Το «πλυντήριο» με τα βρόμικα χέρια

Η επιχείρηση πολιτικής εξόντωσης του Λούλα μέσω καταδίκης γύρισε μπούμερανγκ σε επίπεδο ηθικής για τον Μπολσονάρο

Θανάσης Καραμπάτσος 22/10/2019 | 09:02

Ηταν 9 του περασμένου Ιουνίου όταν ο αχός από τις ευρωεκλογές και την επικείμενη μάχη των εθνικών εκλογών σκέπασε μια αποκάλυψη που έγινε χιλιόμετρα μακριά μας, στο άλλο ημισφαίριο. Ο βραβευμένος δημοσιογράφος Γκλεν Γκρίνγουολντ και ο δημοσιογραφικός και ερευνητικός ιστότοπος The Intercept, που έχει έδρα τη Βραζιλία, έβγαζαν στη φόρα μια σειρά συνομιλιών στο Telegram μεταξύ του προέδρου του δικαστηρίου που καταδίκασε τον πρώην πρόεδρο Λούλα για διαφθορά και του ομοσπονδιακού εισαγγελέα Ντέλταν Νταλανιόλ.

Προκλήθηκε πολιτικός σεισμός για τις κάθε άλλο παρά αθώες συνομιλίες, που υποδείκνυαν τρόπους, έδιναν στοιχεία και επικροτούσαν τακτικές ή επέβαλλαν άλλες στη δικάσιμο. Ενας δικαστικός που δικάζει από την έδρα την υπόθεση καθοδηγεί τον εισαγγελέα στην έρευνα προκειμένου να καταλήξει σε καταδίκη. Και μάλιστα εγείρονται εξαρχής αμφιβολίες για την ισχύ, για το πόσο «δεμένο» είναι το κατηγορητήριο απέναντι σε έναν πολιτικό. Το κλειδί για την όλη επιχείρηση ήταν ο Λούλα.

Ενας πρώην πρόεδρος, ακόμη λαοφιλής παρά τα σκάνδαλα που συντάραξαν το κόμμα του, το Κόμμα των Εργατών (PT), εμπόδιο για την «αλλαγή» στη Βραζιλία, παρέμενε ισχυρός. Το παράδειγμα έδινε η Ιταλία της δεκαετίας του 1990, όταν η επιχείρηση «Καθαρά χέρια» των Ιταλών δικαστικών σάρωσε το πολιτικό σύστημα της χώρας, εξαφανίζοντας παραδοσιακά κόμματα που ήταν βουτηγμένα στη διαφθορά, όπως το Χριστιανοδημοκρατικό και το Σοσιαλιστικό, φέρνοντας στην κεντρική σκηνή ως πρωταγωνιστές νέους πολιτικούς παίκτες όπως ο επιχειρηματίας Μπερλουσκόνι και η αποσχιστική – ξενοφοβική Λέγκα του Βορρά. Η σπίλωση του ονόματος του πρώην προέδρου ήταν ο βαθύτερος σκοπός ώστε να ανοίξει ο δρόμος σε ακροδεξιούς «μεσσίες» τύπου Μπολσονάρο. Και η ευκαιρία δόθηκε.

Στιγμιότυπο από τη δίκη του Λούλα ντα Σίλβα

ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ «ΠΛΥΝΤΗΡΙΟ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ»

Αν και στελέχη του PT είχαν εμπλακεί σε σκάνδαλα, το όνομα του Λούλα δεν φαινόταν να είχε κάποια διασύνδεση με αυτά. Ο δικαστής Μόρου, που το 2014 είχε την ευθύνη της έρευνας για τη μεγαλύτερη υπόθεση διαφθοράς και από το 2000 είχε καταγράψει σε άρθρο του ότι μιμείται την ιταλική επιχείρηση, κατάφερε να βάλει στο κάδρο τον πρώην πρόεδρο μαζί με επιχειρηματίες και εκατοντάδες άλλα άτομα το 2016. Εν μέσω πολιτικών δολοπλοκιών και μυστικών συμφωνιών, σε μια επιχείρηση με την κωδική ονομασία «Αλήθεια» – συνήθιζε να τις ονοματίζει όλες– και έχοντας καλέσει τις κάμερες των τηλεοπτικών σταθμών, συλλαμβάνει τον Λούλα. Η κατηγορία ήταν ότι αποδέχτηκε ένα διαμέρισμα που του παραχώρησαν σε παραθαλάσσια πόλη παρότι δεν διέθετε κανέναν τίτλο ιδιοκτησίας.

Ο δικαστής δεν πτοήθηκε και, όπως αναδείχτηκε από τις συνομιλίες που διέρρευσαν μέσω του Intercept, στην ουσία ενορχήστρωσε την καταδίκη. Μετά τη σύλληψή του και ενώ τα τηλεφωνά του ήταν υπό παρακολούθηση με εντολή του Μόρου, ο Λούλα επιχείρησε να διαφύγει με θεσμική ντρίμπλα, συζητώντας τηλεφωνικά με την τότε πρόεδρο και προστατευόμενή του Ντίλμα Ρούσεφ τον διορισμό του ως προέδρου του υπουργικού συμβουλίου, καθώς αυτόματα θα αποκτούσε δικαστική ασυλία.

Οταν ο Μόρου δημοσιοποίησε τις συνδιαλέξεις πολύς κόσμος βγήκε στους δρόμους ζητώντας κάθαρση. Η δημοτικότητα του πρώην προέδρου έπεφτε, αν και υποστηρικτές του είχαν βγει στον δρόμο. Η συμβολή του Λούλα στον εκσυγχρονισμό της κοινωνίας, στην ανύψωση των μεσαίων στρωμάτων και τη βελτίωση των συνθηκών διαβίωσης των ασθενέστερων έδινε στον πρώην πρόεδρο ευρεία κοινωνική απήχηση, αλλά πλέον κατέρρεε. Ο στόχος των αντιπάλων του επιτεύχθηκε: όντας στη φυλακή μετά την καταδίκη του, πλέον δεν μπορούσε να κατεβεί στις εκλογές και ένας πολύ σοβαρός αντίπαλος του Μπολσονάρο βγήκε εκτός μάχης. Γι’ αυτό και ο Μόρου, ο οποίος στο μεταξύ απέκτησε λαϊκό έρεισμα ως αδιάφθορος επειδή καταδίκασε έναν ισχυρό πολιτικό, «επιβραβεύτηκε» με τη θέση του υπουργού Δικαιοσύνης στην κυβέρνηση του Μπολσονάρο.

O Λούλα ντα Σίλβα απευθύνεται σε υποστηρικτές του

Η ΚΑΤΑΔΙΚΗ

Στις συνομιλίες που αποκάλυψε αρχικά το Intercept μεταξύ προέδρου του δικαστηρίου και εισαγγελέα εμφανίζονται συστάσεις να αντιστραφεί η σειρά δύο σχεδιασμένων φάσεων της δίκης, ο Μόρου ρωτά ρητορικά τον Νταλανιόλ αν έχει περάσει αρκετός καιρός που δεν έχει ξεκινήσει νέα επιχείρηση στο πλαίσιο του «Πλυντηρίου αυτοκινήτων», ενώ αναφέρεται και σε επικριτικές δηλώσεις του PT και αν θα έπρεπε «να απαντήσουμε» (σε πρώτο πληθυντικό παρακαλώ!). Σε άλλο σημείο, στις 7 Δεκεμβρίου 2015, ο Μόρου παρεμβαίνει δίνοντας μια πηγή η οποία δεν θέλει να καταθέσει, αλλά όπως λέει στον εισαγγελέα ο πρόεδρος: «Το πρόσωπο αυτό θα είναι πρόθυμο να παράσχει τις πληροφορίες» και καταλήγει ότι η πηγή είναι «σοβαρή», για να ευχαριστήσει ασμένως ο Νταλανιόλ. Η ειρωνεία είναι, όπως αναφέρει το Intercept, ότι ο εισαγγελέας εξέδωσε βιβλίο το 2017 στο οποίο αναφέρεται στην «αμεροληψία» του Μόρου κατά τη διάρκεια της εκδίκασης της υπόθεσης Λούλα!

Σε άλλη συνομιλία, στις 9 Σεπτεμβρίου 2016, ο Νταλανιόλ εξέθετε την έκδηλη αγωνία του για τη σύνδεση μεταξύ της πετρελαϊκής εταιρείας –στο κατηγορητήριο της διαφθοράς περιλαμβανόταν η δωροδοκία για την εξασφάλιση συμβολαίων με την κρατική πετρελαϊκή εταιρεία– και του πλουτισμού, σημειώνοντας ότι γι’ αυτά τα ζητήματα χρειάζεται «να έχουμε ατράνταχτες απαντήσεις». Η κατηγορία της δωροδοκίας αφορούσε την αποδοχή 355 εκατ. δολαρίων από την Petrobras και την κατασκευαστική OAS και ο εισαγγελέας σημείωνε στον πρόεδρο ότι πολύς κόσμος δεν καταλαβαίνει γιατί ονομάτισαν τον πρώην πρόεδρο ως τον αρχηγό που παίρνει το 1,5 εκατ. από αυτά. Ο Μόρου απάντησε δύο μέρες μετά: «Αναμφίβολα οι επικρίσεις στην παρουσίασή σου είναι υπερβολικές. Μείνε αμετακίνητος». Μ’ αυτά και μ’ αυτά, τον επόμενο χρόνο, το 2017, ο πρώην πρόεδρος καταδικάστηκε σε φυλάκιση ενιάμισι ετών και στο εφετείο η ποινή αυξήθηκε ομόφωνα σε δώδεκα χρόνια και έναν μήνα. Ο πρόεδρος του εφετείου σε συνέντευξή του χαρακτήρισε τον Μόρου «δίκαιο και αμερόληπτο», ενώ ένας από τους τρεις εφέτες στην έδρα ήταν παλιός φίλος και συμμαθητής του νυν υπουργού Δικαιοσύνης Μόρου.

Τόσο αμερόληπτα «καθάριζαν» την υπόθεση οι πολιτικοί αντίπαλοι του Λούλα για να εκλεγεί ο Μπολσονάρο, ώσπου εμφανίστηκαν οι αποκαλύψεις του Intercept για να κλονίσουν αυτές τις παραδοχές και οι συνήγοροι του πρώην προέδρου να μιλήσουν για συνωμοσία.

Στις 12 του περασμένου Ιουνίου ο ερευνητικός ιστότοπος δημοσίευσε και άλλη συνομιλία, αποκαλύπτοντας μυστικό ραντεβού του Νταλανιόλ με μέλος του ανώτατου δικαστηρίου με θέμα την υποστήριξή του έναντι άλλου μέλους του ίδιου δικαστηρίου. Ο Μόρου αντεπιτέθηκε μιλώντας για παρερμηνείες στις δημοσιευμένες συνομιλίες και πιθανή πλαστότητα των μηνυμάτων. Μετά τις νέες αποκαλύψεις για τις απαράδεκτες και παράνομες ανταλλαγές μηνυμάτων μεταξύ του προέδρου και του εισαγγελέα της δίκης ο υπουργός Δικαιοσύνης κατέθεσε δύο φορές στο Κογκρέσο αρνούμενος κάθε παρατυπία, επιτέθηκε στον Γκρίνγουολντ κατηγορώντας τον για πλεκτάνη, ενώ μιλώντας για παράνομα αποκτηθέντα στοιχεία τα οποία υποκλάπηκαν από χάκερ, τα χαρακτήρισε αλλοιωμένα και αναληθή και συμπλήρωσε ότι η δημοσιοποίησή τους ίσως βλάψει άλλες υποθέσεις που ακόμη εκκρεμούν. Ο αγαπημένος δικαστικός της χώρας, που απήγγειλε κατηγορίες και καταδίκασε επιχειρηματίες και τον Λούλα, άρχισε να γκρεμίζεται από το βάθρο του διώκτη της διαφθοράς.

Ο πρώην πρόεδρος πλέον μπορεί να ασκήσει έφεση –οι δικαστικές αρχές είχαν οργανώσει ολόκληρη επιχείρηση ώστε να μην μπορεί να ακουστεί ο λόγος του από το κελί, παρόλο που οπαδοί του ξημεροβραδιάζονται έξω από τη φυλακή τραγουδώντας, καλημερίζοντας και καληνυχτίζοντάς τον εν χορώ–, αποδείχτηκε ότι ποτέ δεν είχε αποκτήσει τίτλο ιδιοκτησίας της επίμαχης παραθαλάσσιας κατοικίας, ενώ για το ράντσο για το οποίο τον κατηγορούν ότι του ανήκει ο ίδιος διατείνεται πως ανήκει σε φίλο του. Στην υπόθεση είχαν αναμειχθεί οι αμερικανικές αρχές καθώς σημαντικό ρόλο στην καταδίκη του Λούλα είχαν και οι ΗΠΑ.

ΑΝΑΤΡΟΠΗ ΚΑΙ ΠΕΝΑΛΤΙ

Τον Μόρου έδειξε για τις παρατυπίες στη δίκη και το συντηρητικό περιοδικό «Veja», φουντώνοντας το κύμα δυσαρέσκειας και τις φωνές που ζητούν την παραίτηση του υπουργού Δικαιοσύνης. Το περιοδικό, που συνεργάζεται με το Intercept, σημείωνε ότι οιερευνητές του ανέλυσαν σχεδόν 650.000 μηνύματα που πήραν από τον ερευνητικό ιστότοπο και κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι οι γραπτές συνομιλίες Μόρου – Νταλανιόλ είναι απολύτως αληθείς.

Ο «αμερόληπτος» δικαστής ήταν φανερό ότι κατέληξε στην απόφασή του και ενορχήστρωσε την ακροαματική διαδικασία έχοντας σαφή πολιτικά ελατήρια. «Υπερέβη τον ρόλο του» κατέληξε η ετυμηγορία των ερευνητών, κλείνοντας –όπως φαίνεται– τον δρόμο του Μόρου προς το Ανώτατο Δικαστήριο, όπως του είχε υποσχεθεί ο Μπολσονάρο εφόσον χήρευε μια θέση. Ο Μόρου πάντως είχε το όραμα να είναι αυτός και οι δικαστικοί όπως αυτός ρυθμιστές των πολιτικών εξελίξεων. Από τη θέση του υπουργού Δικαιοσύνης επιχειρούσε να πείσει το Κογκρέσο ώστε όσοι ερευνούν υποθέσεις διαφθοράς να λάβουν διευρυμένες εξουσίες…

Στις 7 Ιουλίου, ημέρα που διεξάγονταν οι εθνικές εκλογές στην Ελλάδα, ο Μπολσονάρο έκανε δημόσια εμφάνιση με τον δικό του άνθρωπο, τον δικαστή υπουργό Μόρου, στον τελικό του Κόπα Αμέρικα που διεξαγόταν στο γήπεδο Μαρακανά. Εκεί μέρος της κερκίδας τον γιουχάρισε και κάποιοι τον επευφημούσαν. Δύσκολοι καιροί για καλοθελητές… 

* Περιοδικό Hot Doc #190, «Βρόμικες Πολιτικές», 20/10/2019

To koutipandoras.gr θεωρεί δικαίωμα του κάθε αναγνώστη να εκφράζει ελεύθερα τις απόψεις του. Ωστόσο, τονίζουμε ρητά ότι δεν υιοθετούμε τις απόψεις αυτές καθώς εκφράζουν τον εκάστοτε χρήστη και μόνο αυτόν. Παρακαλούμε πολύ να είστε ευπρεπείς στις εκφράσεις σας. Τα σχόλια με ύβρεις θα διαγράφονται, ενώ οι χρήστες που προκαλούν ή υβρίζουν θα αποκλείονται.