Πασχίζοντας να μείνεις στο δικό σου σπίτι τη δεκαετία της κρίσης

Είμαι απ’ αυτούς τους χιλιάδες νέους και νέες που ενηλικιώθηκαν στις αρχές της κρίσης, ολοκλήρωσαν τις σπουδές τους στο αποκορύφωμά της και βγήκαν να ψάξουν την τύχη τους σε μια ημίνεκρη αγορά εργασίας. Λίγο καιρό μετά, βίωσα στο πετσί μου και τον φαντασμαγορικό θάνατό της. Και όλα αυτά, όταν στα πιο παραγωγικά σου χρόνια είτε θα ήσουν άνεργος είτε θα έπαιρνες ψίχουλα.

Νίκος Σπυρόπουλος 27/12/2019 | 09:00

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι τη δεκαετία που αφήνουμε πίσω μας σε λίγες ημέρες θα τη θυμόμαστε ως τη δεκαετία της κρίσης. Μιας κρίσης ως επί των πλείστων οικονομικής αλλά ταυτόχρονα αξιών και ηθικής. Η πολιτική και οι πολιτικοί αναγκάστηκαν να πετάξουν τις μάσκες και να φανερώσουν το πραγματικό τους πρόσωπο. 

Η επίπλαστη εικόνα της απόλυτης χλιδής, των ημερών των παχέων αγελάδων πριν και μετά τους Ολυμπιακούς Αγώνες, έσκασε σαν μια προχειροφτιαγμένη φούσκα τον Απρίλιο του 2010 στο Καστελόριζο. Στα δύστοκα αυτά χρόνια ένα από τα πολλά όνειρα των νέων που καταστράφηκαν ήταν και το να «πιάσουν» το δικό τους σπίτι. 

Οι… «τυχεροί»

Με μια ολόκληρη οικονομία αλλά και κοινωνία σε κρίση, το σενάριο που ήθελε με το που τελειώσεις τις σπουδές σου να βρεις δουλειά και μάλιστα σχετική με το αντικείμενό σου φάνταζε άπιαστο όνειρο. Το σενάριο του να έφευγες από το πατρικό σου θύμιζε κακόγουστο αστείο.

Οι «τυχεροί» κατάφεραν να βρουν δουλειά σχετική με τις σπουδές τους. Τα χρήματα θύμιζαν σχολικό χαρτζιλίκι και όχι κανονικό μισθό. Έφταναν μονάχα για να καλύψουμε τις βασικές μας ανάγκες. Από τη γενιά των 700 ευρώ γκρεμιστήκαμε στη γενιά των 500, των 400 και των 300 ευρώ. Αν ήσουν κάτω των 25 ετών έπαιρνες ακόμα λιγότερα. 

Την ίδια στιγμή οι τιμές στην αγορά συνέχιζαν την ανοδική τους πορεία. Αν και αυτές των ενοικίων έπεσαν από το 2012 και μετά, τα χρήματα που έβαζες κάθε μήνα στην τσέπη σου, αν δηλαδή τα έβαζες, δε σου έφταναν ούτε για τα τις βασικές σου ανάγκες. Πόσο μάλλον για να «πιάσεις» σπίτι και να το συντηρείς. Μιλάμε πως μόνο για το νοίκι ήθελες σχεδόν έναν ολόκληρο μισθό.

Εμπρός… πίσω

Ξέρω ελάχιστους προσωπικά που πήραν το ρίσκο και σε πείσμα των καιρών βρήκαν σπίτι. Η ψυχούλα τους το ξέρει πώς τα έβγαζαν πέρα κάθε μήνα. Κάποιοι δεν τα κατάφεραν και γύρισαν πίσω. Τεράστια ψυχολογική ήττα. 

Αντιλαμβάνομαι τον πόνο που βίωσαν οι μεγαλύτεροι σε ηλικία την περίοδο εκείνη οι οποίοι αναγκάστηκαν μετά από αρκετά χρόνια να γυρίσουν στο πατρικό τους. Μιλάμε ακόμη και για 35άρηδες. Δεν θέλω να σκέφτομαι τις οικογένειες που ξεσπιτώθηκαν. Πόσες έχασαν τα σπίτια τους στους πλειστηριασμούς. Κάπως έτσι άνοιξαν οι πόρτες διάπλατα στα «κοράκια» των ακινήτων.

Κάποιοι άλλοι της γενιάς μου, επέλεξαν να μην πάρουν το ρίσκο. Αφενός διότι κάθε φορά με τους υπολογισμούς που έκαναν κάθε μήνα έβγαιναν «μείον» και αφετέρου προτίμησαν να προσπαθήσουν να βάλουν στην άκρη ό,τι μπορούσαν. Άλλο όνειρο και αυτό. Της αποταμίευσης. 

Και εγένετο... Airbnb

Τα χρόνια περνούν και φτάνουμε σ’ αυτά όπου μεσουρανεί η φρενίτιδα της Airbnb. Ιδιοκτήτες στο βωμό του εύκολου και αφορολογήτου χρήματος πέφτουν με τα μούτρα σε μια μπίζνα με τελικά θύματα τους ενοικιαστές. Το φαινόμενο δεν είναι ελληνικό. Ξεκίνησε απ’ τις μεγαλύτερες μεγαλουπόλεις της Ευρώπης για να καταλήξει και στη χώρα μας που - όπως όλα σχεδόν - εφαρμόστηκε εν νυκτί και με βίαιο τρόπο.

Ακίνητα πωλούνται κοψοχρονιά σε «επενδυτές» που ξεζουμίζουν ολόκληρες γειτονιές. Πετράλωνα και Κουκάκι είναι χαρακτηριστικές περιπτώσεις περιοχών που ξεγυμνώθηκαν απ΄ τους μόνιμους κατοίκους τους. Τα Εξάρχεια μπήκαν και αυτά στο παιχνίδι ειδικότερα απ’ όταν η νυν κυβέρνηση έστησε μια ολόκληρη σχεδόν προεκλογική καμπάνια πάνω στο «άβατο» και το δόγμα «νόμος και τάξη».

Οι αστυνομικές σκούπες έγιναν καθημερινότητα. Μαζί τους και η απροκάλυπτη αστυνομική βία. Τραμπουκίζουν. Εξευτελίζουν. Εκμεταλλεύονται. Μετά την ανομία των Εξαρχείων ήρθε και η ανομία στο Κουκάκι. Και εκεί είδαμε δεμένους πισθάγκωνα ανθρώπους. Γίναμε μάρτυρες της βάναυσης κακοποίησης μιας ολόκληρης οικογένειας που απλώς έμενε δίπλα στο υπό κατάληψη κτίριο. 

Τα ενοίκια απ’ το καλοκαίρι του 2018 συνεχίζουν να ανεβαίνουν ενώ οι μισθοί μένουν στάσιμοι. Σε πολλές περιπτώσεις ξεπερνούν ακόμη το μέσο μισθό. Ενοικιαστές πετάγονται στο δρόμο από ιδιοκτήτες που μυρίστηκαν χρήμα χρησιμοποιώντας ως δικαιολογία την «αύξηση ενοικίων». Όποιος δε συμφωνήσει να δώσει όσα ζητούν, φεύγει. Το κράτος παρακολουθεί σαν θεατής. Την ίδια στιγμή που αρκετές ευρωπαϊκές πόλεις έχουν ήδη νομοθετήσει για να προστατεύσουν τους κατοίκους τους από την αισχροκέρδεια. Λες και το δικαίωμα στη στέγαση είναι προϊόν που πουλιέται στα ράφια.

Όσο σκληρή, όσο δύσκολη και ψυχοφθόρα είναι η δεκαετία που φεύγει με έκανε να συνειδητοποιήσω πως όντως έχουμε έναν μεγάλο σύμμαχο. Την αλληλεγγύη. Μια ανθρωπιά που έμεινε ζωντανή στα χρόνια που όλα σχεδόν νεκρώθηκαν.