Λήτης: «Πιστεύω στην Παναγία την Εικοσιτετρακάναλη και στον Άι Γιάννη τον Παραμορφωτή»

Μία εντελώς rock συνέντευξη από έναν μουσικό εκπρόσωπο της εγχώριας rock κουλτούρας, που μετράει πενήντα χρόνια καλλιτεχνικής δράσης. 

Αντώνης Μποσκοΐτης 20/01/2020 | 09:00

Ο Λήτης Αλήτης - κατά κόσμον Νικόλαος Σάννος ή Λήτης Νικόλαος Δε Σάννος, όπως συστήνεται ο ίδιος - είναι μία μοναδική περίπτωση στο ελληνικό rock. Τον ανακάλυψα κάπου στις αρχές του '90 από μία συλλογή που περιείχε τα «Ποδανά» με το συγκρότημα Λήτης & Τρικ. Είχα την εντύπωση πως επρόκειτο για Έλληνες εκφραστές του new wave ρεύματος, αλλά στην πορεία ανακάλυψα πως ο leader τους έχει μια ιστορία από τις αρχές ήδη του 1970. Τότε, που ως Λήτης & Ιζόλδη, ο ήχος τους ήταν ένα εξαιρετικό δείγμα «αναγεννησιακού folk - rock» και δεν είχε καμία σχέση με το rhythm box και τις περίεργες γλωσσικές ακροβασίες. 

Αυτές ακριβώς οι «ακροβασίες», η χρήση δηλαδή των λεκτικών αναγραμματισμών και, ουσιαστικά, μιας διαλέκτου των περιθωριακών, είναι που κάνουν μάλλον το μοναδικό άλμπουμ των Λήτης & Τρικ ένα masterpiece της εγχώριας αντεργκράουντ κουλτούρας. Όχι πως δεν έκανε και άλλα πράγματα στη συνέχεια ο δημιουργός τους. 

Μία αντεργκράουντ περσόνα, ατόφια και ορίτζιναλ, είναι άλλωστε και ο Λήτης αυτοπροσώπως. Ας μη μείνει κανείς στο χαβαλέ, που αναδύεται από τις απίστευτες ιστορίες του, από πενήντα χρόνια πορείας στην ελληνική rock σκηνή. Θα'ναι άδικο, καθώς πρόκειται για έναν υπερευαίσθητο άνθρωπο και καλλιτέχνη, που πέρασε κυριολεκτικά δια πυρός και σιδήρου - επειδή έτσι τό'θελε στην τελική - και που άντεξε, επιβίωσε, ώστε να'ναι σήμερα εδώ, να γράφει τα τραγούδια του και να δίνει τις συναυλίες του. Μία απ' αυτές τις συναυλίες, στις 24/1 στο «Hollywood Stage», στάθηκε αφορμή για να βρεθούμε και να συνομιλήσουμε αποκλειστικά για το koutipandoras.gr:  

Φωτογραφία: Αντώνης Μποσκοΐτης

Σε είχα πρωτοσυναντήσει στην κηδεία του Στέλιου Βαμβακάρη κι εκεί συμφωνήσαμε να κάνουμε αυτή τη συνέντευξη. Τι σχέση είχατε με τον υιό Βαμβακάρη;

Ήταν πολύ φίλος του επίσης καλού μου φίλου, Πάνου Ηλιόπουλου, γνωστός με το στιχουργικό ψευδώνυμο Κάτος Σεληνόπουλος. Τον Στέλιο εγώ τον γνώρισα όταν κάνανε με τον Παύλο Σιδηρόπουλο τη «Φαντασία στην εξουσία», χωρίς να'χουμε παίξει ποτέ μαζί. Μια φορά μόνο είχα πάει και τον είχα δει στο «House of Art» στου Ψυρρή. Με είχε αναγγείλει, «Είναι εδώ και ο Λήτης», βγάλαμε και μια φωτογραφία αναμνηστική μαζί και με τον Θοδωρή Μανίκα.

Θα έβρισκες τίποτα κοινό καλλιτεχνικά με τον Βαμβακάρη;

Κοίτα, εγώ είμαι γεννημένος το 1952, στις 25 Ιουλίου, στο μαιευτήριο «Έλενα». Μεγάλωσα με τα τραγούδια του πατέρα του, αλλά για να πω την αλήθεια, τα βιώματα ρεμπετών και rockers είναι κοινά. Πέρασαν όλοι δια πυρός και σιδήρου, εντούτοις εγώ παθαίνω αναγούλα με οτιδήποτε έχει μπουζούκι. Παρότι ως παιδί έπαιζα μπάλα στις αλάνες της Νέας Σμύρνης, άκουγα τους γνωστούς που δεν είναι στη ζωή: Μανώλη Αγγελόπουλο, Καζαντζίδη, Πόλυ Πάνου. 

Σε συνδυασμό με βιοπάλη;

Τελείως. Δούλεψα σε οικοδομή, εργοστάσιο, σε αρτοποιία - ζαχαροπλαστική στον Άλιμο, ελαιοχρωματιστής, ταπετσέρης, τα πάντα. Είχε βγάλει τότε ο Βαγγέλης ο Περπινιάδης ένα τραγούδι που έλεγε «Να περνάω και να λένε ο Βαγγέλης ο γιεγιές» και θα'μουν γύρω στα 16, όταν παίζαμε ξύλο με τους λαϊκούς. Έμπαινα στο λεωφορείο, πάντα φρικιό, μακρυμάλλης, «Δώστε μια θέση στην κυρία» άκουγα, πλάκωνα στο ξύλο αυτόν που τό'λεγε, αλλά σταμάταγε το λεωφορείο, με κατέβαζε ο εισπράκτορας και με πήγαιναν στο παρακείμενο τμήμα. Μίσησα οτιδήποτε είχε να κάνει με μπουζούκι και μεγάλωσα με Rolling Stones και Jefferson Airplane - αυτά ήταν τα ακούσματα μου!

Στο Χαλάνδρι, όμως, στα ΒΠ φτιάξατε το πρώτο σας συγκρότημα.

Ασφαλώς. Στα 16 μου έφτιαξα δύο συγκροτήματα, The Atlantics και μετά The Cannibals, παίζοντας στο Χαλάνδρι. Οι πιο πολλοί, προς μεγάλη μου θλίψη, παίζανε στα σκυλάδικα αργότερα με κάτι Marshall δίπατα. Εμείς, πάλι, παίζαμε όπως βλέπεις κάποια συγκροτήματα σε ελληνικές ταινίες καμιά φορά.

Πείτε μου έναν αγαπημένο σας Έλληνα σκηνοθέτη.

Τον Θόδωρο Μαραγκό! Κι από ηθοποιούς δύο: Τον Τάκη Σπυριδάκη και τον Άλκη Γιαννακά! Αυτούς γουστάρω, κανέναν άλλον! Ούτε ποτέ ήμουν της τάξης του Νίκου Κούρκουλου με Λάτση, τζάκια κλπ. Όχι, κάτω τα τζάκια των βορείων προαστίων, ζήτω στον Αστέρα Εξαρχείων! 

Ας μείνουμε στα νεανικά σου συγκροτήματα.

Ως μπασίστας συμμετείχα, δεν έπαιζα ακόμα κιθάρα. Παίζαμε αποκλειστικά διασκευές, Clapton, Cream, «Sunshine of your love», «In - a- gadda- da- vida» από Iron Butterfly και μετά στα 17 μου μπήκα μπασίστας στους Αβεσαλώμ, γυρνώντας τα μπαρ της Γλυφάδας. Ο τραγουδιστής μας, ο Νίκος Μακράκης, είχε δώσει το όνομα αυτό στη μπάντα. Παίξαμε ως τρίο, μπάσο-τύμπανα-κιθάρα, σε δύο μαγαζιά: Στο «Hora Mona» και στο περιβόητο «American Bar» που είχε και μαντάμ, κανονικιά, για τα κοριτσάκια που πήγαιναν με τους Αμερικανούς πεζοναύτες. 

Α, όχι απλά κονσομασιόν...

Όχι, το ολοκληρώναν το έργο! Το αεροπλανοφόρο είχε αράξει στον Φαληρικό όρμο, φάση «Καλωσήλθε το δολάριο» με τη συχωρεμένη την Καλουτά, τον Δεμίρη, τη Λινάρδου, τον Μουστάκα και τον Κωνσταντίνου, που ζει ευτυχώς ο άνθρωπος. Το βίωσα, θέλω να πω, όλο αυτό το κλίμα. Στη Γλυφάδα παραπέρα έπαιζαν οι Πελόμα Μποκιού - όλοι παίζαμε για ένα μεροκάματο, 150 δραχμές, αλλά η «μαντάμ» ήταν μητρική φιγούρα για μας: «Τα παιδιά μας» έλεγε, «το συγκρότημα» και μας έφερνε απ' το «Express» μακαρονάδα με σαλτσούλα και ένα μπριοσάκι, ψωμάκι. Τα κάναμε ανάρπαστα, διότι η πείνα μας γονάτιζε...

Φωτογραφία αρχείου

Η οικογένεια σου ήταν εύπορη;

Κατά ένα τρόπο είμαι γόνος ξεπεσμένων αριστοκρατών. Ο ένας παππούς μου ήτανε στρατηγός, ο Λυκούργος Παπαδημητρίου, και ο άλλος, ο Σάννος, ήταν χονδρέμπορας στην πλατεία Ψυρρή. Στα 12 μου βγήκα για δουλειά, καθώς είχε ανάγκη η οικογένεια από χρήματα. Όλα έγιναν στα 12 μου: Η πρώτη μου αυτοϊκανοποίηση, το πρώτο μου τσιγάρο κλπ. Είμαστε τρία αδέρφια, εν ζωή όλοι: Εγώ, η Στελλίτσα και η Βανίτσα. Η Στελλίτσα, η μεγάλη μου αδερφή, χόρευε στα μπαλέτα του Φώτη Μεταξόπουλου και είχε πλαισιώσει στο «Παρκ» και στο «Ακροπόλ» φίρμες σαν τον Μανώλη Αγγελόπουλο. Η δε μικρή, η Βανίτσα, είναι ερασιτέχνιδα ηθοποιός. Καλλιτεχνική οικογένεια, λοιπόν.

Το rock το ενέκριναν οι γονείς σου στην ηλικία αυτή;

Η μητέρα μου ήταν η πρώτη θαυμάστρια μου, ειδικά στους στίχους. Της άρεσαν! Ο μπαμπάς μου έλεγε «Δεν θα κάνεις τίποτα στη ζωή σου» κι αυτό που θα πω δεν με τιμά, αλλά ήρθαμε πολλές φορές στα χέρια. Το χάσμα των γενεών...Ε, τον χάσαμε στα 64, η μάνα μου άντεξε περισσότερο, στα 80...Χιλιόμετρα, εννοώ, γιατί ο Ιησούς ο Ναζωραίος της χάρισε ένα αυτοκίνητο. «Μέχρι 80 πάει» λέει, «όχι παραπάνω», αλλά η μαμά το πλάκωσε και σκοτώθηκε. Φοβερό! Της χάρισε, βλέπεις, μια Ρολς Ρόις ο Robert Plant από τους Led Zeppelin, αφού κι εκείνου ήταν θαυμάστρια. Εδώ να πω ότι η γιαγιά μου η Στυλιανή ήταν Ελληνογαλλίδα, άρα στις φλέβες μας ρέει και γαλλικό αίμα. Γι' αυτό και για ένα φεγγάρι έκανα κι εγώ στη Γαλλία, που μ' έστειλε η μάνα μου. 

Πως και δεν έμεινες;

Δεν έμεινα, γιατί βιαζόμουν να γυρίσω να παντρευτώ. Πολύ συγκινήθηκε αυτή όταν τό'μαθε! «Πήγες στη Γαλλία και γύρισες για μένα; Ε, να σε παντρευτώ τότε»! Δύο γάμους έχω κάνει: Το 1979 παντρεύτηκα την Ιζόλδη και στο γάμο ήταν ο Τζόνι Βαβούρας - τρελάθηκε ο πεθερός μου, είπε «Ωραία αρχή κάναμε» - ο Γιάννης Δρόλαπας και ο συχωρεμένος Θάνος Παπαποστόλου. Μετά έπαιζαν στο «Tiffany's» και ήρθαν στο γάμο με τα όργανα και τα βίσματα. Καλά που δεν ήταν πολλοί συγγενείς μας...Η γυναίκα μου ήταν από οικογένεια βιομηχάνων, είχαν τα ψυγεία Ιζόλα. Ο δεύτερος γάμος μου έγινε το 2005. Δεν χώρισα, αλλά μου την πήρε ο Άλλος Κόσμος! Τι να την έκανα, τραβιόταν τα καλοκαίρια στην Παναγία της Τήνου, αλλά τους πήγαιναν κρουαζιέρα, Πάρο, Εκατονταπυλιανή κλπ. που έπαιζαν και κουμ καν. Στα 48 της έφυγε από καλπάζοντα καρκίνο, τη χάσαμε μέσα σε δυο μήνες! Μου έτρεχε εκεί πέρα να βάζει κάτι λαδάκια και μαλακίες πάνω της...Εγώ, να σου πω, σε δύο μόνο πράγματα πιστεύω στη ζωή μου: Στον φαλλό του πατρός μου και στο αιδοίο της μητρός μου, που με φέραν στον κόσμο. Πιστεύω ακόμη στην Παναγία την Εικοσιτετρακάναλη και στον Άι Γιάννη τον Παραμορφωτή (έχουμε σκάσει στα γέλια). Ε, μα τι τώρα;

Το σχήμα πάντως Λήτης & Ιζόλδη προηγήθηκε του γάμου σας.

Καταρχάς παίζαμε μεσαιωνικές μπαλάντες με την Κατερίνα Ξηρόγιαννη. Τα τραγούδια μιλούσαν για μεσαιωνικό πνευματισμό και την αναμονή μιας μεσαιωνικής Αναγέννησης, αν υποτεθεί πως ο Μεσαίωνας εξέφραζε τον σκοταδισμό. Κάποια νούμερα δεν μας καταλάβαιναν, βέβαια, όταν τα παίζαμε αργότερα με την Ιζόλδη.

Εμένα μου άρεσε ο χίπικος ήχος σας, κιθάρα, φωνές, ξύλινο φλάουτο.

Ναι, ήταν κάτι σαν και τους Λήδα - Σπύρος εκείνη ακριβώς την περίοδο. Είχαμε και μπάντα εμείς ως Λήτης & Ιζόλδη Band: Μέλη ήταν ο Ντρίου, ο Κώστας ο «Ρινόκερος», ο Γιώργος Δημητριάδης - συνωνυμία με τον άλλον - και ο Καλαμπόκας ο Χατζηγατατιαράκης, όπως τον έλεγα εγώ. Τρελά του Λήτη, μην ψάχνεις τώρα...Η Ιζόλδη έπαιζε φλάουτο και τραγούδαγε μαζί μου. Τη γνώρισα σε μια συναυλία στην Καθολική Εκκλησία στη Μιχαήλ Βόδα, που έβγαινα εγώ με μια κιθάρα. «Δεν με ξέρεις εμένα;» τη ρώτησα, έχοντας ήδη παίξει στη «Βαβέλ» στον Πειραιά και στη «Μαϊμού», όπως και στην «5η Εποχή» με τον Θανάση Γκαϊφύλλια, πριν να γνωρίσω τον Άσιμο. Μου τό'παιζε δύσκολη...Κάπου εκεί φεύγω για Γαλλία, γυρίζω γιατί μου άρεσε πολύ - 17 χρονών κορίτσι ήταν - κι όταν με ρωτάει τι έκανα σε ξένη χώρα, της λέω ότι ήμουν ζιγκολό στη Μονμάρτρη, στην πλατεία Plan Pigal! «Και που έμενες;»...«Πίσω απ' το εργοστάσιο της Citroen»...Σιγά μην είχε ιδέα, αλλά τσίμπησε, σου λέει «Με ψήνει, τα λέει ωραία αυτός»! 

Το ωραίο όνομα της, Ιζόλδη, να υποθέσω ότι προέκυψε από τα ψυγεία Ιζόλα;

Ιζόλδη Γατοπούλου τη λέγανε (γέλια). Τέλος πάντων, δεν δίνω παραπάνω στοιχεία, ήμασταν αντρόγυνο, πλέον έχουμε χωρίσει, μπορεί να μη θέλει η γυναίκα. Περάσαμε μαζί, πάντως, το κατώφλι της εκκλησίας στον Άγιο Παύλο το 1979. Έχουμε κι ένα γιο μαζί, τον Φίλιππο! Είναι το παιδάκι που κάθεται στο γιογιό στο εξώφυλλο του δίσκου με τα «Ποδανά». Μια μέρα μου λέει η Ιζόλδη: «Τι έχω φτιάξει εγώ στ' αγόρι μου, τον Λητάκο μου; Πεκορίνο με χυλοπίτες και μετά σου'χω έτοιμα τα παπουτσάκια σου, γυαλισμένα»! «Γιατί; Δεν θα πάω πουθενά» της λέω...«Θα πας εκεί που'σουν πριν, στις ερωμένες σου»! «Μη μου μιλάς έτσι, με πληγώνεις, τι πράγματα ειν' αυτά;» να της λέω, αλλά τελικά, καταλαβαίνεις, με έτζασε...Το 2001 έγινε αυτό...

Μίλησε μου για την κοινή σας μουσική πορεία.

Ως Λήτης & Ιζόλδη Band παίξαμε με τα παιδιά, που ανάφερα πριν, στο «Κύτταρο», στο «Tiffany's», περιοδεία στην Πελοπόννησο. Χίπικα χρόνια...Σκέψου ότι στην οδό Μαμούρη 7Α, εδώ παρακάτω, κάναμε πρόβα στη σπιταρώνα του πρώτου δημάρχου των Αθηνών, του Πετράκη. Τι πάρτι κάναμε εκεί μέσα, τι γινόταν! Έχει σωθεί μια ηχογράφηση που κάνουμε πρόβες την «Αράχνη» και κλαίει το μωρό ενός φίλου στην κούνια. Τίποτα εμείς, εκεί, μπάπα-μπούπα να βαράμε! 

Απορώ γιατί δεν κάνατε δισκογραφία εκείνη την περίοδο, που υπήρχε αναβρασμός pop - rock συγκροτημάτων.

Κοίταξε, είχε γίνει μόνο αυτό το «Pop Festival '73» του Γιαννίκου. Από κει ξεκίνησαν πιτσιρίκια ο Μπίγαλης και ο Ρακιντζής, οι Σπυριδούλα σαν Νιρβάνα, ο Κουλουμπής με την Πεταλούδα. Η πρώτη, όμως, ανεξάρτητη δισκογραφική ήταν το Happening. Για να τα πιάσουμε απ' την αρχή, προ Λήτης & Ιζόλδη, εγώ έπαιζα στη «Βαβέλ» σόλο, σαν μπαλανταδόρος, το 1969. Εκεί με είχε στείλει ο παλιός μου φίλος, ο Χρήστος Κυριαζής. Πέρασα κι από τις «Εσπερίδες», που ο Γιώργος Ζωγράφος μου έδινε βήμα κι έπαιζα για τα κονιάκ μου και κάνα πενηνταρικάκι. Έπαιξα και με τον Μαριδάκη στην «Απανεμιά» παραδίπλα και με τον Γκαϊφύλλια στην «5η Εποχή», που τότε τά'χε με την Ισιδώρα Σιδέρη, τη μετέπειτα γυναίκα του Γιάννη Ζουγανέλλη. Δεν τα πήγαμε καλά...Εγώ είμαι φυσιογνωμιστής, μπορώ να καταλάβω πως συμπεριφέρεται κάποιος από τα χαρακτηριστικά του και μόνο. Ο Άσιμος- για να πάμε και σ' αυτόν τώρα- δεν ήταν καλό παιδί, τι να κάνουμε τώρα, σε αντίθεση με τον Σιδηρόπουλο, που ήταν γλυκός πάντα, ευγενής και αριστοκράτης. Εγώ είμαι σιδηροπουλιακός! Πάμε μια φορά να παίξουμε στον Μελιγαλά, Άσιμος, Λευκή Συμφωνία, Λήτης & Τρικ. Είχε μια έπαρση με την πάρτη του ο Νικόλας, που δεν παλευόταν. Πιο πολύ μίλαγε παρά έπαιζε! Κατά τη γνώμη μου, ο Άσιμος ήταν μπαλανταδόρος που δεν είχε καμιά σχέση με rock και ονειρευόταν να γίνει Σαββόπουλος στη θέση του Σαββόπουλου. Και ήταν κι αχάριστος! Τον βοήθησαν η κυρία Χάρις Αλεξίου, ο κύριος Βασίλης Παπακωνσταντίνου, τι άλλο ήθελε;

Απ' την άλλη, είχε μια τρομερά δύσκολη ζωή ο άνθρωπος αυτός που ότι και να λέμε εμείς τώρα...

Ναι, σκότωνε γάτες στο τέλος, είχε τα θέματα του. Με συγχωρείς πάρα πολύ, αλλά τα λέμε όλα, αφού είναι η πραγματικότητα. Όπως και για τον Σαββόπουλο, θέλω να πω! Πριν γίνουν οι Λήτης & Ιζόλδη, μόνος μου εγώ, του είχα παίξει τις μεσαιωνικές μπαλάντες μου. Είχα πάει σπίτι του, στην Κηφισίας, μαζί μ' ένα παιδί, βιολιστή που είχαμε, τον Τάσο. Σκέψου ότι εγώ ήμουν θαυμαστής του, τον εκτιμούσα πολύ τον Σαββόπουλο. Σε μια φάση του κάνω: «Έχω κι ένα τραγούδι, λέγεται ''Ο Χάρος'' κι εγώ είμαι αυτός! Ήρθα για να πάρω ψυχές, αλλά όχι τη δική σου, φοβισμένο ανθρωπάκι, που'σαι ήδη πεθαμένος»! Στον κόσμο του αυτός, δεν είχε πάρει χαμπάρι και τον δούλευα ψιλό γαζί. Μου λέει «Εγώ είμαι στη ΛΥΡΑ», μου τό'παιζε δηλαδή μούρη με τον Πατσιφά. «Άκου να δεις, νέε μου» μου κάνει στο τέλος με στόμφο, «γράψε καλύτερα κάνα τραγουδάκι με αμεσότητα, για τα σπίρτα και για την καπότα»! Δεν του'πα τίποτα...Να ειρωνεύεσαι τώρα ένα παιδί που σου παίζει τα τραγούδια του...Φεύγοντας, είχα μια ποδοκίνητη κουδούνα και μου λέει: «Α, ωραία, να μου φτιάξεις και μένα μια τέτοια». Ο Μάκης ο Μηλάτος, όμως, του «ΠΟΠ+ΡΟΚ», τον περιέλαβε! «Ήρθε ένα παιδί και του μίλησες άσχημα; Το αποπήρες;», έτσι του'πε ο Μάκης από το τηλέφωνο κι αυτός το μόνο που βρήκε να του απαντήσει, ήταν «Όλο για μένα λένε, όλο με κατηγορούν»...

Μου λες, εν ολίγοις, ότι την περίοδο των συγκροτημάτων του '70, αντιμετωπιζόσουν κάπως ρατσιστικά.

Δεν ήταν κι εύκολη, όμως, η δισκογραφία. Σου λέει ο Ζουγανέλλης, ας πούμε, «Εγώ στα 14 μου έκανα τον πρώτο μου δίσκο»! Τι να πεις εσύ μετά...Αυτό που ξέρω είναι, ωστόσο, πως και τον Σαββόπουλο τον είχε κυνηγήσει αρχικά ο Πατσιφάς. Πρέπει να σου πω ότι κι εμείς με την Ιζόλδη είχαμε περάσει απ' τα γραφεία της ΛΥΡΑ και γνωρίσαμε τον συχωρεμένο τον Βάσο Τσιμιδόπουλο. Στην Κριεζώτου, δίπλα απ' τα γραφεία της επιτροπής λογοκρισίας! Έπαιξε το φλαουτάκι της η Ιζόλδη, κάνει αυτός «Ρε παιδιά, πολύ γουστάρω! Δεν περιμένετε να έρθει πρώτα μια μεγάλη ξένη εταιρεία στην Ελλάδα;» - εννοούσε τη Wire Records. Μιλάω για το '76, το '77, εκείνα τα χρόνια. Τέλος πάντων, στη δισκογραφία ευτυχήσαμε το '81 με μια συλλογή του «Happening» και ένα 45άρι δισκάκι. Θεωρώ πως οι αδερφοί Κερασιώτες με το «Happening» βοήθησαν πολύ ολόκληρο το ελληνικό rock! Τους Vavoura Band, τους Magic de Spell, τους Heaven and Hell, την πρώτη ελληνική χέβι μέταλ μπάντα, τον Μιχάλη Κουμπιό, τον ποιητή της Λέρου, με τις Κουμπότρυπες κ.α. Να προσθέσω ότι ακόμη και στην Columbia, πήγαινες να παίξεις rock, και σου λέγανε «Το μπουζούκι που τό'χεις;» 

Φωτογραφία: Αντώνης Μποσκοΐτης

Σκέφτομαι τι να σε πρωτορωτήσει κανείς με τόσες ιστορίες που έχεις να αφηγηθείς, ειλικρινά.

Και ιστορίες και πρόσωπα! Από τη «Βαβέλ» με έστειλε στην «5η Εποχή» ο Χρήστος Κυριαζής. Φίλος μου, όπως είπα, και εντάξει, δεν τον θεωρώ σκυλά! Έγραψε το «Μου θυμίζεις τη μάνα μου», δεν είναι κακό, το «Πουλόβερ», το «Ημεροβίγλι»! Τον αγαπώ πολύ τον Κυριαζή, έχει ξηγηθεί καλά. Στην «5η Εποχή» παίζαμε αρχικά με τους Morka και τον συχωρεμένο τον Χρήστο Λεττονό. Οι Morka έγιναν οι Αγάπανθος στη συνέχεια. 

Το πολιτικό τραγούδι στη Μεταπολίτευση πως το εισέπραττες;

Εγώ δήλωνα και δηλώνω απολιτίκ και το εννοώ. Εγώ είμαι άτεχνος αν υπάρχει έντεχνο και άτεχνο! Το ελληνικό τραγούδι ήταν μια ζωή Καζαντζόκ και μπαλαλάικα και overdrive με παραμόρφωση! Εγώ ξέρω πως ξεκίνησε ο κύριος Βασίλης Παπακωνσταντίνου που βγήκε στον Σπύρο Παπαδόπουλο κι έλεγε πως το σκυλάδικο είναι σχολείο. Ε, πήγαινε, Μπίλι, εκεί πέρα κι άσε μας εδώ χάμω στην ησυχία μας. Το είπε και ο αυτοκράτορας της ελληνικής rock, ο κύριος Δημήτρης Πουλικάκος ή Μήτσος! «Άσε, ρε Λήτη» μου έλεγε κάποτε ο Μήτσος, «αυτός δηλώνει rock, αλλά εγώ γουστάρω τους Rolling Stones! Πέθανε ποτέ κανείς από χασίς;»...«Όχι, Μήτσο μου, όχι» του απάντησα...Κάνουμε παρέα με τον Πουλικάκο χρόνια και ζαμάνια. Όταν έμαθε ότι ξαναπαντρεύτηκα, είπε: «Καλά να πάθει, μυαλό δεν έβαλε;» Τον λατρεύω τον Πουλικάκο, αν και δεν τον παρακολούθησα μουσικά στην αρχή, όσο αργότερα! 

Θέλω να πάμε τώρα και στη ΜΟΥΣΥΝΚΑ που είχατε φτιάξει μερικοί μουσικοί στο πλαίσιο προώθησης του ελληνικού rock. 

Το '85 - '86 κάναμε τη ΜΟΥΣΥΝΚΑ που τη διέλυσε στην ουσία ο Ηρακλής Τριανταφυλλίδης. Άσ'τα, πονεμένη ιστορία, καλύτερα να μην ανοίξω το στόμα μου για πολλούς! Ήμασταν εγώ, ο Ηρακλής, ο Θοδωρής Τρύφωνας και ο Νίκος Γκίνης με το Σύνδρομο. Τη ΜΟΥΣΥΝΚΑ τη φτιάξαμε εξ αιτίας του Πάνου Ηλιόπουλου. Μας μάζεψε και μας είπε μια μέρα: «Ακούστε, αγαπητά μου παιδιά του rock» και μας μίλησε για τη Μαρία Ξενουδάκη, τη γυναίκα του Άρη Τασούλη, που'χε το «Αντιθέατρο». «Να, αυτή βρίζει το κράτος» μας είπε, «αλλά πήρε επιχορήγηση! Μην είστε αφελείς». Κάναμε ένα καταστατικό, υποβάλαμε τα χαρτιά μας και παίρνουμε 1.000.000 δραχμές. Νοικιάζουμε από τον κ. Ανδρέα Γιακουμέλλο το «Ροντέο» στην οδό Χέιδεν και κάναμε 90 συναυλίες με τους πάντες! Επίσης, η Ξενουδάκη είχε ανεβάσει μία παράσταση με το «Αντιθέατρο» μεσ' στο «Ροντέο». Πολύς λαός! Είχαν εμφανιστεί οι Κατρουλού, ένα ωραίο ντουετάκι από Σαλαμίνα, ο Μαχαιρίτσας επίσης που είχε βγει κι είχε πει «Κάναμε και μια μαλακία εμείς, συνεργαστήκαμε με τον Νταλάρα». Ως γνωστόν, είχε μια αγγλόφωνη μπάντα, τους PLJ Band, που μετά ως Τερμίτες είχανε συνεργαστεί όντως με τον Νταλάρα. 

Θυμίστε μου, είχαν περάσει και ο Τζίμης Πανούσης με τις Μουσικές Ταξιαρχίες από εκείνα τα live της ΜΟΥΣΥΝΚΑ;

Λογικά, ναι. Με τον Πανούση ήμασταν αδερφικοί φίλοι. Είχε πει σε μια φίλη μου: «Ο Λήτης στο ξεκίνημα του έπαιζε μπαλάντες, ήταν Born to be wild και Χάρτινο το φεγγαράκι» (γέλια). Ένας άλλος που κάναμε παρέα, πριν γίνει γνωστός, ήταν ο Γιώργος ο Πιλάλας, ο Ζορζ Πιλαλί. Μια φορά παίζανε στο «Ροντέο» με την Κρίστη Στασινοπούλου και τον Παύλο Σιδηρόπουλο, αλλά ο Σιδηρόπουλος ήταν κάπου αλλού, λιώμα, και δεν πήγε. Βγαίνει ο Πιλάλας και λέει: «Ο φίλος μου, ο Πολ Σιδηρό, δεν θα'ρθει μάλλον, γιατί τον κέρασαν κι ήπιε κάτι γύψους που του τα'χτισαν όλα μέσα του και τώρα έχει πάρει ένα καλέμι και τα σπάει» (γέλια). Κι εγώ, πάλι, τότε που είχε γεννηθεί ο γιος μου, πάω και λέω στη μάνα του Πιλάλα: «Λέμε να το πουλήσουμε, επειδή δεν βγαίνουμε οικονομικά, όπως κάνουν οι τσιγγάνοι». Τρελάθηκε η γυναίκα! «Τ' ακούς, Γιωργάκη; Πες του φίλου σου ότι εμείς θα το υιοθετήσουμε το παιδί και να μην το δώσει»! «Τι λες, μωρή παλαβή;» της κάνει ο Πιλάλας, «σε δουλεύει! Δεν τό'χεις καταλάβει ότι το ''Λήτης'' βγαίνει απ' το ''Αλήτης'';» 

Πρέπει να παραδεχτείς, πάντως, πως το στοιχείο του εμφορούμενου χαβαλέ ήταν απαραίτητο στις σχέσεις σας με τους άλλους μουσικούς. 

Όπως το λες, καλαμπούρια κάναμε συνέχεια και ο χρόνος κύλαγε αβίαστα! Θυμάμαι κάποτε που παίξαμε στη Φοιτητική Εστία Ζωγράφου. Ήταν και ο Πουλικάκος με τον Σιδηρόπουλο. Εγώ είχα κιθαρίστα τον Χάρη, ένα καλό παιδί, Ελληνοαμερικάνος, που τσούρνευε και μερικά πράγματα. Σιγά, τι έκανε; Πήγαινε για πρόβες, άνοιγε τα ντουλάπια κι έπαιρνε κάνα οργανάκι. Καλή του ώρα, τον απέλασα τελικά στην Αμερική! Αυτός, λοιπόν, έπαιζε μια διπλή μπασοκιθάρα ταυτόχρονα κι επειδή έμενε δίπλα από'να χασάπικο, του'χα πει να πάρει την ποδιά του χασάπη, με τα αίματα, και να'ρθει να παίξει μ' αυτή. Βγαίνει και λέει «Είμι το κιταρίστα του Λήτη» μια και δεν μίλαγε καλά ελληνικά, αλλά ο Σιδηρόπουλος έπαθε πλάκα! «Αυτόν τον θέλω να παίξει μαζί μου, είναι τρελός! Δώσ'τον μου, ρε μαλάκα» ήρθε και μου'πε ο Παύλος! Στο μεταξύ, εγώ φλέρταρα και κάτι κυρίες εκεί που νόμιζα ότι ήταν καθηγήτριες...Ε, σε φοιτητική εστία ήμασταν, είχα βγάλει ελίτσες και τυράκι, μεζεδάκια. Πετάγεται ο Πουλικάκος: «Σταμάτα, ρε, όλο ''μανταμίτσα μου'' και ''μανταμίτσα μου'', κοντεύεις να γαμήσεις όλη τη φοιτητική εστία»! 

Λες πολλές ιστορίες και θα γονατίσω στο μοντάζ της συνέντευξης...Καλύτερα να πάμε στο πρώτο άλμπουμ ως Λήτης & Τρικ πια. Βρισκόμαστε στα 1982.

Ο δίσκος είχε βγει στα τέλη του '82, αλλά εγώ υπέγραψα το '83, μην έχοντας σχέση με συμβόλαια. Ο Μάνος Ξυδούς έπαιξε μεγάλο ρόλο στην παραγωγή του, αφού αυτός και ο Θοδωρής Σαραντής ήταν τότε οι δυο δυνατοί παραγωγοί του rock. Βγήκαμε εμείς και οι Μουσικές Ταξιαρχές στην EMIAL και οι Sharp Ties στο label Harvest. Βοήθησε και ο Γιώργος Πετσίλας, ο άντρας της Μούσχουρη, που ήταν διευθυντής. Όταν πρωτάκουσε το υλικό, σχολίασε: «Τι ειν' αυτό εδώ, η καταστροφή της ελληνικής γλώσσας;», μετά όμως του εξήγησαν ότι «είναι του Λητάκου, του καλύτερου παιδιού». «Κύριε Γιώργο» του κάνω εγώ, «να τον σπρώξω κι εγώ το δίσκο όπως μπορώ» κι αυτός μου απαντάει: «Εσύ δεν θα κάνεις τίποτα, παιδί μου, όλα θα τα αναλάβουν άλλοι»!

Προς τιμήν του. Πιθανώς να εκτίμησε τον ήχο που ήταν ρυθμικός χωρίς καν ντραμς.

Αρχικά ντεμάραμε τρία κομμάτια. Υπήρχαν συνθεσάιζερ σε κάποια, αλλά βασικά είχαμε ένα rhythm box να δίνει το ρυθμό. Γράψαμε στο στούντιο του Σάκη Τρίκκη και, όντως, ο ήχος είχε αρέσει στους παραγωγούς. Όταν κάναμε παρουσίαση του δίσκου σε μια σειρά live στο «Κύτταρο» μαζί με τον Δημητράκα και τους TVC, τον Παύλο Σιδηρόπουλο και τους Απροσάρμοστους, εγώ για ντράμερ μας είχα στήσει μια κούκλα βιτρίνας σε αναπηρικό καροτσάκι, της είχα βάλει φακούς στα μάτια, της τράβαγα καμιά κλοτσιά και γινόταν χαμός! Συμβόλιζε την πνευματική αναπηρία του κόσμου μας, κατάλαβες; Είχε νόημα το όλο event! Παίξαμε στην Καρδίτσα, θυμάμαι, στο μαγαζί του Διονύση Τσακνή και ο άνθρωπος είχε τρελαθεί, έψαχνε να βρει τον ντράμερ μας, συνηθισμένος απ' τις άλλες rock μπάντες. 

Η ιδιαιτερότητα του άλμπουμ ήταν η γλωσσική αναρχία που το χαρακτήριζε, η χρήση αναγραμματισμένων λέξεων.

Κοίταξε, εγώ στο Χαλάνδρι έκανα παρέα με τοξικομανείς, χαπάκηδες και χασικλήδες. Ήταν η εποχή που απέσυραν τη «νταφού» κι έσπρωχναν τη «ζαπρέ», αποδεκατίζοντας το πλήθος. Ξέρεις πόσους φίλους έχασα; Και μουσικούς μου κιόλας, ήρωες και μορφωμένους! Πήγαινες σε ένα σπίτι ν' αράξεις, γινόταν ντου και ξαφνικά μεσ' στο σπίτι βρισκόντουσαν ολόκληρες βαλίτσες με ναρκωτικά. Μιλάμε για κιλά και άντε μετά ν' αποδείξεις ότι δεν είσαι ελέφαντας! Υιοθετήσαμε τη διάλεκτο των περιθωριακών για να μην μας καταλαβαίνουν οι μπάτσοι όποτε μας τραβολογούσαν. Με πιάσαν, θυμάμαι, και έλεγε ο ένας στον άλλον: «Κοίτα τα μάτια του! Τι είσαι εσύ, ρε, χαπάκιας;» Μετά, όμως, κάποιοι ρουφιάνοι μαρτύρησαν κι αυτοί έμαθαν για τη νέα διάλεκτο. Μας έλεγαν «Τι είναι αυτά που μιλάτε; Πακιστανικά; Σταματήστε τώρα»! Δεν ήταν καλαμπούρι, σοβαρές καταστάσεις και θα μπορούσα να'χα μπει φυλακή, αλλά ευτυχώς που δεν έμπλεξα ποτέ με τη «ζουζού» και την «κοκό» που έλεγε κι ο Πιλάλας!

Μου έλεγε η εθνολόγος Μιράντα Τερζοπούλου, που ασχολείται με τη μουσική έρευνα, πως έπεσε στα χέρια της ένα ολόκληρο παραμύθι του 1917, γραμμένο στα ποδανά από Έλληνες φαντάρους αιχμάλωτους στη Γερμανία κατά τον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο. Συγκλονιστικό δεν είναι;

Είναι, αλλά δεν με ξενίζει. Τα βιώματα ή, σωστότερα, τα συναισθήματα των περιθωριακών είναι κοινά. Φαντάροι που είναι αιχμάλωτοι δεν απέχουν ιδιαίτερα από τοξικομανείς που τους τραβάνε στο τμήμα και δεν ξέρουν τι θα τους ξημερώσει. Εγώ, ας πούμε, έγραψα τα ποδανά ορμώμενος από προσωπικά βιώματα, από την καθημερινή μου πραγματικότητα.

Τι πορεία είχε ο δίσκος, αλήθεια;

Ο Ξυδούς μας είχε πει ότι πούλησε γύρω στα 700 κομμάτια, συμπεριλαμβανομένων και των κασετών. Δεν το θεωρώ μικρό νούμερο για μια δουλειά ενός άγνωστου μουσικού με πρωτοποριακό, πειραματικό για την εποχή, ήχο. Βέβαια, πολύ σύντομα αποδεσμεύτηκα απ' την εταιρεία, γιατί δεν είχε κάνει τις επιθυμητές πωλήσεις κατ' αυτούς. Να πω την αλήθεια, ούτε καν είχα διαβάσει το συμβόλαιο που είχε κάποιες ρήτρες σε περίπτωση που δεν πήγαινε καλά ο δίσκος. Εγώ χαιρόμουν που υπέγραφα με την Κολούμπια, το ίδιο και τα άλλα τρία παιδιά του σχήματος. Μου άρεσε, επίσης, να πηγαίνω να κάθομαι απ' τα γραφεία της εταιρείας. Μια μέρα βρήκα κι ένα μπουκάλι Gordon, η καλύτερη μου! Περνάει ο Ξυδούς: «Τι κάνεις Λητάκο εδώ;», «Τι να κάνω» του λέω, «πίνω απ' το ποτό σου». Τινάζεται σαν να τον χτύπησε ρεύμα: «Τι κάνεις, μωρέ μαλάκα; Αυτό είναι καθαρό οινόπνευμα και τό'χουμε για καθαριστικό» (έχουμε πεθάνει στα γέλια)

Θέλω να ρωτήσω τώρα, γιατί είχατε σταματήσει να παίζετε με την Ιζόλδη, ενώ ακόμη δεν είχατε χωρίσει;

Σταματήσαμε ουσιαστικά το '82 - '83 αμέσως μετά τα δυο κομμάτια μας στη συλλογή του «Happening». Εγώ, όταν τη γνώρισα, έπαιζε μόνο κιθάρα και φλαουτάκι για πάρτη της, αλλά μετά το πράγμα σοβάρεψε, είχε απαιτήσεις. Ήθελε να παίξει μπάσο και μεταλλικό φλάουτο, έχασε τους χαλαρούς ρυθμούς της. Τσακωνόμασταν πάρα πολύ, πάντα για τη μουσική. Πιανόμασταν στα χέρια δημόσια και γινόμασταν ρεζίλι. Ήμασταν σε μια ταβέρνα, θυμάμαι, και μαλώσαμε. Μου σκάει ένα χαστούκι, σηκώνομαι και της σκάω εγώ άλλο ένα! Γυρίσανε όλοι και μας κοίταγαν! «Παιδιά, δεν κάνει» έρχεται και μας λέει ο μαγαζάτορας, αλλά εμείς μπάπα-μπούπα, πλακωνόμασταν κανονικά! Πληρώνουμε μετά και αποφασίζουμε να πάμε σε άλλη ταβέρνα να τσακωθούμε, παρακάτω, όπου λέει ο Πιλάλας: «Αυτά τα πράγματα είναι φανταστικά που γίνονται»! Το αλκοόλ το γαμημένο...

Ο δεύτερος δίσκος βγήκε το 1988, παρόλες τις δυσκολίες που είχες με τις εταιρείες.

Πράγματι, μόλις διαλύθηκε το συμβόλαιο μου με την Κολούμπια, ο Μάνος Ξυδούς μου χάρισε το master tape του πρώτου άλμπουμ. Το «Χαρακίρι» ήταν να γίνει Κολούμπια, αλλά τελικά βγήκε στη Sakkaris Records. «Δεν το ξέρω το έργο» απεφάνθη ο Σάκκαρης, «αλλά θα βοηθήσει ο Λούκας, ένας δημοσιογράφος στα έντυπα του Κοσκωτά». Βοήθησε ο άνθρωπος, μου έκλεισε πολλές συνεντεύξεις. Η αλήθεια είναι, πάντως, πως από καμία εταιρεία, ούτε κι από το «Happening», έμαθα ποτέ τα πραγματικά νούμερα των πωλήσεων μου. Αυτούς όλους, για τους εκδότες λέω, τους θεωρώ πνευματικά αρπακτικά. Συνειδητά πας, βέβαια, αφού θες να περάσει ευρέως το έργο σου...Τα ίδια και ο Άσιμος, που λέγαμε, πολεμούσε ένα σύστημα, απ' το οποίο ουσιαστικά βοηθήθηκε. Δεν ήταν καλά, όμως, ο Νικόλας, τα ξέρουμε...

Φωτογραφία: Αντώνης Μποσκοΐτης

Εσύ δηλαδή θεωρείς ότι είσαι καλά;

Καλά, υπό ποία έννοια; Σε σχέση με τους γύρω μου;

Αν ασφυκτιάς επικοινωνιακά με τους άλλους στην πραγματικότητα.

Εγώ έχω τον τρόπο μου να βρίσκω διαύλους επικοινωνίας με τους άλλους. Ούτε ζέστη, ούτε κρύο μού κάνει. Εγώ, Αντώνη, παρουσιάστηκα στα 20 μου, το 1972, στο 11ο Σύνταγμα Πεζικού και πήρα αναβολή δυο χρόνια ως ανώμαλη και τοξικοεξαρτημένη προσωπικότητα, δηλαδή ως τρελός και ναρκομανής. Είδαν ότι ήταν καθαρά τα χέρια μου και πήγαν να μου πουν να μείνω και να υπηρετήσω. Σκέψου τώρα, όλο το σόι μου ήταν στρατιωτικοί. Μόνο η μάνα μου ήταν υποστηρικτική στην επιλογή μου. Το βλέπει το απαλλακτικό ο θείος ο Ευάγγελος: «Τι ειν' αυτό που σου δώσανε, ρε γαϊδούρι;» Πω, πω, άσ'τα...Υπηρέτησα τελικά 27 μήνες το 1974 και το έκανα για τους δυο γονείς μου και για κανένα άλλο λόγο. Όσο για τον θείο Ευάγγελο, με αποδέχτηκε όταν πήρα μετάθεση απ' τη Μυτιλήνη ως μουσικός της μπάντας, στην οποία κουμάντο έκανε ο Αντώνης ο Λόξας, ο ντράμερ της Μαρινέλλας. Δεν παίρνω χαμπάρι για ν' απαντήσω πιο συγκεκριμένα στην ερώτηση σου. Έχω το τσαγανό και τον τσαμπουκά να περνάω πάντα αυτά που θέλω! Ξέρεις ότι την 21η Απριλίου του 2018 τα κατέβασα κανονικά στο «ΑΝ»;

Δεν το'χω υπόψιν, για να'μαι ειλικρινής.

Ε, θα σου πω εγώ! Είχαμε ΣΥΡΙΖΑ τότε και βγήκα και είπα: «Προτιμώ τη δημοκρατία αυτή με τα ελαττώματα της! Ποτέ ξανά χούντα και βασιλοχουντικοί στην Ελλάδα»! Λύνω τη ζώνη μου, κατεβάζω κανονικά τα βρακιά, σηκώνω την ψωλή μου και τους λέω «Καλησπέρα! Είμαι ο Λήτης ο Ψωλήτης κι έχω εξοχικό στον Ψηλορείτη»! Γυρίζω και την πλάτη μου στο κοινό και κάνω «Να και μια μόστρα για τους κωλομπαράδες» κι έγινε το έλα να δεις! Τους έδειχνα, αν κατάλαβες, πως τη χούντα και την ακροδεξιά την έχω γραμμένη στα αρχίδια μου, τους μισώ, όπως μισούσα τον Nixon τότε και τον Γεώργιο Παπαδόπουλο. 

Φωτογραφία αρχείου

Αυτοπροσδιορίζεσαι ως ο βασιλιάς του «Περιθωριακού Rock». Ισχύει;

Φυσικά. Καταρχάς τα τραγούδια μου διαπραγματεύονται περιθωριακά θέματα. «Για καμαρώστε ένα παιδί στο χώμα» έγραψα κι αναφερόμουν στον Μιχάλη Καλτεζά. Τα χώνω γενικά κάθε φορά! Είμαι διαμαρτυρόμενος, έχω οργή μέσα μου! Τα σύμβολα του νέου αντιφασιστικού αγώνα είναι ο Καλτεζάς, ο Γρηγορόπουλος, ο Παύλος Φύσσας και ο Ζακ Κωστόπουλος! Έτσι πρέπει δηλαδή! Μη με παρεξηγείς, αλλά είμαι τσιριμπίμ - τσιριμπόμ, τα παίρνω στην κράνα, παρόλο που την άνοδο του φασισμού θα τη χαρακτήριζα ρομαντική.

Ρομαντική; Από που κι ως που;

Ρομαντισμός δεν είναι όταν στο Ισραήλ υπάρχουν κι εκεί χρυσαυγίτες, νοσταλγοί του Χίτλερ; Άμυαλος είναι ο κόσμος, άμυαλος! Είναι δυνατόν να βρισκόμαστε στο 2020 και να συζητάμε για...φροϋλάιν; Εδώ ο Βέγγος έλεγε σε μία ταινία: «Τι λες, βρε παιδί μου, ο γιος μου τα'μπλεξε με μια φροϋλάιν;» (γέλια) Ο Φύσσας τα'χωνε πολύ στους φασίστες γι' αυτό και τον φάγανε. Ασκούσε κριτική στην ακροδεξιά με την τέχνη του.

Σου άρεσε ποτέ η ραπ;

Πάρα πολύ, ειλικρινά. Μα και στα Ποδανά, σχεδόν ραπ τραγουδούσα, ρομποτέ τελείως! 

Λήτη, μια και η συνέντευξη αυτή διαθέτει αρκετό χαβαλέ, θέλω να μου περιγράψεις με δυο λόγια την πιο δύσκολη περίοδο στη ζωή σου, πραγματικά δύσκολη όμως.

Όταν πέθανε η δεύτερη γυναίκα μου...Αρρώστησε κι έφυγε μέσα σε δυο μήνες...Έπαθα κατάθλιψη, μπήκα σε τρεις ψυχιατρικές κλινικές για να το ξεπεράσω, γαμήθηκα τελείως. Έκανα και αποτοξίνωση από το αλκοόλ και τέτοια...Τρεις κλινικές σου είπα, όπως τ' άκουσες! Δύο κρατικές και μία ιδιωτική! Στην τελευταία έκοψα και τελείως το τσιγάρο μόνος μου!

Με τις γάτες τι σχέση έχεις;

Τις αγαπάω πάρα πολύ. Προτιμώ να κάνω αιδοιολειχία σε γάτα παρά να κάνω σχέση με την Άντζελα Δημητρίου! Κάθε βράδυ τα βγάζω βόλτα με το περιλαίμιο στην παραλιακή, αυτήν και τον ΛΕΠΑ. Παίρνω κι ένα σπρέι για τα τσιμπούρια μη με γεμίσουν, κατάλαβες; Άιντε με όλη την υποκουλτούρα τόσα χρόνια! 

Είσαι 68 ετών...

67 είμαι, το καλοκαιράκι θα γίνω 68. 

Ναι, αλλά σε μια δεκαετία θα'σαι 78.

Θα'μαι χαρούμενος και να'σαι σίγουρος πως δεν θα'χω ρυτίδες στο μυαλό μετά από μία δεκαετία! Το εννοώ! Θα'μαι 78, δόξα να'χει ο Ανύπαρκτος. Προσέχω και την υγεία μου πια, πολύ.

Να είσαι πάντα καλά και να σκίσεις στο live στο «Hollywood Stage».

Σ' ευχαριστώ πολύ που μου ζήτησες αυτή τη συνέντευξη. Τα είπαμε ωραία, πιστεύω. 

* Ο Λήτης & οι Κεραμιδόγατοι εμφανίζονται στο «Hollywood Stage» (Λεωφόρος Βουλιαγμένης 289, Άγιος Δημήτριος) την Παρασκευή 24/1. Συμμετέχουν: Τζόνι Βαβούρας, Οδυσσέας Γαλανάκης (Απροσάρμοστοι), Γούντι (Panx Romana), Βιβή (Στίγμα 90), Δημήτρης Λιόλιος, Ε.Σ.ΕΛ.ΟΝ. unplugged, Lotus Flower, Θανάσης Κλασίνας. Τη συναυλία θα παρουσιάσει ο δημοσιογράφος Γιάννης Αλεξίου.