεσποτίδης. Ήταν ο άνθρωπος που μου με ενέπνεε. Ό,τι μου ζητούσε να γράψω (μάνες πολιτικών κρατουμένων, σκουπιδότοπος, κτλ.) το εκτελούσα με χαρά και πάθος. Όλα τα κείμενα αυτά υπάρχουν στο βιβλίο μου “Εκτός των Τειχών”. Μέσα στο ίδιο βιβλίο υπάρχουν και τα πρώτα κείμενα για τον Λαμπράκη. Καθώς και το σενάριο του ντοκιμαντέρ “100 ώρες του Μάη” των Δήμου Θέου-Φώτου Λαμπρινού..

Στο μεταξύ τρεις δημοσιογράφοι ο Γιάννης Βούλτεψης από την “Αυγή”, ο Γιώργος Ρωμαίος από το “Βήμα” και ο Γιώργος Μπέρτσος από την “Ελευθερία” του Πάνου Κόκκα εξυφαίναν προσεκτικά τον μίτο της Αριάδνης στο σκοτεινό λαβύρινθο του παρακράτους.

Τα παρακολουθούσα όλα, είχα ανέβει κι εγώ στη Θεσσαλονίκη για επιτόπια έρευνα στη γειτονιά μου, ώσπου μια μέρα ο ίδιος ο Δημήτρης Δεσποτίδης μού έφερε με ένα καμιονάκι και ξεφόρτωσε σπίτι μου περίπου σαράντα κούτες με το φωτοτυπημένο προανακριτικό υλικό. (Άκρως απόρρητο τότε και τώρα. Υπάρχει ωστόσο κατατεθειμένο στα αρχεία μου που βρίσκονται στο Πανεπιστήμιο της Βοστώνης, μαζί με τα αρχεία του Άρθουρ Μίλερ, της Οριάνας Φαλάτσι, του Τέννεσυ Ουίλλιαμς και δεκάδων άλλων συγγραφέων του πλανήτη.) Το πώς το απέκτησε δεν τον ρώτησα ποτέ. Δεν θέλησα ποτέ να το μάθω. Ήταν το δώρο εξ ουρανού για έναν που ήθελε να γράψει για τη δολοφονία του Λαμπράκη. Και βυθίστηκα μέσα σε αυτό.

Ξενέρισα μετά από δύο χρόνια. Μα το βιβλίο δεν μπορούσα να το ξεκινήσω. Ωρίμαζε μέσα μου, αλλά το “κλικ” δεν γινόταν. Το κλειδί της αφήγησης δεν το είχα βρει.

Έτσι, απολογούμενος στον φίλο μου έγραψα την “Απολογία του Ζ”, χωρίς φυσικά τότε να τη δημοσιεύσω. (Είδε το φως της δημοσιότητας 10 χρόνια μετά, το 1975, όταν έπεσε η χούντα.)

Ωστόσο, άνοιξη του 1966 έγινε επιτέλους το “κλικ”. Βρήκα την πρώτη φράση του βιβλίου. Και οι 500 σελίδες που ακολούθησαν κύλησαν σαν νεράκι. Και το βιβλίο έπεσε στο χώμα σαν υπερώριμο ροδάκινο που παραλίγο να σαπίσει.

Η πρώτη έκδοση έγινε Νοέμβριο του ’66. Και το πρώτο μέρος του πρωτοδημοσιεύτηκε σε έξι συνέχειες, στο μόνο εβδομαδιαίο περιοδικό της εποχής, μαζί με τις φιλελεύθερες “Εικόνες” της Ελένης Βλάχου, στον “Ταχυδρόμο” του Γιώργου και της Λένας Σαββίδη. Η κυκλοφορία τού περιοδικού ανέβηκε κατακόρυφα. Κι εγώ μια μέρα στο γήπεδο της Τούμπας (έπαιζε Άρης-Μακεδονικός κι ήμουν οπαδός του δεύτερου) βλέπω στην κάτω από μένα κερκίδα κάποιον να διαβάζει με πάθος χωρίς να παρακολουθεί το μάτς. Ώσπου βάζει γκολ ο “Άρης” κι ο φίλος του τον σκουντά με ενθουσιασμό “ρε συ”, του λέει” σταμάτα να διαβάζεις Βάλαμε γκολ και δεν το πήρες είδηση.” Τότε έσκυψα κι εγώ από περιέργεια να δω τι διάβαζε και ανακάλυψα ότι ήταν στην 4η συνέχεια του “Ζ” από τον “Ταχυδρόμο”.

Στην πρώτη μου συνέντευξη στην ερώτηση του δημοσιογράφου “ τι σας έκανε να το γράψετε;” απάντησα θρασύτητα “για να επηρεάσω τους δικαστές”. (Η δίκη ακόμα συνεχιζόταν.) Στην παρατήρηση φίλου “καλά αυτά τα ξέρουμε από τις εφημερίδες, γιατί έγραψες ολόκληρο βιβλίο;”, η απάντησή μου ήταν , “ναι, εμείς τα ξέρουμε, αλλά πού θα τα βρεί κανείς σε 30 χρόνια;”

Τέλος, στους αριστερούς άλλων χωρών που με ρωτούσαν όταν κυκλοφόρησε στη χώρα τους γιατί επιμένω τόσο πολύ πάνω σε ένα άτομο και όχι σε ένα κίνημα λαού, απαντούσα πώς ο σοσιαλιστικός ρεαλισμός μού ήταν κάτι ξένο. Ο ποιητικός λυρισμός με εξέφραζε καλύτερα.

Κι όταν ο συνομιλητής μου ήταν καλοπροαίρετος ανέλυα βαθύτερα τον προβληματισμό μου: μέσα από το Ζ ήθελα να δείξω την ιεραρχία της εξάρτησης. Τον μικροπωλητή που για να έχει άδεια για τον πάγκο του εξαρτάται από την χωροφυλακή, η χωροφυλακή που εξαρτάται από την πολιτική ηγεσία της, η πολιτική ηγεσία που εξαρτάται από το Παλάτι (την ανωτάτη εξουσία τότε), το Παλάτι που εξαρτάται από τα ξένα συμφέροντα κ.τ.λ.

Τέλος, το 1969 βγαίνει στις οθόνες η περίφημη ταινία του Κώστα Γαβρά, που απαλείφει τα αυστηρά ελλαδικά στοιχεία και κάνει το θέμα του παγκόσμιο, με την έννοια ότι κάθε χώρα είχε ένα δικό της Λαμπράκη. Ο Πατρίς Λουμούμπα στην Αφρική, ο Τζων Φιτζέραλντ Κέννεντυ στις ΗΠΑ, ο στρατηγός Ντελ Γκράντο στην Ισπανία, ο Μπεν Μπαρκά στη Γαλλία, ο Μάλκομ Χ στην Αμερική, κτλ, κτλ. 

Αυτά τα λίγα για την ιστορία του βιβλίου».

Επιμέλεια: Αλέξανδρος Στεργιόπουλος 

Αναδημοσίευση από το toperiodiko.gr