Πόλεις της σιωπής και συλλογικό τραύμα

Ο Θωμάς Σίδερης, ο οποίος έγραψε το κείμενο του ιστορικού περιπάτου «Λιπάσματα project», συμπυκνώνει την ιστορία των προσφυγικών οικισμών στον Πειραιά.

Θωμάς Σίδερης 11/10/2019 | 11:58

Οι πρόσφυγες τοποθετήθηκαν σε απόσταση ασφαλείας από τα οικιστικά κέντρα των πόλεων και ειδικά για τον Πειραιά σε περιοχές άγονες, αφιλόξενες, ελώδεις. Οι προσφυγικές παραγκουπόλεις γειτνιάζουν με εργοστάσια και αυτό δεν είναι καθόλου τυχαίο: οι κάτοικοί τους θα χρησιμοποιηθούν από τη δεκαετία του 1920 ως φτηνά εργατικά χέρια στο εργοστάσιο Λιπασμάτων, το Γυαλάδικο και στις υπόλοιπες βιομηχανικές μονάδες της Δραπετσώνας, στο εργοστάσιο Καχραμάνογλου στα Ταμπούρια, στα κεραμοποιεία της Κοκκινιάς, στο εργοστάσιο Απόλλων στου Ρέντη και στα δεκάδες ταπητουργεία.

Οι πρόσφυγες προσπαθούν να φτιάξουν μέσα από τα κομμάτια τους το σκηνικό της νέας ζωής τους. Με υλικά τα κουρέλια, τον τσίγκο, τις λαμαρίνες, τις σανίδες και το πισσόχαρτο ανασυνθέτουν από την αρχή τη γειτονιά τους. Μια γειτονιά που ερήμωσε ξαφνικά στην παλιά πατρίδα και μια καινούργια γειτονιά που γεννιέται και απλώνεται σε μια νέα πατρίδα. Μια γειτονιά όπου η σιωπή και ο λυγμός μετατρέπονται γρήγορα σε φωνές και γέλια.

Οι αυλές και η συνάντηση των ιδιωτικοτήτων

Στην πραγματικότητα πρόκειται για «πόλεις της σιωπής», όπως τις αποκαλούσε ο Γκράμσι, πόλεις-δορυφόρους που δημιουργήθηκαν μέσα και γύρω από μια κεντρική πόλη, τον Πειραιά. Γιατί όμως πόλεις της σιωπής; Γιατί υπήρχε μια ένοχη σιωπή από όλους σε σχέση με τον προσφυγικό πληθυσμό. Αυτή η ένοχη σιωπή λειτούργησε υποδόρια για χρόνια κάτω από το μένος των προσφύγων αλλά και τη δυσφορία του λαϊκού εργατικού πληθυσμού που προϋπήρχε σε αυτές τις περιοχές.

Η σιδηροδρομική γραμμή που κατέληγε στον λεγόμενο Σταθμό Λαρίσης, στην αποβάθρα του λιμανιού στον Αγιο Διονύση, αποτελούσε το σύνορο δύο κόσμων: από τη μια ο αστικός πληθυσμός του κέντρου του Πειραιά και από την άλλη ο προσφυγικός πληθυσμός των ελών και των εργοστασίων. Το σύνορο αυτό δεν χαράχτηκε διόλου τυχαία. Οι πρόσφυγες έπρεπε πάση θυσία να μείνουν μακριά από τα κέντρα λήψης των αποφάσεων και ταυτόχρονα να διατηρήσουν μια σχετική αυτονομία, ώστε να απορροφώνται οι σχετικοί κοινωνικοί κραδασμοί και οι αναμενόμενες εντάσεις. Αυτή η σχετική αυτονομία δεν έχει να κάνει τόσο με τη χωρητικότητα –τον τόπο δηλαδή εγκατάστασης των προσφύγων και την πληθυσμιακή πύκνωση των περιοχών– όσο με τις ίδιες τις αντιλήψεις των οποίων είναι φορείς. Γιατί μπορεί οι πρόσφυγες να άφηναν πίσω τους ανθρώπους τους, τα σπίτια και την περιουσία τους, «κουβαλούσαν» όμως στις νέες πατρίδες αντιλήψεις και στάσεις ζωής.

Οι πρόσφυγες είχαν διαφορετική αντίληψη και ως προς τον ορισμό της ιδιωτικής ζωής και του ιδιωτικού χώρου. Ακόμη κι όταν ο συνοικισμός είναι ένα συνονθύλευμα από παράγκες ή αργότερα όταν μεγαλώνει –μετά την παράδοση των πρώτων κατοικιών από την Επιτροπή Αποκατάστασης–, οι κοινόχρηστες αυλές έχουν τον πρώτο λόγο. Οχι ως οικοδομική ή πολεοδομική λύση αλλά ως ζωτικός χώρος. Η προσφυγική κατοικία εκτείνεται στην κοινόχρηστη αυλή, εκεί όπου συναντιούνται και διασταυρώνονται οι ιδιωτικότητες. Πρόκειται όμως για μια απροσδόκητη συνάντηση, μια συνάντηση-ύμνο στη ζωή και την ανθρωπιά. Μια καινούργια μεγάλη γειτονιά ανατέλλει σε μια Ελλάδα παλιά, χρεοκοπημένη και προδομένη.

Η εξωστρέφεια των προσφύγων

Ωστόσο το τραύμα του ξεριζωμού θα τους ακολουθεί για πάντα. Θα επηρεάσει αργότερα τόσο τη διαμόρφωση της προσφυγικής μνήμης όσο και τη συγκρότηση της ιδιαίτερης προσφυγικής ταυτότητας. Οταν περιγράφουν την τραυματική εμπειρία τους αποστασιοποιούνται, είναι σαν να περιγράφουν την εμπειρία κάποιου άλλου. Λόγω της διαμεσολάβησης και της χρονικής απόστασης από τα γεγονότα το τραύμα αυτό θα μοιάζει σαν μια ανοιχτή πληγή πέρα και έξω από τους πρόσφυγες. Η ανάμνηση του βιωμένου πόνου θα φτάνει έως αυτούς από μια άλλη διάσταση, από έναν άλλο χωροχρόνο.

Μέσω της αίσθησης του «συνανήκειν» δημιουργείται μια φαντασιακή κοινότητα των προσφύγων, οι οποίοι κινούνται σ’ έναν δικό τους χώρο συγκεκριμένο, με τους δικούς τους συλλόγους, τον δικό τους Τύπο, τις δικές τους εκδόσεις, τις δικές τους εκδηλώσεις. Η ιδεολογία του προσφυγισμού και το πώς μέσα από αυτή βλέπουν τον ντόπιο πληθυσμό βοηθούν τους πρόσφυγες στη συγκρότηση της δικής τους ταυτότητας. Ετσι λοιπόν η προσφυγική ταυτότητα γίνεται ιδιαίτερη ταυτότητα, ένας σημαντικός παράγοντας ενσωμάτωσης που φέρνει κοινωνική ισορροπία.

Μόνο όταν οι πρόσφυγες συνειδητοποιήσουν ότι το «εκεί» δεν υπάρχει και αυτό που τους έχει απομείνει πια είναι το «εδώ» θα δείξουν τον πραγματικό εαυτό τους: θα οργανώσουν γρήγορα τις κοινότητές τους και θα εκδηλώσουν με κάθε τρόπο και κάθε μέσο τη δημιουργικότητά τους. Υπό αυτό το πρίσμα όχι μόνο δεν υποκύπτουν στις πιέσεις, στα ρατσιστικά φαινόμενα και τα αρνητικά στερεότυπα που δέχονται, αλλά λειτουργούν σαν πηγές ενέργειας με συνεχή ανατροφοδότηση. Κοινωνούν τον τρόπο σκέψης τους στους προλετάριους και στα λαϊκά στρώματα της περιφέρειας του Πειραιά, έτσι ώστε πολύ σύντομα όλος ο πληθυσμός πια αποκτά ξεχωριστή δυναμική. Η εξωστρέφεια των προσφύγων, οι επικοινωνιακές σχέσεις τους, η αλληλεγγύη που δείχνουν, τα κοινωνικά δίκτυα που οικοδομούν, οι κοινές αυλές και η κοινότητα των συναισθημάτων τους είναι μερικά μόνο από τα στοιχεία που συνθέτουν τη βάση πάνω στην οποία εδράζεται και αναπτύσσεται αυτή η δημιουργικότητα. Από το 1930 και μετά συνειδητοποιούν ότι η άγκυρα που έριξαν στην Ελλάδα βρίσκεται σε βαθιά νερά. Η φιγούρα του Ελευθέριου Βενιζέλου υποχωρεί στη σκιά και παύει να είναι «ο πολιτικός της καρδιάς τους».

- Ο Θωμάς Σίδερης είναι δημοσιογράφος, δημιουργός ντοκιμαντέρ και εργάζεται στην ΕΡΤ. Είναι υποψήφιος διδάκτωρ Ανθρωπογεωγραφίας και μέλος της Διεθνούς Ακαδημίας Κοινωνικών Επιστημών. 

- To άρθρο δημοσιεύτηκε στο Docville της εφημερίδας Documento

To koutipandoras.gr θεωρεί δικαίωμα του κάθε αναγνώστη να εκφράζει ελεύθερα τις απόψεις του. Ωστόσο, τονίζουμε ρητά ότι δεν υιοθετούμε τις απόψεις αυτές καθώς εκφράζουν τον εκάστοτε χρήστη και μόνο αυτόν. Παρακαλούμε πολύ να είστε ευπρεπείς στις εκφράσεις σας. Τα σχόλια με ύβρεις θα διαγράφονται, ενώ οι χρήστες που προκαλούν ή υβρίζουν θα αποκλείονται.