Παρακράτος εν κράτει

Η συγχορδία κρανοφόρων και γραβατοφόρων σκορπίζει τον τρόμο, αλλά η κοινωνία ροχαλίζει μπροστά στην τηλεόραση

Νίκος Παπαδογιάννης 20/12/2019 | 16:43

Συνάντησα την Τατιάνα Μπόλαρη την Τετάρτη 4 Δεκεμβρίου, στην παρουσίαση του νέου βιβλίου του φίλου Χριστόφορου Κάσδαγλη. «Θα σου στείλω τις φωτογραφίες που τράβηξα τη Δευτέρα», μου υποσχέθηκε. «Αρκεί να έχω επιβιώσει, από το Σαββατοκύριακο που έρχεται».

Ο αστερίσκος της Τατιάνας είχε να κάνει με τον εορτασμό της θλιβερής επετείου από τη δολοφονία του Αλέξανδρου Γρηγορόπουλου και με τις οδομαχίες που με μαθηματική ακρίβεια θα τον συνόδευαν. Η ικανή και ατρόμητη φωτογράφος έζησε στο πετσί της τη βαναυσότητα των αστυνομικών. Κυριολεκτικά.

Για καλή τύχη δική της και δική μας, ένας ετοιμοπόλεμος συνάδελφός της ήταν παρών και με το χέρι στο κουμπί, όταν η Τατιάνα χτυπήθηκε από ΜΑΤατζή το 2011 στο Σύνταγμα, σε διαδήλωση των «αγανακτισμένων». Ο 27χρονος αστυνομικός που τραυμάτισε την κοπέλα τιμωρήθηκε με ποινή 8μηνης φυλάκισης, με αναστολή φυσικά, για πρόκληση σωματικής βλάβης.

Όχι όμως για παράβαση καθήκοντος. Αλίμονο, καθήκον τους είναι να βαράνε. Τι το έχουν το κλομπ, για μόστρα; Όσο πιο αλύπητα, τόσο πιο καλά.  

Το προγνωστικό της Τατιάνας (στην οποία χρωστάμε και τις εμβληματικές φωτογραφίες της Μάγδας Φύσσα από τη δίκη της Χρυσής Αυγής), ακλόνητο στάνταρ άλλωστε, επαληθεύτηκε κατά γράμμα. Όσοι τόλμησαν να βγουν στους δρόμους για να τιμήσουν τη μνήμη του δύσμοιρου Γρηγορόπουλου έφαγαν το ξύλο της αρκούδας και του γουρουνιού.

Το γλέντι που είχε ήδη ξεκινήσει τις προηγούμενες εβδομάδες συνεχίστηκε με αμείωτη ένταση τις επόμενες ημέρες, με περιστατικά που αποτελούν ντροπή για ευνομούμενη, υποτίθεται, κοινωνία. Η ντροπή, ως γνωστόν, ακολουθεί μόλις συνηθίσει κανείς στη σιωπή.

Μπάτσοι έγδυσαν διαδηλωτές για να τους χώσουν το γκλομπ στα πισινά, μπάτσοι διέταξαν κοπέλα να βγάλει το βρακί της για να δουν αν φοράει σερβιέτα, μπάτσοι έκαναν ντου σε σπίτια ανυποψίαστων πολιτών, μπάτσοι μετέτρεψαν τις ταράτσες σε δημόσια πεδία βολής, μπάτσοι έδειραν, μπάτσοι εξευτέλισαν, μπάτσοι έριξαν τις μάσκες που φορούσαν.

Βίαιοι ξυλοδαρμοί, προσβολές της ανθρώπινης προσωπικότητας, παραβιάσεις ασύλου, αναίτιες συλλήψεις, χημικά, αλητεία, ένα ασύδοτο παρακράτος με πηλίκιο, με αγράμματους «Ράμπο» σε ρόλο θεματοφύλακα. Δεν ήταν δα πολύ διαφορετικοί οι άνεμοι, όταν ξεπήδησε από το περιθώριο της ελληνικής κοινωνίας η «17 Νοέμβρη».

Όποιος κατέβηκε από κάποιον ξένο πλανήτη μπορεί να εκπλήσσεται με όλα τα παραπάνω, οι παροικούντες την Ιερουσαλήμ όχι.  Η αστυνομία ήταν πάντοτε ίδια, ένα λούμπεν σώμα ανασφαλείας στελεχωμένο από αστοιχείωτα στοιχεία και από βίαιους οπλόκαυλους. Αυτό που άλλαξε άρδην, το τελευταίο εξάμηνο, ήταν η στάση της κυβέρνησης. Η ζεστή φτερούγα της Πολιτείας.

Είναι φανερό και γίνεται ολοένα φαεινότερο, ότι οι ένστολοι τραμπούκοι κερδίζουν αμέτρητα «μπράβο» με κάθε ανδραγάθημα, από τον πολιτικό τους προϊστάμενο και από τον πολιτικό προϊστάμενο του πολιτικού προϊσταμένου τους. Ο «σοσιαλιστής» Χρυσοχοϊδης και ο «ευρωπαϊστής» Μητσοτάκης αποδεικνύονται λύκοι με προβιά προβάτου.

«Η ανομία θα τελειώσει», υπόσχονται από την πρώτη στιγμή. Αλλά τα μοναδικά δείγματα ανομίας που πιάνει το γυμνό μάτι είναι οι ξεδιάντροπες κλωτσοπατινάδες και η ανεξέλεγκτη δράση των «οργάνων της τάξης». Το πρόβλημα δεν είναι οι κουκουλοφόροι, αλλά οι κρανοφόροι. Και οι γραβατοφόροι.

Για να είμαστε τίμιοι απέναντι στον καθρέφτη μας και απέναντι στην κάλπη όπου ξεπλύναμε τα άπλυτά μας, το πραγματικό πρόβλημα δεν είναι ο Μητσοτάκης, όπως δεν ήταν ούτε ο Σαμαράς. Το μεγάλο πρόβλημα είναι ο νοικοκύρης που πανηγυρίζει τα παθήματα των «άπλυτων» και χειροκροτεί ενθουσιασμένος την ίδρυση αστυνομικού κράτους, εν κράτει. Ο παροιμιώδης μέσος ανθρωπάκος.

Ποιος λαός θα ανεχόταν αυτή την κατάντια χωρίς να κατεβάσει αυθόρμητα ένα εκατομμύριο κόσμο στους δρόμους; Μία χλιαρή απόπειρα για συλλαλητήριο εξανεμίστηκε πριν πάρει διαστάσεις, αφού η συμμετοχή ήταν λιγότερο και από υποτυπώδης. Ακόμα και τα κόμματα της εξ αριστερών αντιπολίτευσης, αξιωματικής και μη, περιορίζονται σε νερόβραστες δηλώσεις ή σε μακάριο ροχαλητό. Σήμερα δεν υπάρχουν πια αγανακτισμένοι. Υπάρχουν μόνο κοιμισμένοι.

Αφυπνίζονται άγαρμπα μόνο όσοι γίνονται θύματα από σπόντα και περνούν στη λάθος όχθη, όπως ο σκηνοθέτης Δημήτρης Ινδαρές με την οικογένειά του. Συχνά είναι και οι ίδιοι ψηφοφόροι της μεγάλης φιλελεύθερης παράταξης, αλλά κανονικοί άνθρωποι. Όχι από εκείνους τους ρεβανσιστές, που οραματίζονται χωροφύλακες, εμφυλίους και κράτος φόβου. Το κάρμα του αγλαού «Χρυσοβορίδη» θα είναι να βρει μπελά από ανθρώπους δεξιότερους από τον ίδιο.  

Η Τατιάνα Μπόλαρη επιβίωσε, αλλά η κοινωνία μας αργοπεθαίνει, βυθισμένη στον βαθύ λήθαργο των ριάλιτι, της μπάλας, της αμορφωσιάς και της ξεπουλημένης δημοσιογραφίας. Έχετε το νου σας το πρωί, γιατί ο γαλατάς του 2019 δεν χτυπάει καν το κουδούνι.