Όταν ο Σταύρος Τσιώλης είχε μιλήσει στον Αντώνη Μποσκοΐτη

Ο μοναδικός και μοναχικός Έλληνας δημιουργός, που πέθανε στα 82 του, σε μία σπάνια αυτοβιογραφική συνέντευξη  

Αντώνης Μποσκοΐτης 23/07/2019 | 19:18

Σήμερα το πρωί πληροφορήθηκα το θάνατο του Σταύρου Τσιώλη. Η κόρη του, Κατερίνα, κοινοποίησε στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης τον συγκινητικό αποχαιρετισμό της. Το πρώτο πράγμα που έκανα ήταν να ανασύρω από το αρχείο μου εκείνη τη μαραθώνια συνέντευξη που είχαμε κάνει στις αρχές του 2016, όταν για την τελευταία ταινία του, «Γυναίκες που περάσατε από δω», είχε επιλέξει τον πλέον εναλλακτικό τρόπο χρηματοδότησης, αυτόν του crowdfounding. Δεν ήταν λίγοι εκείνοι που είχαν κράξει τον μακαρίτη τον Τσιώλη για το ότι έβγαινε στη «ζητιανιά» για να κάνει νέα ταινία. Αντί δηλαδή να βρίζουν για μιαν ανύπαρκτη κινηματογραφική πολιτική ή για μια συμπεριφορά, απαξιωτική κάπως, απέναντι σ' έναν μοναδικό δημιουργό, που είχε συμπληρώσει εξήντα χρόνια στο σινεμά και που, απλά, ως θύμα της κρίσης κι αυτός, αδυνατούσε να ακολουθήσει το όραμα του. 

Θυμάμαι πώς ψάχναμε μέρος μέσα στη «Bibliotheque», στα Εξάρχεια, για να γίνει η συνέντευξη. Κάτω είχε κόσμο, φασαρία, νέα παιδιά με σακίδια, κορίτσια κι αγόρια, που περιστοίχιζαν τον Τσιώλη, όπως οι μαθητές το δάσκαλο τους. Πάνω, στο μικρό μαύρο θεατράκι της «Bibliotheque», καταφέραμε τελικά να βρούμε τη γωνιά μας, όπου κάτσαμε και τα είπαμε για τουλάχιστον ένα δίωρο. Ένας χείμαρρος ήταν ο Τσιώλης κατά τη διάρκεια της συζήτησης μας, που δεν θα την έλεγες ακριβώς συζήτηση. Μια - δυο ερωτήσεις μόνο του έκανα κάθε φορά κι εκείνος άρχιζε να μιλάει σαν να το περίμενε από καιρό. Η αφήγηση του είχε δημοσιευθεί στις 11 Φεβρουαρίου 2016 στο μέσο που εργαζόμουν, εν είδει ενός απολαυστικού μονολόγου. Σήμερα, στη μνήμη του, δημοσιεύεται για πρώτη φορά αυτούσια, ερώτηση - απάντηση, όπως είχε διεξαχθεί τότε.  

Κύριε Τσιώλη, είστε γεννημένος τον Οκτώβριο του 1937 στην Τρίπολη, σε μια επαρχία, που θύμιζε σίγουρα σκηνικό βουκολικής ελληνικής ταινίας. Άλλες εποχές...

Βουκολικής, δεν λέτε τίποτα, αφού ο πατέρας μου είχε άλλα 13 αδέρφια που ήταν όλοι τους τσοπαναραίοι. Έπρεπε να μάθει μια τέχνη ο πατέρας μου για να τους ποδένει όλους αυτούς.

Το «ποδένει» σημαίνει να τους έβαζε τα παπούτσια τους;

Ακριβώς, να τους φοράει παπούτσια, γι' αυτό και ο πατέρας μου πήγε στο κέντρο της Τρίπολης κι έμαθε τσαγκάρης. Τι να έκανε; 

Ε, ναι, τόσα...πόδια είχε να θρέψει. 

(γέλια) Εμείς, απάνω στο Μαίναλο, είχαμε 4.500 αιγοπρόβατα. Κανονική φάμπρικα! Μεγάλη οικογένεια τσοπάνηδων, όπως σας είπα, και μάλιστα ο προπάππος μου, ο παππούς του πατέρα μου, ο Κυριάκος Τσιώλης, αναφέρεται από τον Θεόδωρο Κολοκοτρώνη στα απομνημονεύματα του. Η ιστορία λέει πως αμέσως μετά τη σφαγή του Δράμαλη, τα παλικάρια του Κολοκοτρώνη πήγαν και έκλεψαν 150 πρόβατα, αλλά ο προπάππος θύμωσε, μάζεψε πέντε - έξι κουμπουράδες και πήγε να τα ζητήσει πίσω. Ο Κολοκοτρώνης απάντησε πως πάνε τα πρόβατα, φαγώθηκαν, και τι να έκανε, να τους τα έβγαζε απ' το στομάχι; Επειδή ήταν, όμως, δίκαιος άνθρωπος, έβλεπε και τον προπάππο αγριεμένο, μήνυσε εκεί, επί τόπου, του γραμματικού του πώς όταν γίνουν κουβέρνο, θα πρέπει να ξεπληρώσουν τα 150 αιγοπρόβατα στον Κυριάκο! Όσο νά'ναι, λοιπόν, εμείς, οι Έλληνες, μέχρι και το 1950 που «αθωωθήκαμε», ζωοκλέφτες παραμείναμε. Ξέρετε ότι το χαρτί αυτό του Κολοκοτρώνη είχε σωθεί και το φυλάγαμε; Μετά το χάσαμε και τώρα, γαμώτο, δεν ξέρουμε ποιος μπορεί να το' χει. 

Μιλήστε μου για τα παιδικά σας χρόνια. Ένας άνθρωπος που γεννιέται το '37 στην Ελλάδα, αν μη τι άλλο, μεγαλώνει με κακουχίες και σκληρές εικόνες.

Έζησα κι εγώ τις κακουχίες, την πείνα, τις στερήσεις, αλλά και τους ταγματασφαλίτες. Θυμάμαι καλά εκείνο το δημοψήφισμα του 1946 που το κόμμα δεν κατέβηκε στις εκλογές - λάθος κατά τη γνώμη μου. Την επόμενη μέρα ξεκίνησαν οι συλλήψεις όσων δεν είχαν ψηφίσει. Έτσι έπιασαν και τον πατέρα μου και τον πήγαν στην Ακροναυπλία, στις φυλακές του Ναυπλίου, κι έτσι εγώ είδα θάλασσα για πρώτη φορά στη ζωή μου. Η εικόνα είναι ολοζώντανη: Εμείς με τη μάνα μου πάνω σε μια καρότσα φορτηγού, να βλέπουμε το Μπούρτζι. Από τότε η θάλασσα και η γυναίκα έγιναν μέσα μου ίσα κι όμοια πράγματα με ένα τρόπο μαγικό. Βλέπετε πως, στην πορεία του ανθρώπου, και τα δύο πνίγουν και σκοτώνουν!

Ας πάμε σε ότι έμελλε να κάνετε βασικά στη ζωή σας. Είμαι σίγουρος πως θα μου πείτε για τα θερινά σινεμά. 

Μα, ναι, τι άλλο να υπήρχε τότε, από που να βλέπαμε σινεμά; Από μικρό παιδί μεγάλωσα μέσα στον κινηματογράφο. Έκανα όλες τις δουλειές, έστηνα τις καρέκλες, κουβάλαγα τις κόπιες. Έβλεπα τα πάντα, από Τζον Φορντ μέχρι Φεντερίκο Φελίνι, άρχισα να αντιλαμβάνομαι τον κόσμο μέσα από σκηνές φτιαχτές και πρόσωπα που υπήρχαν και δεν υπήρχαν. Ξέρετε με τι τίτλο είχα δει πρώτη φορά το «La Strada» του Φελίνι;

Ιδέα δεν έχω.

«Πουλημένη απ' τη μητέρα της»...Καταλάβατε, έτσι; Τότε όμως συνέβη κάτι που με μύησε στον μαρξισμό και που έχει σημασία να σας αφηγηθώ: Το 1948, παιδάκι 11 χρονών, έκανα διάφορες δουλειές σ' ένα τυπογραφείο. Είχε έρθει ένας για να του το τυπώσουμε το βιβλίο του. Ο τίτλος ήταν «Γελάτε πικραμένοι» με δώδεκα συμβουλές για το πώς μπορούμε να κατακτήσουμε την ευτυχία. 

Χαρά στο κουράγιο του, «Γελάτε πικραμένοι» μέσα στον Εμφύλιο!

Μην το λέτε, ο άνθρωπος αυτός δεν ήταν καθόλου τυχαίος. Για την ακρίβεια, ήταν ένα παράξενο ποιητικό πρόσωπο, που λέγανε ότι άφησε την Τρίπολη για να περιπλανηθεί στην Ευρώπη και να καταλήξει ψυχολόγος και βοηθός, μάλιστα, του Γιουνγκ. Μιλάω για τον Παναγιώτη Τσούκα, γνωστός με το ξένο του όνομα, Ασάντο Μάριο Τσουκίνι. Εμείς οδεύαμε για το τέλος του Εμφυλίου κι αυτός ήταν μαρξιστής. Μια μέρα με είδε που πούλαγα τσιγάρα, όχι πακέτα, αλλά δύο - δύο, τρία - τρία, όπως τα πουλάγαμε τότε χύμα. «Έλα εδώ» μου λέει, «ξέρεις πως δουλεύει το κράτος; Το Κεφάλαιο διαθέτει την ύλη για να την πουλάει η εργατική τάξη και να βγάζει κέρδος. Πληρώσαμε 100 δραχμές και βγάλαμε την Υπεραξία, 180 δραχμές». Ως εκεί καλά! Μετά, όμως, μου εξήγησε πως αφού εγώ δεν θα βγάλω μία, να πώς με εκμεταλλεύεται ο καπιταλισμός, να πως γίνεται η εκμετάλλευση ανθρώπου απ' άνθρωπο. Θέλω να σας πω, εν ολίγοις, ότι εγώ από το '48 - '49 είχα μυηθεί στον μαρξισμό και τον ήξερα απ' έξω κι ανακατωτά. Μετά θυμίστε μου να σας πω για μια φωτογραφία που είχε ο Τσουκίνι μαζί με τον Βιτόριο Ντε Σίκα και τον Τσεζάρε Ζαβατίνι, έχει σημασία. Τι άλλο να πούμε σ' αυτό το σημείο;

Θα πρότεινα να συνεχίσετε με τις άλλες δουλειές του ποδαριού που κάνατε. Τα θεωρώ στοιχεία όλα αυτά του στυλ των ταινιών που αξιωθήκατε να γυρίσετε.

Η μάνα μου είχε έναν αδερφό, τον Χρη, που πέθανε στο Τορόντο πριν μερικά χρόνια. Του έλεγε η θειά μου η Ελένη, «Μη βγεις έξω σήμερα, έχει -25 βαθμούς». Δεν την άκουσε, ήταν και 80 τόσο ετών...Λοιπόν, έχετε δίκιο μ' αυτό που λέτε, γιατί τον θείο μου αυτόν τον είχα κατακλέψει στα σενάρια και στα θεατρικά και κάποτε πρέπει να τον αποκαταστήσω. Ο θείος Χρη μας έστελνε στον Άγιο Νικόλα να δουλέψουμε στα βόλια, να μαζέψουμε δηλαδή τα βόλια απ' τις εκτελέσεις των Γερμανών. Τα λιώναμε, τα πουλάγαμε για μολύβι κι έτσι εξασφαλίζαμε λίγο γάλα, ψωμί και ρύζι. Είχα ένα μικρό μαχαιράκι, έσκαβα το κοκκινόχωμα και τα ξέθαβα. Μια μέρα είχε γίνει μια μεγάλη εκτέλεση, 206 άτομα είχαν σκοτώσει, οπότε μαζί με καμιά δεκαριά άλλα παιδάκια πήγαμε απ' τα χαράματα. Που και που είχαμε μαζί μας κι ένα πολύ όμορφο κοριτσάκι, λίγο μεγαλύτερο, εγώ θά'μουν 10 στα 11 κι εκείνο στα 12 - 13. Εκείνη τη μέρα, όμως, δεν είχε έρθει, εγώ είχα ήδη γεμίσει έναν ολόκληρο τενεκέ με τρεις οκάδες βόλια και σκεφτόμουν τις χαρές που θα' κανε ο θείος Χρη και τα εύσημα που θα' παιρνα. Κι εκεί που τα σκεφτόμουν, νά σου κι εμφανίζεται το κορίτσι που έκλαιγε με λυγμούς. Με παρακάλεσε να της δώσω λίγα απ' τα πολλά μου βόλια, γιατί είχε αργήσει να ξυπνήσει και ο μπαμπάς της θα την έδερνε που δεν θα του πήγαινε τίποτα. Της λέω να πάμε σε ένα παραγκάκι και της μετράω μερικά βόλια. «Πως να σε ευχαριστήσω;» μου κάνει κι εκεί απάνω με φιλάει! Πέφτω λιπόθυμος, αλλά όταν συνήλθα είδα ότι μου' χε πάρει όλα τα βόλια. Κλάμα εγώ, μαύρο δάκρυ σας λέω, αλλά ο θείος Χρη που είχε ανησυχήσει, ήρθε και με βρήκε. Του τα είπα όλα και τον παρακάλεσα να μη με δείρει. «Μπράβο, καλή αρχή! Όχι μόνο δεν θα σε δείρω, αλλά θα σου δώσω και συγχαρητήρια» μου είπε. Απ' αυτό το περιστατικό, κατάλαβα και τι είναι οι γυναίκες! 

Νόστιμη ιστορία. Το ίδιο νόστιμη πιστεύω θα' ναι κι αυτή με τον Τσουκίνι και τον Ζαβατίνι.

Έτσι ήρθα στην Αθήνα για να γίνω σκηνοθέτης! Ο Τσουκίνι μας είχε δείξει μια φωτογραφία του που τον είχαν αγκαζαρισμένο ο Βιτόριο Ντε Σίκα και ο Τσεζάρε Ζαβατίνι. Τα' χε βάλει, όμως, με τον Ζαβατίνι, υποστήριζε πως η ιδέα για τον «Κλέφτη ποδηλάτων» ήταν δική του και του την είχε κλέψει! Με πιάνει εμένα, που ήμουν απ' τους πιο καλούς μαθητές του και μου λέει: «Εσύ, μικρέ, θα γίνεις σκηνοθέτης, θα κάνεις μια ωραία ταινία, θα πας στο Φεστιβάλ Βενετίας και θα βραβευτείς. Εκεί, όταν σηκωθείς για να παραλάβεις το βραβείο, θα πεις ''Καταγγέλω την κλοπή του Κλέφτη ποδηλάτων, το σενάριο ήταν του Ασάντο Μάριο Τσουκίνι''»! 

Τα' χε όλα έτοιμα μεσ' στο κεφάλι του.

Αυτό, ναι, αλλά έτσι, σας είπα, γράφτηκα στη σχολή Σταυράκου στην Αθήνα. Ήθελα να χωνόμουν στην παραγωγή, γι' αυτό έπιασα αμέσως τον Τζανή Αληφέρη κι αυτός μ' έστειλε στα γυρίσματα της ταινίας «Έγκλημα στο Κολωνάκι». Δούλεψα μετά στις «Χίλιες παρά μία νύχτες», μια ταινία με σενάριο - αλαλούμ ή, σωστότερα, χωρίς καν σενάριο, που έπαιζε ο Αγκόπ, με τα ίδια σκηνικά που είχαν ξεμείνει απ' τη «Λίμνη των στεναγμών» του Γρηγορίου, στην οποία έπαιζε η Ειρήνη Παππά κι έκανε την κυρα - Φροσύνη. Στο δικό μας φιλμ, το «Χίλιες παρά μία νύχτες», όλη την ώρα κορίτσια ντυμένα Τούρκισσες χόρευαν και υπηρέτες σερβίριζαν πιλάφια. Στην ταινία αυτή βοηθός ήταν ο Τάσος Δενέγρης, ο ποιητής, και μάλιστα οι δυο μας ήμασταν ερωτευμένοι με την πρωταγωνίστρια, τη Λύντια Στεφανίδου. Σκηνοθετούσε ο Έτζο Ντ' Αλάρα, που είχε βρεθεί στην Ελλάδα για διαφημιστικά της εποχής. Καλά περάσαμε, δεν μπορώ να πω! 

Θέλω να μου μιλήσετε για τον Κώστα Καραγιάννη. Δουλέψατε αρκετά, νομίζω, κοντά του.

Ο Κώστας με είχε πάρει βοηθό στην πρώτη ταινία που έκανε, το «Νησί της αγάπης», και σε δυο - τρεις άλλες επόμενες του. Υπήρξε ο πρώτος Έλληνας σκηνοθέτης που είχε τελειώσει σχολή στο εξωτερικό και πάθαμε σοκ όταν τον πρωτοείδαμε να έρχεται από το Παρίσι! Μέχρι τότε οι Έλληνες σκηνοθέτες δούλευαν εμπειρικά, το πολύ να' χαν τελειώσει τη σχολή Σταυράκου, η οποία - σημειωτέον - συστεγαζόταν μ' αυτή του Κουν. Ντυνόταν κομψά ο Καραγιάννης, γαλλικά, με τα φουλάρια του και με το μουστάκι του, που το' χε «πάρει» απ' τους μποέμ καλλιτέχνες του Καρτιέ Λατέν. 

Τι κρατάτε απ' αυτά τα «συνταξιδέματα» σήμερα;

Αρκετά, θέλοντας και μη, γιατί μου έτυχε να δουλέψω με όλους σχεδόν τους σκηνοθέτες. Δεν μπορώ να ξεχάσω την εμπειρία να δουλεύω βοηθός του Ντίνου Κατσουρίδη στο «Της κακομοίρας» με τον Χατζηχρήστο. Ξέρετε πως με σύστηνε στα κορίτσια, πολλά χρόνια μετά, ο φίλος μου ο Χρήστος Βακαλόπουλος; «Από δω ο Σταύρος Τσιώλης που ήταν βοηθός του Κατσουρίδη στο ''Της κακομοίρας''». Μια μέρα τσαντίστηκα, τον πιάνω τον Βακαλόπουλο, «Κάτσε, ρε Χρήστο, έχω κάνει τόσα πράγματα, ταινίες, βραβεία, κι εσύ με συστήνεις ως ο βοηθός στο ''Της Κακομοίρας'';» Και τότε αυτός έσκυψε το κεφάλι και με ένα βλέμμα όλο νοσταλγία μου απάντησε πως εγώ είχα ζήσει κάτι, που αυτοί όλοι δεν θα το ζήσουν ποτέ...

Δεν είχε άδικο ο Βακαλόπουλος, αν σκεφτούμε πως η ταινία αυτή ανήκει στις κορυφαίες κωμωδίες του παλιού ελληνικού κινηματογράφου.

Τι να πούμε και για τον Γιάννη Δαλιανίδη που δούλεψα βοηθός του για οκτώ χρόνια; Μεγάλος ήταν αυτός, προσωπικότητα, που για μένα δεν έχει ερευνηθεί, όσο θα του άξιζε. Το ίδιο ισχύει και για τον Καραγιάννη, αλλά εδώ, ξέρετε, ταυτίζουμε το έργο με την προσωπικότητα του καθενός. Μέσω Δαλιανίδη, τον καιρό της παντοδυναμίας του Φίνου, πέρασα κι εγώ στη σκηνοθεσία. Πιστεύω βέβαια πως ουσιαστικά μόνος μου βοήθησα τον εαυτό μου, αφού έπιανα συχνά τα μέλη του συνεργείου και τους έλεγα διάφορα παραμύθια, τις ιστορίες μου. Ο Φίνος το' χε μυριστεί και ένα πρωί βρισκόμαστε στη Χίου 53 κι έχουμε δώδεκα πούλμαν που θα μετέφεραν τους κομπάρσους. Γυρίζαμε το «Αγάπη και αίμα» με Καρέζη - Καζάκο και καμιά τρακοσαριά καβαλάρηδες περίπου! Προτού καλά - καλά να φέξει, σκάει ο κ. Φίνος κι εμείς τα χάνουμε. Δεν το συνήθιζε και, τέλος πάντων, φορτώνουμε. Με πιάνει απ' το μπράτσο, μου λέει «Πάμε λίγο μέσα που σε θέλω» κι εγώ αφήνω στο πόστο μου τον β' βοηθό, τον δικό μου βοηθό δηλαδή, τον Κώστα Κουτσομύτη. Προηγουμένως, ο Φίνος είχε πει του θυρωρού, του περίφημου Σουρμελίδη, να φτιάξει δυο καφέδες, «κι έναν για τον Σταύρο», κάτι που συνέβαινε για πρώτη φορά: Καφές με το αφεντικό, σαν να λέμε! Τι με ήθελε ο Φιλοποίμην Φίνος; Μου είπε να φύγω απ' αυτό το γύρισμα, να πάω σπίτι μου και να γράψω ένα σενάριο για παιδιά - άκουσον, άκουσον! Πραγματικά, λίγο καιρό μετά του πήγα το σενάριο του «Μικρού δραπέτη», δίνοντας μου ουσιαστικά την πρώτη μου ευκαιρία ως σκηνοθέτης! Το έκανε αυτό ο Φίνος, αν έβλεπε κάποιον να ξεχωρίζει, τον βούταγε αμέσως. Μόνο σε μένα και τον Παύλο Τάσιο το' χε κάνει, όμως, σε κανέναν άλλο συνάδελφο που είχε περάσει από τη Φίνος. Σκεφτείτε πως ακόμη και ο τεράστιος Δαλιανίδης, είχε κάνει πολλές μεγάλες επιτυχίες ως Γιάννης Νταλ, προτού δηλαδή πάει στον Φίνο. 

Και πότε αντιληφθήκατε ότι ανήκετε σε ένα άλλο, πιο καλλιτεχνικό να το πω, σινεμά;

Αυτό συνέβη το 1970, μέσα στη χούντα, όταν ο Φίνος μου πρότεινε να κάνω ταινία το «Καληνύχτα Μαργαρίτα» με μία συγκεκριμένη ηθοποιό. Αρνήθηκα και δεν μου το συγχώρεσε, τον στενοχώρησα, προείχε όμως η αριστερή μου συνείδηση. Εκεί είπα πως αποσύρομαι από το σινεμά, παρόλο που μια ταινία σε δικό μου σενάριο, η «Κατάχρηση εξουσίας» σε σκηνοθεσία Νίκου Φώσκολου, έσκισε διεθνώς! Είχε μεταγλωττιστεί και προβληθεί σε 36 χώρες, ενώ παιζόταν ως δεύτερη ταινία στην Ομόνοια. Βγάλαμε καλά λεφτά, είχαν ήδη κάνει την εμφάνιση τους, όμως, ο «Τζίμης ο Τίγρης» του Βούλγαρη, ο Δαμιανός με το «Μέχρι το πλοίο» και ο Αγγελόπουλος με την «Αναπαράσταση». Εκεί θεώρησα ότι ανήκω, αλλά κι αυτό δεν μου το συγχώρεσαν κάποιοι άλλοι και με παρεξήγησαν. Τυχαίο είναι που ο Τιμογιαννάκης σε ότι κάνω, μου βάζει πάντα μαύρη βούλα; (γέλια)

Τι σας έκανε να παρατήσετε το σινεμά πάνω που χτίζατε σίγουρη καριέρα; Τόσο άναρχο πνεύμα πια;

Είναι άναρχος κάποιος που παρατάει το σινεμά και πάει στο Άγιο Όρος για να γίνει αγιογράφος;

Εσείς θα μου πείτε και μετά θα δούμε τι είναι/ είστε.

Πριν το Άγιο Όρος, δούλεψα «αντικριστής» στο Χρηματιστήριο. Με είχε προσλάβει ο κύριος Κουμανταρέας, ο πατέρας του Μένη, του συγγραφέα, με τον οποίο γίναμε πολύ φίλοι.

Τι θα πει «αντικριστής»;

Ήμουν απ' έξω και έκανα τον κράχτη, φώναζα -ας πούμε -«200 η Εθνική» και κράταγα μπλοκάκι. Ο κόσμος δεν ήξερε καλά - καλά τι θα πει Χρηματιστήριο. Ήμουν πάρα πολύ «επιθετικός», φώναζα ωραία και άρπαζα τις ευκαιρίες, άρα είχα επιτυχία. Χωρίς να υπάρχουν κομπιουτεράκια τότε, κάναμε υπολογισμούς ανάλογα με το τι μας ζητούσαν οι πελάτες. Εκεί με έμαθε ο Κουμανταρέας τι είναι η τιμιότητα. Τι θα πεις στον πελάτη άμα του πουλάς «Εθνικές» από τα 1.000 στα 1.500 και ξαφνικά να πηγαίνουν στα 2.000; Ο Κουμανταρέας από δίπλα σχολίαζε στενοχωρημένος: «Την πατήσαμε. Να δούμε τώρα πως θα βοηθήσουμε τον πελάτη μας σε μια επόμενη αγορά του», συμβουλεύοντας με ταυτόχρονα να μην «δίνω» στα λιπάσματα. «Πρόσεχε τα λιπάσματα, Σταύρο» μου έλεγε. Από κει περνούσαν και πολλοί άνθρωποι του πνεύματος, πολλούς απ' τους οποίους γνώρισα και γίναμε φίλοι στη συνέχεια. Πάμε τώρα στο Άγιο Όρος;

Και δεν πάμε...

Στο Άγιο Όρος, στο υπόγειο των Παχωμαίων, είχα βρει καμιά πεντακοσαριά κατεστραμμένες εικόνες. Υπήρχε βέβαια ένα ματάκι στη μία, ένα χεράκι στην άλλη, αφού οι Βυζαντινοί είχαν κάνει χάραξη πάνω τους. Ζήτησα να μου τις δώσουν τις εικόνες ως «παλιόξυλα», αλλά μου απάντησαν πως «εδώ έχουμε 500 εικόνες που πρέπει να δημοπρατηθούν». Έγινε η δημοπρασία, τις «χτύπησα» όλες, τις έφερα στην Αθήνα κι από κει βγήκα στα νησιά, να τις πουλάω, φτιάχνοντας μάλιστα και ιστορίες γύρω απ' αυτές. 

Απίθανος είστε, κύριε Τσιώλη. Πείτε μου μια απ' αυτές τις ιστορίες που σκαρφιζόσασταν.

Έλεγα, ας πούμε, πως αυτή η εικόνα ήταν ενός μοναχού που η μάνα του ήταν σαν την Παναγία, μάνα και σύζυγος δηλαδή...Οι μαγαζάτορες με άκουγαν με δάκρυα, εγώ «έχωνα» καλές τιμές κι έτσι τις αγόραζαν. Βγάλαμε, όσο να πεις, καλά λεφτάκια. Τους έλεγα να λένε πως οι εικόνες είναι του 17ου αι., έλα όμως που ένας Γερμανός που είχε αγοράσει μία, την είχε δώσει στους δικούς του προς αξιολόγηση. Τηλεφώνησε και είπε: «Σας ευχαριστώ! Η εικόνα τελικά είναι του 14ου αι.», δηλαδή πολύ μεγαλύτερης αξίας! Το παράξενο είναι πως από τις εικόνες έμαθα να φτιάχνω και κοσμήματα, πολύ καλά, τόσο καλά που ένα μάλιστα δικό μου κόσμημα αγόρασε κάποτε η Γκρέις Κέλι! 

Είδατε που σας έλεγα; Ο κάθε σκηνοθέτης τελικά τη ζωή του μεταφέρει στο έργο του.

Δεν διαφωνώ, σας είπα ότι είχατε δίκιο με την παρατήρηση σας, σε ότι αφορά εμένα τουλάχιστον. Η κυρία Μαυράκη, που έβαλε τις εικόνες μου στο μαγαζί της, μου λέει μια μέρα να πάω να της φέρω και κοσμήματα, γιατί εγώ είμαι για παραπάνω πράγματα - ποιος ξέρει τι να εννοούσε αυτή που δεν γνώριζε καν πως ήμουν σκηνοθέτης! Πήγα και βρήκα τον Ιωάννου, που είχε έρθει απ' την Αίγυπτο και ήταν μάστορας στα 22 καράτια. Άρχισα να σχεδιάζω κι εγώ κοσμήματα που μου τα έφτιαχνε μετά εκείνος. Δεν ζει πια ο Ιωάννου, αλλά άφησε πολλούς μαθητές του. Μια μέρα βλέπω μια συγκλονιστική εικόνα της αυτοκράτειρας Θεοδώρας, που φορούσε ένα περιδέραιο, το οποίο αντέγραψα με τα πετράδια του, κινδυνεύοντας να καταστραφώ οικονομικά. Επιβεβαίωσα τη Μαυράκη, όμως, που απεφάνθη: «Δεν σ' τά' λεγα εγώ ότι είσαι μεγάλος καλλιτέχνης;» Πήρε το περιδέραιο για το μαγαζί της, αφού ήταν πολύ πλούσια, ο μισός Ελούντας στην Κρήτη δικός της ήτανε! Έκανε το καλύτερο πρόμο, έβγαλε όλα τα άλλα κοσμήματα και στην κεντρική βιτρίνα του μαγαζιού της, μπροστά στην πλατεία με τα λιοντάρια, τοποθέτησε μόνο ένα γυναικείο λαιμό να φοράει το περιδέραιο της Θεοδώρας! Από κει πέρασε η Γκρέις Κέλι, της «γυάλισε» και αμέσως το αγόρασε! Εγώ, πάλι, σκεφτόμουν τη μάνα μου, όταν ως παιδί ήμουν ερωτευμένος με τη Γκρέις Κέλι. Την έβλεπα στη «Χωριατοπούλα», στο σινεμά, κι έκλαιγα και δωσ' του να μου λέει η μάνα μου: «Κοίτα, βρε, κάνα κορίτσι απ' τη γειτονιά κι άσ' τες αυτές»...Λίγο τό' χετε να φοράει μετά από χρόνια η Γκρέις Κέλι κόσμημα σχεδιασμένο από μένα; Να σας πω και για τα ράλι αμέσως μετά τα κοσμήματα;

Απολαμβάνω να ακούω, συνεχίστε σας παρακαλώ.

Είχα κάνει, αν θυμάστε, μια ταινία με μεγάλη επιτυχία, τον «Πανικό» μ' αυτή την επιτυχία να οφείλεται εν πολλοίς στον Σπύρο Τσινιβίδη, έναν μεγάλο οδηγό. Είχε συμμετάσχει αφιλοκερδώς στην ταινία και μου είχε φέρει και δυο - τρία άλλα άτομα στην σκηνή της απαγωγής με τα κυνηγητά. Ο Τσινιβίδης, λοιπόν, με πήρε συνοδηγό του σε δύο αγώνες ράλι και η όλη κατάσταση με συνεπήρε. Κατάλαβα τι σημαίνει να παίζεις με το θάνατο, γιατί αυτό έκαναν αυτοί στην ουσία!

Εσείς, όμως, δεν θα θέλατε να πεθάνετε.

Όχι, φυσικά, αλλά γι' αυτό ίσως μέχρι σήμερα θεωρώ τους ραλίστες μεγάλα πρόσωπα! Ο θάνατος ήταν ένα μεγάλο κομμάτι από την ύπαρξη τους και από τ' όνειρο τους, μόνο που εγώ δεν είχα τέτοιο όνειρο. Γνωρίζετε ότι ο Ολιβέιρα, ο μεγάλος Πορτογάλος σκηνοθέτης, που πέθανε 102 ετών, είχε όνειρο να γινόταν ραλίστας;

Ναι, το έχω ακούσει.

Μάλιστα! Δεν τον είχε αφήσει ο πατέρας του, έλεγε! 

Ας αφήσουμε τον Μανουέλ Ντε Ολιβέιρα κι ας πάμε στον Δημήτρη Κεχαΐδη, τον συγγραφέα. Θέλω να βάλουμε και το θέατρο στην κουβέντα μας.

Δεν θυμάμαι πότε ακριβώς γνώρισα τον Κεχαΐδη, αλλά ήμασταν φίλοι κι αδέρφια για τουλάχιστον μία δεκαπενταετία. Αχώριστοι, κολλητοί. Το έργο του, «Δάφνες και Πικροδάφνες», από μένα το' χε εμπνευστεί, από ιστορίες που του έλεγα από το Μαίναλο και την Τρίπολη. Έτσι γινόταν, έτσι κάναμε, έκλεβε ο Δημήτρης, όλοι κλέβαμε. Οι μισές δικές μας ατάκες είναι ατάκες που υποκλέπταμε απ' τον απλό κόσμο. Πηγαίναμε με μικρόφωνα και τη στήναμε στο Μοναστηράκι, καταγράφοντας μοναδικούς διαλόγους! Μια μέρα ένας κοπάνησε το χέρι του πάνω σε έναν διαπληκτισμό και πέταξε τη μεγάλη ατάκα στον συνομιλητή του: «Ρε, σου μιλάω πάνω σε μια λογική, δεν το καταλαβαίνεις;» Μας κόπηκαν τα πόδια! Ο Κεχαΐδης, που ήταν κανονικός κλέφτης, αλλά έδινε και ψυχή, το πήρε αμέσως και το έβαλε στο «Τάβλι», το αριστούργημα του! Το ίδιο κι εγώ, σε τρία μετέπειτα σενάρια μου. Παρέα, θέλω να πω εδώ, έκανα και με τον Μήτσο Ευθυμιάδη πέραν του Κεχαΐδη. 

Στο σινεμά πότε και πως ξαναμπαίνετε;

Όταν συνάντησα μια μέρα στη λαϊκή Χαλανδρίου τον Γιώργο Αρβανίτη, τον οπερατέρ. Με παρακίνησε να αρχίσω να ξαναγράφω κι έτσι έγραψα, στο χέρι, με χαρτί και μολύβι, το «Μια τόσο μακρινή απουσία». Δεν φαντάζεστε πόσο πανευτυχής ξανάνιωσα! Δίναμε τα χειρόγραφα, θυμάμαι, στην κυρία Καίτη στα Εξάρχεια και μας τα δακτυλογραφούσε. Οι πάντες πέρναγαν εκεί, από τον Φίνο μέχρι τον Σταύρο Τορνέ, που δεν του έπαιρνε ποτέ λεφτά. Πήγα βρήκα τον Αρβανίτη πάλι, η γυναίκα του, η Αγγελική, είχε φτιάξει κι ένα ωραίο αρνάκι στο φούρνο, οπότε άρχισα να τους διαβάζω το σενάριο. Πολύ συγκινήθηκαν, της δε Αγγελικής τρέξανε και δάκρυα απ' τα μάτια της. Ο Γιώργος πέρασε κατευθείαν στο άλλο «ψητό»: «Πόσα λεφτά διαθέτεις; Εγώ βάζω μηχανές και τεχνικούς». Θέλοντας να κρύψω και κάτι (γέλια), απάντησα πως έχω μόνο τέσσερα εκατομμύρια, αλλά αυτός είπε «Ξεκινάμε» και, πράγματι, η ταινία έγινε με τέσσερα εκατομμύρια! Δεν πληρώθηκε, βέβαια, κανείς, μόνο που ο Γιώργος πήγε και την κατέθεσε στο τότε Ελληνικό Κέντρο Κινηματογράφου. 

Εσείς δεν είχατε κάποια επαφή με το ΕΚΚ;

Αστειεύεστε; Χαμπάρι δεν είχα, δεν ήξερα καν ότι υπήρχε τέτοιο πράγμα! Την είδε την ταινία ο κύριος Ζάννας και πόσα, λέτε, μας έδωσε αμέσως το ΕΚΚ; Δεκαεπτά ολόκληρα εκατομμύρια! Η χαρά της Αγγελικής ήταν απερίγραπτη όταν φορτώσαμε τα εκατομμύρια σε μια τσάντα και βγήκαμε παγανιά ν' αρχίσουμε να ξεπληρώνουμε τον κόσμο. Η πλάκα ήταν που πρώτον θελήσαμε να πληρώσουμε τον Θανάση Αρβανίτη, που του έβγαινε η Παναγία στο μιξάζ και συνήθιζε να λέει μπαϊλντισμένος: «Κατάλαβες; Το κάθε ψώνιο θέλει να κάνει ταινία και την πληρώνουμε εμείς στο τέλος» (γέλια). «Η αμοιβή σου» του κάνουμε, ανοίγει και βλέπει τέσσερα πάκα των 500.000 δραχμών. «Ρε, είστε καλά;» κάνει...«Καλά είμαστε» και γυρνάμε και φεύγουμε, έχοντας πάρει την εκδίκηση μας. 

Τι κάνατε με τα υπόλοιπα χρήματα;

Να μια καλή ερώτηση! Τα έβαλα όλα στο «Σχετικά με τον Βασίλη» κι εκεί τα έχασα όλα...

Εμένα μου άρεσε η ταινία αυτή και μόνο για το γεγονός, αν θέλετε, που έπαιξε ο Τάσος Δενέγρης ο ποιητής.

Τον οποίο Δενέγρη κάναμε αμάν για να τον πείσουμε να παίξει. Η κόρη μου, η Κατερίνα, που στο φιλμ υποδυόταν τη δική του κόρη, πήγαινε και του' λεγε: «Έλα, σε παρακαλώ, μπαμπά, παίξε». 

Ήταν η πρώτη επιλογή ο Δενέγρης; Θέλω να πω δεν περιμένατε να σας «κουράσει» ένας τέτοιος sui generis άνθρωπος;

Όχι, απλά τον Δενέγρη τον ήξερα πολλά χρόνια και τον εκτιμούσα ως καλλιτέχνη. Αρχικά ήταν να κάνει το ρόλο του ο Νικήτας Τσακίρογλου, τεράστιος ηθοποιός. Σε μια σκηνή διάβαζε την «Αθλητική Ηχώ» και του'χαμε φορέσει, θυμάμαι, ένα ωραίο μπλε πουλόβερ. Όλα έδειχναν τέλεια, αλλά όταν είπαμε «Πάμε πλάνο» και λέει αυτός την πρώτη ατάκα, γυρνάω και βλέπω τον οπερατέρ μου, Βασίλη Καψούρο, με ένα βλέμμα μεσ' στην απογοήτευση. Του λέμε: «Νικήτα, έρχεσαι στην κουζίνα για λίγο;», παρών ήταν κι ο φωνολήπτης, όπου του εξηγούμε πως δεν μπορούμε να συνεχίσουμε έτσι. Ήταν άβολη στιγμή, «Τι δεν σας άρεσε;» μας ρωτούσε...Τελικά του είπαμε πως δεν έκανε για το ρόλο, ήταν λάθος κάστινγκ, αφού είναι ένας δυναμικός άνθρωπος, επιβλητικός, ενώ ο δικός μας ήρωας είναι ένας καθηγητής πανεπιστημίου έτοιμος να τον μπουζουριάσουν...Έπεσε βουβαμάρα, ο Νικήτας έμεινε αμίλητος για πέντε λεπτά, εγώ έλεγα «Ωχ, λες να μας πλακώσει τώρα στο ξύλο αυτός;», εκεί όμως πέταξε το θεϊκό: «Εντάξει, αλλά το πουλόβερ δεν σας το δίνω, θα το κρατήσω»! 

Δεν νομίζω ο Τσακίρογλου να θύμωσε στη συνέχεια. Τον αντικατέστησε ένας ποιητής στην ταινία.

Ακριβώς. Το ότι δεν αντικαταστάθηκε απ' τον Θεοδωρόπουλο, λόγου χάριν, αλλά από ένα ποιητή, θα τον έκανε σίγουρα να πει: «Άσ' τους αυτούς, είναι αλλού γι' αλλού». Δοθείσης ευκαιρία, να ζητήσω συγγνώμη ακόμη μια φορά από τον Νικήτα Τσακίρογλου, γιατί ξέρω ότι κάπου τον πικράναμε. Δεν γινόταν, όμως, θα ήταν σαν να έβαζα τον Όρσον Ουέλες να κάνει τον πατέρα στον «Κλέφτη ποδηλάτων». 

Με τον Αργύρη Μπακιρτζή, σταθερή αξία στο έργο σας, πως γνωριστήκατε;

Και μ' αυτόν από λάθος κάστινγκ! Εξηγούμαι: Ο «Έρωτας στη χουρμαδιά» προέκυψε από την αποτυχία μας να γράψουμε από κοινού με τον Κεχαΐδη ένα θεατρικό έργο. Και σ' αυτή την ταινία είχαμε πάρει έναν εξαιρετικό ηθοποιό, τον Άλκη Παναγιωτίδη, αλλά γυρίζουμε μια σκηνή στην Ομόνοια, με κοιτάει πάλι ο Καψούρος, ο οπερατέρ, άντε ξανά τα ίδια...Τον πάμε τον Παναγιωτίδη σ' ένα ωραίο γαλακτοπωλείο που υπήρχε, «Θα φας ένα βουτυράκι με μέλι;», «Ευχαρίστως» κάνει αυτός κι εμείς να λέμε από μέσα μας «Αχ, καημένε, που νά'ξερες τι σε περιμένει» (γέλια). Του πήραμε κι ένα μπακλαβαδάκι μετά, ήρθε η ζάχαρη κι έκατσε και τον «έφτιαξε», κι εκεί του λέμε: «Κοίτα, μανάρι, δεν κάνεις για το ρόλο, αλλιώς τον είχαμε ονειρευτεί»...Έφυγε πολύ λυπημένος, αλλά έπρεπε να δράσουμε άμεσα για να έβγαινε η ταινία. Θυμήθηκα εκείνες τις μέρες έναν ψηλό και άχαρο που έπαιζε στον Πανουσόπουλο και τραγούδαγε κιόλας. Ο Πανουσόπουλος μας έδωσε το νούμερο του και του τηλεφωνήσαμε. Μετά, όμως, αυτός πήρε τον Πανουσόπουλο και του είπε: «Δεν μου λες, τι είναι αυτός ο Τσιώλης; Είδα μια ταινία του στην τηλεόραση», τους «Ακατανίκητους εραστές» έλεγε, και «επί δέκα λεπτά, ένα αγοράκι περπατούσα. Έφυγα, έκανα μια δουλειά κι όταν ξαναπήγα στην τηλεόραση μετά από 20 λεπτά, ακόμα εκεί ήταν το κωλοπαίδι και περπατούσε! Αλλάζω κανάλι, μετά από μισή ώρα λέω ''Για να δω τι απέγινε το παιδί αυτό'' και το ξαναβλέπω να περπατάει με το κρεβατάκι του»! Του απαντάει ο Πανουσόπουλος «Ε, και δεν χαίρεσαι; Δεν θα κουραστείς κιόλας» (γέλια). Τον Μπακιρτζή, αυτόν τον μεγάλο βυζαντινό καλλιτέχνη, τον έχουμε τώρα και στη νέα ταινία μας.

Την οποία, απ' όσο ξέρω, την σκηνοθετείτε από κοινού με τον Βάσο Γεώργα.

Ο Βάσος Γεώργας με παρακίνησε να την κάνω και δικαιούται να συνσκηνοθετήσει μαζί μου. Σ' αυτόν οφείλεται η πραγμάτωση της ταινίας αυτής, που κλείνει και μια τριλογία, η οποία ξεκίνησε με το «Παρακαλώ, γυναίκες, μην κλαίτε» και συνεχίστηκε με το «Ας περιμένουν οι γυναίκες».  

Ούτως ή άλλως το' χετε ξανακάνει στο παρελθόν, να συνσκηνοθετήσετε εννοώ.

Έτσι. Το' χα ξανακάνει με τον Χρήστο Βακαλόπουλο στο «Παρακαλώ, γυναίκες, μην κλαίτε». Ο Χρήστος είχε μια παράξενη πίστη, την οποία είχε μεταδώσει και σε μένα, έναν άθεο αριστερό. Απ' αυτόν εμπνεύστηκα τους δύο αγιογράφους που πάνε να αγιογραφήσουν ένα εκκλησάκι του 15ου αι. Τώρα, στο «Ας περιμένουν οι γυναίκες», δεν κάνουμε ένα road movie, αλλά και πάλι έχω την αίσθηση πως road movie μας βγήκε. Δεν βγαίνουμε περατζάδα με την κάμερα, αλλά είναι η ίδια η ζωή και κυρίως οι γυναίκες που περνάνε μπροστά από το φακό μας. 

Σας ευχαριστώ γι' αυτή τη συνομιλία, εύχομαι καλή επιτυχία με το crowdfunding και πείτε μου, για να κλείσουμε, έναν σύντομο αυτοπροσδιορισμό σας.

Εγώ σας ευχαριστώ καταρχάς που μ' ακούσατε και με καθοδηγήσατε, γιατί αν μ' αφήσεις εμένα ελεύθερο...(γέλια). Θέλω να σας πω ότι δύο πράγματα καθόρισαν αυτό που λέμε καλλιτεχνική πορεία, την πορεία μου: Ο ιταλικός νεορεαλισμός και ο «Δον Κιχώτης» του Θερβάντες. Φαίνεται αυτό από το «Παρακαλώ, γυναίκες, μην κλαίτε», που έβαλα δυο άντρες άνεργους να προσλαμβάνονται για μια μέρα προκειμένου να φυλάνε τσίλιες στην παράνομη ανέγερση ενός μικρού οικήματος. 

* Οι φωτογραφίες αποσπάστηκαν από τους λογαριασμούς στο facebook του Σταύρου Τσιώλη και της κόρης του, Κατερίνας Τσιώλη

To koutipandoras.gr θεωρεί δικαίωμα του κάθε αναγνώστη να εκφράζει ελεύθερα τις απόψεις του. Ωστόσο, τονίζουμε ρητά ότι δεν υιοθετούμε τις απόψεις αυτές καθώς εκφράζουν τον εκάστοτε χρήστη και μόνο αυτόν. Παρακαλούμε πολύ να είστε ευπρεπείς στις εκφράσεις σας. Τα σχόλια με ύβρεις θα διαγράφονται, ενώ οι χρήστες που προκαλούν ή υβρίζουν θα αποκλείονται.