«Γιατί -λέει- θα καίγαμε την πόλη με τον ήλιο που κρύβαμε» - Τα πιο ωραία ποιήματα για το Πολυτεχνείο

Η εξέγερση του Πολυτεχνείου, τον Νοέμβριο του 1973, ήταν η κορυφαία αντιδικτατορική εκδήλωση και σημάδεψε με τη δυναμική και την παρακαταθήκη που άφησε τη σύγχρονη ελληνική ιστορία.

NewsRoom 15/11/2021 | 13:43

Τις ταραγμένες μέρες που ακολούθησαν τα γεγονότα, οι ποιητές έγραψαν για αυτές τις σημαντικές στιγμές, όπως τις είδαν, όπως τις ερμήνευσαν, όπως τις βίωσαν.

Το τρέμουλο της φωνής στο «Εδώ Πολυτεχνείο», η λαϊκή συμπαράσταση, οι πρώτοι νεκροί.

Όσα χρόνια και αν περάσουν, οι στίχοι αυτοί θα μένουν χαραγμένοι στο μυαλό και τη μνήμη, στις συνειδήσεις και τις καρδιές.

Μανώλης Αναγνωστάκης, Φοβάμαι

Φοβάμαι τους ανθρώπους που εφτά χρόνια έκαναν πως δεν είχαν πάρει χαμπάρι

και μια ωραία πρωία –μεσούντος κάποιου Ιουλίου–

βγήκαν στις πλατείες με σημαιάκια κραυγάζοντας

«Δώστε τη χούντα στο λαό».

Φοβάμαι τους ανθρώπους που με καταλερωμένη τη φωλιά

πασχίζουν τώρα να βρουν λεκέδες στη δική σου.

Φοβάμαι τους ανθρώπους που σου 'κλειναν την πόρτα

μην τυχόν και τους δώσεις κουπόνια και τώρα τους βλέπεις στο Πολυτεχνείο

να καταθέτουν γαρίφαλα και να δακρύζουν.

Φοβάμαι τους ανθρώπους που γέμιζαν τις ταβέρνες και τα 'σπαζαν στα μπουζούκια

κάθε βράδυ και τώρα τα ξανασπάζουν όταν τους πιάνει το μεράκι της Φαραντούρη

και έχουν και «απόψεις».

Φοβάμαι τους ανθρώπους

που άλλαζαν πεζοδρόμιο όταν σε συναντούσαν και τώρα σε λοιδορούν γιατί, λέει, δεν βαδίζεις στον ίσιο δρόμο.

Φοβάμαι, φοβάμαι πολλούς ανθρώπους.

Φέτος φοβήθηκα ακόμα περισσότερο.

Το ποίημα «Φοβάμαι» γράφτηκε τον Νοέμβρη του 1983 και δημοσιεύτηκε στην εφημ. Αυγή.

Γιάννης Ρίτσος - 16 και 17 Νοέμβρη 1973

Ωραία παιδιά, με τα μεγάλα μάτια σαν εκκλησίες χωρίς στασίδια.

Ωραία παιδιά, δικά μας, με τη μεγάλη θλίψη των αντρείων,

Αψήφιστοι, όρθιοι στα προπύλαια, στον πέτρινο αέρα,

Έτοιμο χέρι, έτοιμο μάτι, - πως μεγαλώνει το μπόι, το βήμα και η παλάμη του ανθρώπου;

17 Νοεμβρίου

Βαρειά σιωπή, διάτρητη απ’ τους πυροβολισμούς,

πικρή πολιτεία,

αίμα, φωτιά, η πεσμένη πόρτα, ο καπνός, το ξύδι-

ποιος θα πει: περιμένω απ’ το μέσα μαύρο;

Μικροί σκοινοβάτες με τα μεγάλα παπούτσια

μ΄ έναν επίδεσμο φωτιά στο κούτελο

κόκκινο σύρμα, κόκκινο πουλί,

και το μοναχικό σκυλί στ’ αποκλεισμένα προάστια

ενώ χαράζει η χλωμότερη μέρα πίσω

απ’ τα καπνισμένα αγάλματα

κι ακούγεται ακόμη η τελευταία κραυγή διαλυμένη

στις λεωφόρους.

Πάνω απ’ τα τανκς, μέσα στους σκόρπιους πυροβολισμούς

πώς μπορείτε λοιπόν να κοιμάστε;

Λουκάς Θεοδωρακόπουλος, Ο εκφωνητής

Δεν θα ξεχάσουμε ποτέ τη φωνή σου

γενναίο παιδί:

Εδώ Πολυτεχνείο!

Εδώ Πολυτεχνείο!

Σας μιλάει ο σταθμός

των ελεύθερων αγωνιζόμενων φοιτητών

των ελεύθερων αγωνιζόμενων Ελλήνων!

Είχες βραχνιάσει να μιλάς με τις ώρες

μα πιο πολύ ήταν το πάθος που ράγιζε

το πυρωμένο μέταλλο της φωνής σου

γεμίζοντας τους αιθέρες μ' ανατριχίλες και δάκρυα.

Κι ο πλανταγμένος λαός συσπειρωμένος

μισός στους δρόμους και μισός στα σπίτια

ρουφούσε λαίμαργα το τραύλισμα της λευτεριάς

που σπαρταρούσε μέσα στο στήθος σου

κι αγωνιούσε και παθαίνονταν κι έκανε

προσευχές, Χριστέ μου, να μη σωπάσεις.

Γιατί χρόνια και χρόνια σ' αυτό τον τόπο

είναι στη μοίρα του ν' ακούει αυτό το τραύλισμα

που δεν προφταίνει να γίνει φωνή

που δεν προφταίνει να γίνει φθόγγος

και μουσική αναστάσιμη.

Γιατί χρόνια και χρόνια

στην κρίσιμη στιγμή

τα δολερά χέρια των τυράννων

υπογράφουν το διάταγμα της σιγής σου.

Νικηφόρος Βρεττάκος

Μικρός τύμβος

(17 Νοεμβρίου 1973)

Δίχως τουφέκι και σπαθί, με το ήλιο στο μέτωπο,

υπήρξατε ήρωες και ποιητές μαζί. Είστε το Ποίημα.

Απλώνοντας το χέρι μου δεν φτάνει ως εκεί

που ωραία λουλούδια τις μορφές σας

Λιτανεύει ο αέρας της αρετής. Ω παιδιά μου,

Μπροστά σ’ αυτό το ποίημα μετράει μόνο η σιωπή.

Σπύρος Κατσίμης - Μας ξάφνιασε η νύχτα

Το πρωί διασχίζαμε τους δρόμους

με τα σχολικά μας βιβλία

Τη νύχτα συνεχίζαμε τη ζωή της ημέρας,

φυλάγοντας τον ήλιο. Οι φοιτήτριες

χόρευαν και τραγουδούσαν.

Έτσι μας χαρακτήρισαν συνωμότες.

Στο Μεγάλο Σχολείο μάς ξάφνιασε ηνύχτα

με τόσους βαριά τραυματισμένους γύρω μας,

χωρίς γάζες, οξυγόνο,

χωρίς φάρμακα, γιατρό, ασθενοφόρα.

Μια ριπή πολυβόλου τραυματίζει το φως.

Στα υπνοδωμάτια των παιδικών μας χρόνων

με το εικόνισμα της Παναγιάς ποιός ονειρεύεται

ειρηνικές παρελάσεις;

Μας κυνηγούσαν στα ερημικά πάρκα και τις παρόδους,

γιατί -λέει- θα καίγαμε την πόλη

με τον ήλιο που κρύβαμε.

Από τη συλλογή Οι ρήτορες (Διογένης, 1974).