Στη θλίψη έχουν βυθιστεί οι άνθρωποι και οι αναγνώστες του περιοδικού «Σχεδία», καθώς έγινε γνωστό ότι έφυγε από τη ζωή ένας από τους πιο αγαπητούς πωλητές της, ο κύριος Στάθης.
Πιο συγκεκριμένα τη δυσάρεστη είδηση την έκανε γνωστή το ίδιο το περιοδικό με ανάρτηση του, αναφέροντας πως ο αγαπητός πωλητής είχε μέρες να επικοινωνήσει με αποτέλεσμα οι άνθρωποι της Σχεδίας να τον αναζητήσουν και να τον εντοπίζουν νεκρό στο σπίτι του στον Νέο Κόσμο, με τους ανθρώπους του ΕΚΑΒ να λένε πως έχει χάσει τη ζωή του εδώ και περίπου 5 ημέρες.
Η συγκινητική ανάρτηση τονίζει πως ο κύριος Στάθης απολάμβανε να είναι έξω με το κόκκινο γιλέκο και να ανταλλάσσει κουβέντες και χαμόγελα με τον κόσμο όλο, με δεκάδες σχόλια να αναφέρουν πως όταν τον συναντούσαν στο κέντρο της Αθήνας τους κερνούσε καραμέλες βουτύρου και πάντα έπιανε κουβέντα μαζί τους.
Αναλυτικά η ανάρτηση του περιοδικού «Σχεδία»
Ποιος ξέρει, ίσως εκεί να ταξιδεύει, αυτή την στιγμή, ο αγαπημένος μας κ. Στάθης. Στα παράλια του Βοσπόρου. Ίσως, πάλι, να πλανάται πάνω από τα νερά της Κινέτας, όπου πλατσούριζε παιδί. Ή, ακόμη, και στις κατασκηνώσεις της Πεντέλης.
Αυτά μας έλεγε, μόλις πριν από λίγο καιρό, για τα παιδικά του χρόνια, κρατώντας το πηδάλιο, στο δεύτερο τεύχος της μικρής μας σχεδίας.
«Μου άρεσαν πολύ τα γλυκά του κουταλιού που έφτιαχνε η μητέρα, ειδικά το νεραντζάκι. Έψαχνα, λοιπόν, να βρω πού έκρυβε τα βαζάκια με τα γλυκά, αλλά δεν κατάφερνα να τα εντοπίσω», σκάλιζε ανάμεσα στο μπαούλο με το θησαυρό των αναμνήσεών του.
Ο κύριος Στάθης, ο Στάθης μας, με τα μπλε μάτια, το σμαραγδένιο χαμόγελο, τη μαλαματένια καρδιά δεν θα ξαναφορέσει το κόκκινο γιλέκο, δεν θα μας ξαναδώσει καραμελίτσα βουτύρου από εκείνες με το χρυσό περιτύλιγμα και την κόκκινη αγελαδίτσα, δεν θα μας αφηγηθεί άλλες ιστορίες για τους καλούς ανθρώπους που αγοράζουν τη «σχεδία» μας.
Είχε μέρες να φανεί και ανησυχήσαμε.
Πήγε ο Νικόλας το πρωί, να τον γυρέψει, να του χτυπήσει την πόρτα. Απέξω, ακουγόταν το ραδιοφωνάκι να παίζει ακόμη, τραγούδια τρυφερά, λυπημένα.
Τον βρήκε άψυχο, μόνο, στο διαμερισματάκι του, στον Νέο Κόσμο. Είχαν περάσει πέντε-έξι μέρες, μας είπαν οι άνθρωποι του ΕΚΑΒ.
Αχ, πόσο ευχόμαστε να λέγανε την απόλυτη αλήθεια όλα αυτά που μας έλεγες, για το καλό που σου έκανε στην ψυχή σου και στο νου σου η «σχεδία» και ο κόσμος γύρω της, σε αυτήν την τελευταία στροφή της ζωής σου.
Πόσο απολάμβανες να είσαι εκεί έξω με το κόκκινο γιλέκο και να ανταλλάσσεις κουβέντες και χαμόγελα με τον κόσμο όλο.
Πόσο στενοχωριόμαστε που δεν προλάβαμε να σε κεράσουμε από το δικό μας γλυκό νεραντζάκι.
Να σε γλυκάνουμε, καλέ μας άνθρωπε, τόση χαρά που μας έδινες κάθε μέρα.
Θα σε ευχαριστούμε για πάντα για όλα αυτά που τόσο απλόχερα μας χάρισες.