Ποιους δεν χωράει το «Όλη η Ελλάδα ένας Πολιτισμός»;

Εδώ και δύο χρόνια ο κεντρικός άξονας των πολιτιστικών δράσεων του Υπουργείου Πολιτισμού συνοψίζεται στη ρήση «Όλη η Ελλάδα ένας Πολιτισμός». 

Γιώργος Αγγελόπουλος 19/10/2021 | 14:52

Η υπονοούμενη ταύτιση του πολιτισμού με το κράτος είναι προβληματική, η χρήση του ενικού αριθμού δηλώνει μια ηγεμονική ουσιοκρατία αναλλοίωτη στον χρόνο («ένας πολιτισμός»). Οι αντιλήψεις αυτές έχουν ιστορικό βάθος τόσο στην Ελλάδα όσο και σε άλλα νεωτερικά κράτη. Συνάδουν με σιωπές που επιβλήθηκαν από τα μέσα του 19ου αιώνα σε όποιες τοπικές πολιτισμικές εκφάνσεις θεωρήθηκε ότι δεν υπηρετούσαν το εθνικό πρόταγμα.

Ένα πρόταγμα που στην ελληνική περίπτωση περιορίζονταν από τις αναπαραστάσεις της κλασσικής αρχαιότητας και της Ορθόδοξης Χριστιανοσύνης. Το ότι αυτές οι αναπαραστάσεις είχαν μικρή σχέση με την πραγματικότητες της κλασσικής αρχαιότητας και της Ορθόδοξης Χριστιανοσύνης είναι μια άλλη υπόθεση… Οι πολιτικές του πολιτισμού έφτασαν σε ακραία μέτρα απαγόρευσης και καταστολής ειδικά στις περιόδους της Μεταξικής δικτατορίας, του μετεμφυλιακού κράτους και της Χούντας. Οι αντιλήψεις του 19ου αιώνα περί μοναδικών και ομοιογενών εθνικών πολιτισμών και η απόδοση εθνικών χαρακτηριστικών στις γλώσσες οδήγησε στην ταύτιση της σλαβοφωνίας με τους «κομμουνιστοσυμμορίτες», της βλαχοφωνίας με τους «ρουμανίζοντες», στην αμηχανία για τα λαντίνο της εβραϊκής κοινότητας της Θεσσαλονίκης, στη σιωπή για τα αρβανίτικα και στον φόβο της τουρκοφωνίας γηγενών της Θράκης και προσφύγων του 1922. Τα κοινωνικά και πολιτικά αδιέξοδα στα οποία οδηγηθήκαμε είναι γνωστά. Από τη μεταπολίτευση ξεκινά μια προσπάθεια απενοχοποίησης των τοπικών πολιτισμών και αποδέσμευσης της όποιας ντοπιολαλιάς από εθνικούς χαρακτηρισμούς.

Η αποδοχή του ότι οι άνθρωποι μπορεί να μοιράζονται επικοινωνιακά εργαλεία, τόπους και τρόπους λατρείας, φορεσιές, χορούς, μουσικές, διατροφικές πρακτικές, συμβολικές αντιλήψεις και μορφές οργάνωσης του χώρου χωρίς να ανήκουν στο ίδιο έθνος τίθεται ως διακύβευμα στη μεταπολίτευση. Ένα διακύβευμα που σίγουρα έχει κενά και αντιφάσεις. Παρότι με διαφορετικές αφετηρίες, οι αριστερές αναγνώσεις του πολιτισμού και του έθνους και οι φιλελεύθερες πολιτικές ταυτότητας της δεκαετίας του 1970 συνέβαλαν στο εν λόγω διακύβευμα. Η ακαδημαϊκή δουλειά σε αυτά τα ζητήματα προχώρησε χωρίς τα ταμπού του παρελθόντος και ενισχύθηκε από κύκλους ερευνητών που ανέπτυξαν έντονη δημόσια παρουσία (π.χ. Κέντρο Ερευνών Μειονοτικών Ομάδων). Η όποια πρόοδος δεν ήταν χωρίς αντιστάσεις. Εθνικιστικές οργανώσεις προσπάθησαν βίαια να διαλύσουν επιστημονικά συνέδρια, Έλληνες και ξένοι ερευνητές στοχοποιήθηκαν για τις απόψεις τους από «πατριώτες» δημοσιογράφους και πολιτευτές, ακαδημαϊκές δράσεις απειλήθηκαν από ακροδεξιούς πυρήνες. Παρόλα αυτά, τις τελευταίες δύο δεκαετίες αποφύγαμε τη δημόσια εμπλοκή κρατικών θεσμών στην κατεύθυνση λογοκρισίας και περιορισμού ερευνητικών δράσεων στον χώρο του πολιτισμού.

Τα πρόσφατα γεγονότα ακύρωσης ερευνητικού έργου του Υπουργείου Πολιτισμού από την ίδια την υπουργό κ. Μενδώνη αλλά και οι «πατριωτικές» παρεμβάσεις στο Λαογραφικό και Εθνολογικό Μουσείο Μακεδονίας – Θράκης συνιστούν εκδοχές ενός νέου τοπίου όπου ο νεοφιλελευθερισμός συναντά την ακροδεξιά. Με Υπουργική Απόφαση της κ. Μενδώνη ακυρώθηκε η έγκριση επιχορήγηση της δράσης της Εταιρίας Μελέτης του Πολιτισμού των Βλάχων για τη «δημιουργία ψηφιακής βάσης δεδομένων μνημείων του λόγου των Ελλήνων Βλάχων». Επισημαίνεται ότι η δράση αυτή αξιολογήθηκε από τέσσερις καθηγητές πανεπιστημίου και δύο στελέχη του υπουργείου Πολιτισμού στις πρώτες θέσεις μεταξύ των 107 προτάσεων που κατατέθηκαν στο Υπουργείο Πολιτισμού και έλαβε τον Ιούλιο έγκριση χρηματοδότησης βάσει Υπουργικής Απόφασης με υπογραφή της κ. Μενδώνη.  Στις 24 Σεπτεμβρίου ο επικεφαλής ερευνητής ενημερώθηκε με ηλεκτρονικό μήνυμα ότι «σύμφωνα με την “ορθή επανάληψη” της Υπουργικής Απόφασης… δεν εγκρίνεται η επιχορήγηση της δράσης…». Λίγες μέρες αργότερα μάθαμε για την παραίτηση 11 εκ των 14 μελών του Διοικητικού Συμβουλίου του Λαογραφικού και Εθνολογικού Μουσείου Μακεδονίας – Θράκης. Μεταξύ αυτών υπάρχουν έξη καθηγητές από το Πανεπιστήμια Μακεδονίας, Ιωαννίνων, Θράκης και Θεσσαλίας.

Όπως καταγγέλλουν οι παραιτηθέντες, «οι αποφάσεις και το έργο του Δ.Σ. υπονομεύτηκαν συστηματικά από προϋπάρχουσες ομαδώσεις μέσα στο χώρο του Λ.Ε.Μ.Μ.Θ. με κομματικές και ιδεολογικές διασυνδέσεις, που διεκδικούν για τον εαυτό τους ρόλο θεματοφυλάκων “πατριωτισμού”. Επικαλούμενοι-ες προσχηματικά τον «εθνικό χαρακτήρα» του Μουσείου, αναλαμβάνουν ρόλο επικυρωτή των φρονημάτων ατόμων και θεσμών και κατηγοριοποιούν πρόσωπα και δράσεις σε “πατριωτικές” και “μη πατριωτικές”…». Οι πρακτικές αυτές συνάδουν με την πολιτική εργαλειοποίησης του πολιτισμού στην οποία πρωτοστατεί η κ. Μενδώνη και το δεξιό άκρο της ΝΔ. Ας θυμηθούμε ότι οι ανασκαφές στην Αμφίπολη υπήρξαν σημαντικές καθώς σε μια προεκλογική περίοδο αξιοποιήθηκαν από τα φιλοκυβερνητικά ΜΜΕ για να δημιουργηθεί η προσμονή εύρεσης του «τάφου του Μέγα Αλέξανδρου». Από την άλλη, ένας από τους λόγους που τα πλούσια ευρήματα της Ρωμαϊκής – Βυζαντινής μέσης οδού στο μετρό της Θεσσαλονίκης θεωρούνται αναλώσιμα συνδέεται με το ότι δεν εγείρουν το εθνικό φαντασιακό. Η εργαλειοποίηση όμως απαιτεί την οριοθέτηση του αμιγώς «πατριωτικού» πολιτισμικά χώρου.

Ο κίνδυνος που προκύπτει από τη σύζευξη νεοφιλελευθερισμού και ακροδεξιάς δεν αφορά μόνο τους πρόσφυγες και τους μετανάστες. Επεκτείνεται σε ότι θεωρείται ότι δεν χωράει στο «όλη η Ελλάδα, ένας πολιτισμός». Κάπου εκεί η μελέτη του πολιτισμού των Βλάχων προσλαμβάνεται ως απρεπής και στις δράσεις ενός λαογραφικού μουσείου παρεμβαίνει ο αυτόκλητος λογοκριτής. Όλα αυτά παράγουν ή/και επανανοηματοδοτούν ετερότητες λειτουργώντας διαλυτικά για το ανήκειν σε ένα πλουραλιστικό έθνος κράτος. Οι αποκλεισμοί που δημιουργούνται είναι πολλαπλώς επικίνδυνοι. Η χώρα εκτίθεται διεθνώς καθώς παρουσιάζεται ως η γκροτέσκο «βαλκανική» επιτομή. Το χειρότερο είναι ότι όλοι όσοι στιγματίζονται ως η εξαίρεση από τον εθνικό κορμό θα πρέπει να αποδείξουν ότι «δεν είναι ελέφαντες» ή θα αναζητήσουν ατραπούς συγκρότησης της ταυτότητάς τους πέρα από την ελληνικότητα. Με ευθύνη της συντηρητικής παράταξης ο τόπος μας τα έχει ξαναζήσει αυτά και βίωσε τις συνέπειες. Δεν χρειάζεται να τα επαναλάβουμε, τα έχουμε εμπεδώσει...

*Ο Γιώργος Αγγελόπουλος διδάσκει στο Α.Π.Θ.

Πηγή: tvxs.gr