Περί Τέχνης: Ο Panofsky και η Νεοελληνική Παρακμή

Ο καλλιτεχνικός ΠΑΣΟΚισμός δεν είναι κανονικότητα, είναι ύβρις προς τον πολιτισμό - «Καθότι εν Ελλάδι, τέχνη ίσον κονόμα. Και τέχνη χωρίς κονόμα ίσον σάμαλι χωρίς τελάρο», που λέει και ο Χάρρυ Κλυνν.

Ευάγγελος Κωνσταντέλος 04/04/2019 | 10:27

Ιστορία της Τέχνης ονομάζουμε τη μελέτη των καλλιτεχνικών αντικειμένων, έτσι όπως διαμορφώθηκαν μέσα από την ιστορική εξέλιξη και τα υφολογικά χαρακτηριστικά και πλαίσια, όπως είναι το είδος, ο σχεδιασμός, η μορφή και το στυλ. Η ερμηνεία και ανάλυση των έργων τέχνης είναι στην ουσία μια διαδικασία ανάγνωσης και αναγνώρισης της ανθρώπινης δημιουργικότητας και κατ’ επέκταση της πολιτισμικής δημιουργίας. Ήδη από την αρχαιότητα γνωρίζουμε ότι αναπτύχθηκαν μέθοδοι, που οδηγούσαν σε μια πιο συστηματική κατανόηση του τι εστί έργο τέχνης και ανθρώπινη δημιουργικότητα.

Από τον Ξενοκράτη (περ. 280 π.Χ.) μέχρι τον Πλίνιο τον Πρεσβύτερο (23–79 μ. Χ.) και αργότερα από τον Giorgio Vasari (1511-1574) μέχρι τον Roland Barthes (1915-1980) η τέχνη έγινε αντικείμενο έρευνας και μελέτης τόσο σε επίπεδο κατανόησης του περιεχομένου και της φόρμας όσο και σε επίπεδο σπουδαιότητάς της μέσα στην κοινωνία. Η προσπάθεια αφορούσε κυρίως τον προσδιορισμό αντικειμενικών κριτηρίων πρόσληψης ενός έργου τέχνης. Γι’ αυτό το λόγο οι μέθοδοι που αναπτύχθηκαν αφορούσαν κυρίως την οντολογία και ιστορικότητα των αντικειμένων, το οποία σε συνδυασμό με τα τεχνικά χαρακτηριστικά έδιναν μια πιο ολοκληρωμένη εικόνα για τη φύση και το νόημα του έργου τέχνης.  

Το 1939 ένας από τους πιο σημαντικούς ιστορικούς της τέχνης, ο Erwin Panofsky (1892-1968), δημοσίευσε το βιβλίο του με τίτλο «Μελέτες Εικονολογίας: Ουμανιστικά Θέματα στην Τέχνη της Αναγέννησης», όπου αναλύει τη διαφορά εικονογραφίας και εικονολογίας. Στο βιβλίο αυτό ο Panofsky αναφέρει ότι η εικονογραφία επεξηγεί το θέμα ή το περιεχόμενο ενός έργου τέχνης με βάση τις αναφορές στην λογοτεχνία και σε άλλες πηγές. Αντίθετα η εικονολογία μελετά το γενικότερο πλαίσιο του πολιτισμού και του πνεύματος ενός χώρου και μιας εποχής. Με άλλα λόγια η εικονολογία προσπαθεί να ερμηνεύσει τις συνθέσεις, τους συμβολισμούς και τα νοήματα που πραγματεύεται ο καλλιτέχνης. Είναι μια μέθοδος σύνθεσης, που ενοποιεί όλες τις διαθέσιμες πληροφορίες οι οποίες είναι απαραίτητες, ώστε να κατανοήσουμε την αξία ενός έργου τέχνης. 

Η μέθοδος ανάλυσης του Panofsky αποτελείται από τρία στάδια (strata), τρείς άξονες μελέτης της εικόνας. Στο πρώτο στάδιο ο ερευνητής αναλύει το έργο όσο το δυνατό περισσότερο αντικειμενικά, απομονώνοντας ταυτόχρονα εκείνα τα σημεία που συνθέτουν τα εικονογραφικά σύμβολα. Παράλληλα μελετά και αναλύει την τεχνοτροπία. Μέσα από την αποκωδικοποίηση αυτών των σημείων αναγνωρίζεται με καθαρότητα ο λόγος για τον οποίο χρησιμοποιεί ο καλλιτέχνης τα συγκεκριμένα εικονογραφικά σύμβολα. 

Το δεύτερο στάδιο είναι το εικονογραφικό. Ο ερευνητής έχοντας γνώση της τέχνης της εποχής που ερευνά, προβαίνει σε μια συγκριτική μελέτη με έργα άλλων γνωστών καλλιτεχνών της ίδιας εποχής. Αυτό το στάδιο προϋποθέτει βαθιά γνώση των πολιτισμικών και εικονογραφικών πλαισίων. Το τρίτο στάδιο είναι το εικονολογικό επίπεδο. Εδώ ο ερευνητής καλείται να ενσωματώσει το έργο τέχνης μέσα στο ιστορικό και κοινωνικό πλαίσιο. Το έργο τέχνης σε αυτό το σημείο δε θεωρείται ένα μεμονωμένο γεγονός αλλά προϊόν του συνολικού κοινωνικο-ιστορικού περιβάλλοντος.      

Επιδίωξη της εικονολογικής ανάλυσης και μελέτης είναι η ερμηνεία της εικόνας και του έργου τέχνης, εντάσσοντάς τα μέσα στον κόσμο των βιωμάτων των καλλιτεχνών και του κοινού, στην κοινωνική, πολιτική, πολιτισμική πραγματικότητα και γενικά σε ό,τι αποτελεί την κοσμοθεωρία ενός λαού. Το έργο τέχνης είναι ο καθρέπτης της κοινωνίας που την παράγει, αφού περάσει μέσα από την ιδεολογία, την αισθητική και τους κανόνες της οπτικής μιας κοινωνίας. Με άλλα λόγια, ο καλλιτέχνης δεν είναι μόνο «υπόλογος» ως προς το έργο του αλλά κυρίως προς την κοινωνία και την ιστορία. Αυτός είναι το «χέρι» που δημιουργεί τον «καθρέπτη».

Όπως γίνεται κατανοητό η μεθοδολογία του ιστορικού της τέχνης προσπαθεί να εξαλείψει ή να περιορίσει τα επιχειρήματα, ότι η τέχνη είναι υποκειμενική, η τέχνη είναι αυτόνομη, ο καλλιτέχνης μπορεί να μην έχει καμία σχέση με το δημιούργημά του κτλ. Η μέθοδος του Panofsky, σε συνδυασμό και με άλλους σύγχρονους ιστορικούς της τέχνης (Riegl, Wickhoff, Wölfflin, Dvořák, Strzygowski κ.α.) και θεωρητικούς/επιστήμονες (Freud, Jung, Marx, Barthes, Adorno κ.α.), μπορεί να εφαρμοστεί για την ερμηνεία και άλλων μορφών τέχνης (Αρχιτεκτονική, Ποίηση, Λογοτεχνία, Θέατρο, Κινηματογράφος, Φωτογραφία, Κόμικς, Μουσική κτλ.).

Υπάρχει μια αλληλεξάρτηση ανάμεσα στο έργο, την κοινωνία και το δημιουργό. Το κάθε μέρος επηρεάζει και επηρεάζεται από το άλλο. Συνεπώς η τέχνη είναι καθαρά μια πολιτική και κοινωνικά «ιδεολογική πράξη». Η ελληνική παράδοση δημιούργησε και ανέπτυξε δύο κοινωνικά και πολιτικά συλλογικά καλλιτεχνικά δημιουργήματα. Την αρχαία ελληνική και βυζαντινή τέχνη.

Η καθολικότητα αυτών των δύο μορφών καλλιτεχνικής δημιουργίας, αποτελεί μέχρι και σήμερα την πηγή έμπνευσης και στις σύγχρονες μορφές έκφρασης ή απεικόνισης παρόμοιων νοημάτων. Από τις εικαστικές τέχνες, την performance, το σύγχρονο θέατρο και κινηματογράφο μέχρι το χορό και τη μουσική, η βασική έμπνευση προέρχεται από τον ελληνορωμαϊκό πολιτισμό και τον βυζαντινό μεσαίωνα.

Πάντα ο λαός ενέπνεε καλλιτέχνες και δημιουργούς να ενσαρκώνουν τα βιώματά του σε πραγματικά καλλιτεχνικά διαμάντια, δίνοντας νόημα και ξεχωριστή υπόσταση σε αυτό που λέμε… ζωή. Έργα απαράμιλλης τεχνικής και θεματολογίας διαμόρφωσαν συνειδήσεις, διαπαιδαγώγησαν γενεές γενεών, έδωσαν κουράγιο και ελπίδα σε δύσκολες εποχές. Αποτυπώθηκαν καθολικά και συλλογικά στη συνείδηση του λαού, ως ανεκτίμητοι και  μοναδικοί θησαυροί.

Μετά ήρθε το ΠΑΣΟΚ και όλα άλλαξαν. Το σύνθημα «Το ΠΑΣΟΚ στην κυβέρνηση, ο λαός στην εξουσία» τα ισοπέδωσε όλα. Δεν άφησε τίποτα όρθιο. Αυτό συνέβη όχι γιατί θα έχανε το νόημά της η «ανυπόφορη» ζωή των ανθρώπων που βίωσαν ξεριζωμό, κατοχή, πείνα, εμφύλιο, διωγμούς, εκτοπίσεις, βασανιστήρια, προσφυγιά, και δικτατορίες ούτε γιατί ο λαός θα έπαυε να εμπνέει τους δημιουργούς αλλά πολύ απλά γιατί αυτό το σύνθημα ήταν… ένα ψέμα.

Ήδη από τις αρχές της δεκαετίας του 1980 αρχίζει να διαφαίνεται, ότι το χρήμα θα είναι η βασική ιδεολογία. Παρέες δημιουργών, οι οποίοι καταπιέστηκαν, βασανίστηκαν και εκδιώχθηκαν από τη Χούντα και τη Δεξιά, αρχικά είδαν το ΠΑΣΟΚ ως αλλαγή και τον Ανδρέα ως λυτρωτή. Το χρήμα γρήγορα διέλυσε κάθε ίχνος ρομαντισμού και κάθε ίχνος ανάγκης για ένα νέο κοινό όραμα. Οι δημιουργικές παρέες έγιναν κλίκες. Αρχικά, παρασιτώντας εκμεταλλεύτηκαν τη μνήμη καλλιτεχνών/συνοδοιπόρων προηγούμενων δεκαετιών, ώστε να έχουν ένα αφήγημα για τη δημόσια εικόνα τους. Στη συνέχεια αναπτύχθηκαν μέσα σε ένα σύστημα, το οποίο αποτελούνταν από δημιουργούς, κριτικούς, δημοσιογράφους, βουλευτές, managers, εκδότες, γκαλερίστες, επιχειρηματίες, καλλιτεχνικούς παραγωγούς και… φυσικά αφισοκολλητές, που εξελίχθηκαν σε παράγοντες και opinion leaders.      

Όσοι από αυτούς είχαν κάτι να πουν, βγήκαν μπροστά και το σύστημα τους έδωσε άφθονο χρήμα αλλά και τον τίτλο του «μεγάλου δημιουργού». Οι δημιουργοί… αναμασούσαν δήθεν καινούργιες εμπνεύσεις και οι δημοσιογράφοι… τους παρουσίαζαν σαν τους σύγχρονους «πυλώνες» του νεοελληνικού πολιτισμού. Επόμενο στάδιο δημόσιες σχέσεις, parties, δεξιώσεις και βραβεύσεις… πάντα φυσικά μεταξύ τους. Ο ένας ανέβαζε και αναγνώριζε τον άλλο και οι μεσάζοντες/dealers τέχνης να ξεπλένουν μαύρο χρήμα. Διοργανώνονταν «διεθνείς» εκθέσεις με πενήντα Έλληνες και δυο-τρείς ξένους για ξεκάρφωμα, festival κινηματογράφου και θεάτρου με τα ίδια πρόσωπα και φυσικά συναυλίες για την Κύπρο. 

Ζούσαν όλοι σε έναν δικό τους κόσμο και νόμιζαν ότι το έργο που παρήγαγαν αφορούσε ολόκληρη την κοινωνία. Στην πραγματικότητα λίγοι είχαν έμπνευση και έρεισμα στην κοινωνία. Αυτοί ήταν πάντα το επιχείρημα και το σημείο αναφοράς των μετρίων. Η Ελλάδα της βιντεοκασέτας και της trash tv είχε και έναν Αγγελόπουλο. Η Ελλάδα της απόλυτης παρακμής έβγαλε και έναν Μόραλη, έναν Τσαρούχη, έναν Τάσσο, ένα Φασιανό, έναν Λοΐζο, έναν Θεοδωράκη, έναν Χατζηδάκι, έναν Κουν, έναν Χορν, έναν Κατράκη.

Όλοι «ινδάλματα», που από πίσω τους κρύφτηκε ο ΠΑΣΟΚισμός και ο παρασιτισμός μιας δήθεν διανόησης, η οποία το μόνο που μπορούσε ουσιαστικά να πει ήταν… πόσο καλός «φίλος» ήταν ο τάδε ή ο δείνα. Ηττοπαθείς και φοβικοί εικαστικοί που πρώτα έλεγαν το όνομα του «μέντορα» και του «δασκάλου» τους και μετά το δικό τους. Μαζί τους υπήρχαν και κάτι υπερφίαλοι κριτικοί της τέχνης και της διανόησης, οι οποίοι έβρισκαν νόημα στις δημιουργίες της κλίκας. Διατύπωναν με πομπώδες ύφος κενές αναλύσεις, στις οποίες πάντα υπήρχαν «αναλογίες» και «επιρροές» από κάποιον πεθαμένο καλλιτέχνη ή καλλιτεχνικό κίνημα. Με ύφος «στοχαστικό» και «ποιητικό» όλοι τους έκρυβαν το πόσο φελλοί ήταν. Και από κάτω ένας κόσμος να πασχίζει να βρει και να διαλέξει τον «καλύτερο». Πάλι όμως το σύστημα του πέταξε ένα ακόμη ξεροκόμματο, το ονόμασε «έντεχνο» και καθάρισε.  

Μέσα από ένα ΠΑΣΟΚ-life-style νόμιζαν οι δύστυχοι, ότι ο κόσμος δεν θα έβλεπε κάποια στιγμή το πραγματικό τους πρόσωπο. Η τέχνη και ο πολιτισμός στη σύγχρονη Ελλάδα, πέρα από ελάχιστες εξαιρέσεις δημιουργών που τίμησαν το έργο τους και τον λαό, ήταν και είναι μια γενικευμένη παρακμή. Κακά τα ψέματα… η γενική εντύπωση που έχουμε για τη δεκαετία του ’80 είναι ότι πρόκειται για μια trash εποχή, η οποία έφτασε στο απόγειό της τη δεκαετία του ’90 αλλά και μετά, με φτηνές «αμερικανιές» και παρακμιακές αντιγραφές.

Και κάπου εκεί, μετά εμφανίζονται και τα καινούργια «ταλέντα». Ξαφνικά γόνοι της trash εποχής προέκυψαν ως ταλέντα, γιατί όπως όλοι γνωρίζουν το ταλέντο είναι κληρονομικό. Ο νεποτισμός δεν χαρακτηρίζει μόνο την πολιτική αλλά και το διαπλεκόμενο σύστημα της τέχνης. Αλλά και όλοι οι άλλοι οι νεότεροι καλλιτέχνες, οι οποίοι σίγουρα είναι καλύτεροι από τους προηγούμενους, έχουν δυστυχώς άσχημα και επικίνδυνα πρότυπα. Οι νέοι ηθοποιοί, εικαστικοί, συνθέτες, μουσικοί, χορευτές, designers, κινηματογραφιστές κ.α. συχνά παρασύρονται από τον γενικευμένο ΠΑΣΟΚισμό θεωρώντας τον κανονικότητα. Ο καλλιτεχνικός ΠΑΣΟΚισμός δεν είναι κανονικότητα, είναι ύβρις προς τον πολιτισμό.   

Η ιδεολογία του ΠΑΣΟΚισμού επέτρεψε στον κάθε τυχόντα να κομπάζει, ότι μιλάει εξ ονόματος του λαού, καθώς.. ο λαός ήταν στην εξουσία. Με ύφος λαϊκού μάγκα αλλά και ταυτόχρονα διανοούμενου και ποιητή πορεύτηκαν τα τελευταία σαράντα χρόνια ανθρωπάκια και συμπλεγματικοί, που με το ΠΑΣΟΚ στην κυβέρνηση πουλήθηκαν σε όποιον τους αγόραζε. Τα τελευταία δέκα χρόνια η ιδεολογία του χρήματος στένεψε τη «μεγάλη διανόηση» και την «υψηλή τέχνη» και αποκαλύφθηκε η χυδαιότητα και η παρακμή της. Όσο οι καλλιτέχνες και δημιουργοί «έμεναν Ευρώπη», τόσο ο λαός κοιτούσε με απορία και αναρωτιόταν… πώς αυτοί που μιλούσαν εξ ονόματός του για τον λαϊκό πολιτισμό, για τους καημούς του και τη λεβεντιά του, τώρα τον φτύνουν κατάμουτρα.

Τη συνδυαστική λογική του Panofsky και των άλλων θεωρητικών και ιστορικών της τέχνης και της δημιουργίας δεν θα την βρει κανείς στην Ελλάδα. Στην Ελλάδα το έργο τέχνης είναι ατομική υπόθεση και αφορά προσωπικά και μόνο τον καλλιτέχνη και όχι την κοινωνία. Στην Ελλάδα ο λαός αρκείται στην εφήμερη διασκέδαση. Βλέπει το έργο τέχνης ως άλλοθι και ως επιβεβαίωση ότι ζει σε «πολιτισμό». Στην Ελλάδα ο καλλιτέχνης πασχίζει είτε να μπει σε κάποια κλίκα είτε να φτιάξει μια δικιά του, «Καθότι εν Ελλάδι, τέχνη ίσον κονόμα. Και τέχνη χωρίς κονόμα ίσον σάμαλι χωρίς τελάρο» που λέει και ο Χάρρυ Κλυνν.

To koutipandoras.gr θεωρεί δικαίωμα του κάθε αναγνώστη να εκφράζει ελεύθερα τις απόψεις του. Ωστόσο, τονίζουμε ρητά ότι δεν υιοθετούμε τις απόψεις αυτές καθώς εκφράζουν τον εκάστοτε χρήστη και μόνο αυτόν. Παρακαλούμε πολύ να είστε ευπρεπείς στις εκφράσεις σας. Τα σχόλια με ύβρεις θα διαγράφονται, ενώ οι χρήστες που προκαλούν ή υβρίζουν θα αποκλείονται.