Το 2015, από το βήμα της καθιερωμένης ομιλίας για την Κατάσταση του Έθνους, ο τότε πρόεδρος των ΗΠΑ, Μπαράκ Ομπάμα, εξήγγειλε μια φιλόδοξη παρέμβαση στον τομέα της δημόσιας υγείας. Η «Πρωτοβουλία για την Ιατρική Ακριβείας» παρουσιάστηκε στο αμερικανικό κοινό ως το απόλυτο επιστημονικό ανάχωμα απέναντι σε μάστιγες όπως ο καρκίνος και ο διαβήτης, υποσχόμενη εξατομικευμένη γνώση για την προστασία των πολιτών και των οικογενειών τους. Η εξαγγελία εκείνη, που έγινε δεκτή με ενθουσιώδη χειροκροτήματα, σηματοδότησε τη γέννηση του προγράμματος «All of Us» από τα Εθνικά Ινστιτούτα Υγείας (NIH). Στόχος ήταν η δημιουργία μιας γιγαντιαίας ψηφιακής δεξαμενής, όπου περίπου ένα εκατομμύριο Αμερικανοί θα προσέφεραν εθελοντικά δείγματα αίματος, ιατρικά ιστορικά και ευαίσθητα βιομετρικά δεδομένα.
Πίσω όμως από τη βιτρίνα της ανθρωπιστικής μέριμνας και της επιστημονικής πρωτοπορίας, αναδεικνύεται μια άλλη, σαφώς πιο ανησυχητική διάσταση του σύγχρονου βιοπολιτικού ελέγχου. Στην αρχιτεκτονική αυτού του δημόσιου εγχειρήματος βρίσκεται πλέον η Palantir, ο τεχνολογικός κολοσσός που έχει συνδέσει άρρηκτα το όνομά του με τις αμερικανικές μυστικές υπηρεσίες, το Πεντάγωνο και τις πιο σκοτεινές σελίδες της αντιμεταναστευτικής πολιτικής της προεδρίας Τραμπ. Όταν η διαχείριση των πιο ευαίσθητων δεδομένων εκατοντάδων χιλιάδων ανθρώπων ανατίθεται σε εταιρείες με τέτοιο αποτύπωμα και προϊστορία, τα όρια μεταξύ δημόσιας φροντίδας και ιδιωτικής επιτήρησης γίνονται επικίνδυνα δυσδιάκριτα.
Από τη βιοϊατρική προσφορά στην ψηφιακή περίφραξη
Οι υποστηρικτές του προγράμματος επικεντρώνονται στην κοινωνική και επιστημονική του χρησιμότητα. Σύμφωνα με τους τελευταίους, τα στοιχεία που έχουν συγκεντρωθεί –με τα προφίλ σχεδόν 750.000 συμμετεχόντων να είναι ήδη προσβάσιμα στην ερευνητική κοινότητα από τις αρχές του φετινού καλοκαιριού– έχουν τροφοδοτήσει σημαντικές μελέτες για το Αλτσχάιμερ, τον διαβήτη και τις διαταραχές του ύπνου. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η έρευνα του Πανεπιστημίου της Καλιφόρνια στο Ιρβάιν το 2022, η οποία, βασιζόμενη σε αυτά τα στοιχεία, διαπίστωσε ότι οι Λατινοαμερικανοί μετανάστες παρουσιάζουν υψηλότερα ποσοστά καρκίνου του ήπατος σε σχέση με τους ομοεθνείς τους που γεννήθηκαν στις ΗΠΑ.
Παράλληλα, σε δημόσια τοποθέτηση του επικεφαλής της πρωτοβουλίας το 2024, υπογραμμίστηκε ότι το 87% των συμμετεχόντων ανήκει σε πληθυσμιακές ομάδες που υποεκπροσωπούνται ιστορικά στη βιοϊατρική έρευνα, με έμφαση στους Αφροαμερικανούς και τους Λατίνους. Αυτό ακριβώς το πληθυσμιακό δείγμα είναι που καθιστά το ζήτημα της ασφάλειας βαθιά πολιτικό. Η διαβεβαίωση των αρχών ότι τα ονόματα των συμμετεχόντων αντικαθίστανται από κωδικούς και ότι ελάχιστοι έχουν πρόσβαση στην αποκωδικοποίησή τους, δεν φαίνεται να πείθει ιδιαίτερα.
Η συντριπτική πλειονότητα αυτών των εθελοντών αγνοεί ότι ο ψηφιακός θεματοφύλακας της προσφοράς τους είναι η ίδια εταιρεία που παρείχε τα τεχνολογικά εργαλεία εντοπισμού στην υπηρεσία δίωξης μεταναστών (ICE) για τις μαζικές απελάσεις και η οποία αποτελεί βασικό εταίρο του Υπουργείου Άμυνας των ΗΠΑ. Η φιγούρα του διευθύνοντος συμβούλου της Palantir, Άλεξ Καρπ –ενός ανθρώπου που με τα γκρίζα σγουρά μαλλιά και τα λεπτά ορθογώνια γυαλιά του ενσαρκώνει την αισθητική της σύγχρονης, ψυχρής τεχνοκρατίας– μοιάζει πλέον να επιβλέπει τις πιο μύχιες πτυχές της ιδιωτικής ζωής των πολιτών, προκαλώντας έντονες αντιδράσεις από ειδικούς σε θέματα βιοηθικής και δικαιωμάτων.
Η διακομματική συναίνεση της τεχνολογικής αιχμαλωσίας
Η διείσδυση της Palantir στο πρόγραμμα «All of Us» επισημοποιήθηκε το 2023, μέσω του Κέντρου Σύνδεσης και Απόκτησης Δεδομένων (CLAD), το οποίο φιλοξενείται στο Πανεπιστήμιο της Βόρειας Καρολίνας στο Τσάπελ Χιλ, κατόπιν επιλογής από το Ιατρικό Κέντρο Anschutz του Πανεπιστημίου του Κολοράντο, που αποτελεί βασικό δικαιούχο της κρατικής χρηματοδότησης. Παρά το γεγονός ότι οι επίσημες ανακοινώσεις των Εθνικών Ινστιτούτων Υγείας (NIH) επένδυσαν την απόφαση με εύφημες μνείες για μια σύμπραξη κορυφαίων ακαδημαϊκών και τεχνολογικών οργανισμών, η ουσία βρίσκεται στην πολιτική της νομιμοποίηση. Η έγκριση αυτής της συνεργασίας κατά τη διάρκεια της διακυβέρνησης Μπάιντεν αποδεικνύει ανάγλυφα ότι η εξάρτηση του αμερικανικού κρατικού μηχανισμού από τα ιδιωτικά τεχνολογικά μονοπώλια δεν γνωρίζει κομματικά σύνορα.
Απέναντι στις επικρίσεις, ο κρατικός μηχανισμός επιστρατεύει μια αυστηρή ρητορική θεσμικών αναχωμάτων. Εκπρόσωποι των NIH σπεύδουν να διευκρινίσουν ότι δεν υφίσταται επίσημη «εταιρική σχέση» αλλά μια απλή υπεργολαβία, με τον ρόλο της Palantir να περιορίζεται αυστηρά σε μη ερευνητικά καθήκοντα, χωρίς δικαίωμα ιδιοκτησίας ή ανεξάρτητης μεταφοράς των δεδομένων σε εξωτερικές βάσεις. Στο ίδιο μήκος κύματος, το Πανεπιστήμιο της Βόρειας Καρολίνας διαβεβαιώνει ότι εφαρμόζονται απαραβίαστα ψηφιακά αρχεία καταγραφής για κάθε ενέργεια, διασφαλίζοντας ότι καμία πληροφορία δεν μπορεί να αντιγραφεί ή να πουληθεί. Η ίδια η εταιρεία αμύνεται προβάλλοντας τον εαυτό της ως έναν απλό πάροχο λογισμικού που βοηθά τους πελάτες της να βγάλουν νόημα από τα δεδομένα τους, ισχυριζόμενη ότι τηρεί απαρέγκλιτα τις αρχές προστασίας των πολιτικών ελευθεριών.
Το έλλειμμα διαφάνειας και η παγκόσμια γεωπολιτική διάσταση
Αυτές οι καθησυχαστικές διαβεβαιώσεις, ωστόσο, ελάχιστα μειώνουν το μέγεθος του προβληματισμού και τους κινδύνους που εγκυμονεί η συγκέντρωση τόσων διαφορετικών και κρίσιμων βάσεων δεδομένων στα χέρια μιας και μόνο εταιρείας. Η Palantir, άλλωστε, έχει ήδη επεκτείνει σημαντικά το αποτύπωμά της στην υγεία, έχοντας εξασφαλίσει από το 2020 συμβόλαια για τη διαχείριση των δεδομένων του Covid-19 στις ΗΠΑ, ενώ παράλληλα διατηρεί συμφωνίες εκατοντάδων εκατομμυρίων με το Εθνικό Σύστημα Υγείας της Μεγάλης Βρετανίας (NHS). Είναι προφανές ότι οι πολίτες που προσέφεραν το γενετικό τους υλικό για το κοινό καλό δεν μπορούσαν να διανοηθούν ότι η διαχείρισή του θα κατέληγε σε μια τέτοια εταιρεία.
Στα υποδείγματα των εντύπων συγκατάθεσης που υπογράφουν οι ασθενείς, το όνομα της Palantir δεν αναφέρεται πουθενά. Ακόμη και μεγάλα νοσοκομειακά ιδρύματα που συμμετέχουν στη στρατολόγηση εθελοντών –όπως συνέβη με το σύστημα του Πανεπιστημίου της Καλιφόρνια στο Σαν Φρανσίσκο το 2024– παραλείπουν οποιαδήποτε αναφορά στην εμπλοκή της εταιρείας, αφήνοντας τους πάντες στο σκοτάδι.
Την ίδια στιγμή, η δράση της Palantir εκτείνεται σε πεδία που αγγίζουν τις πιο σκληρές πτυχές της σύγχρονης γεωπολιτικής και του κρατικού καταναγκασμού. Η τεχνολογία της χρησιμοποιείται ενεργά από τον ισραηλινό στρατό στις επιχειρήσεις στη Γάζα, από τις ένοπλες δυνάμεις των ΗΠΑ σε πλήγματα στο Ιράν, και από το Υπουργείο Εσωτερικής Ασφάλειας μέσω του λογισμικού ImmigrationOS, το οποίο υπηρέτησε τις αντιμεταναστευτικές πολιτικές του Λευκού Οίκου.
Όταν ο ψηφιακός αρχιτέκτονας στρατιωτικών επιχειρήσεων, ψηφιακής επιτήρησης και μαζικών απελάσεων μετατρέπεται σε διαχειριστή της δημόσιας υγείας των πιο ευάλωτων στρωμάτων και των μεταναστών, ο κίνδυνος είναι τεράστιος. Η ανάθεση αυτή δεν αποτελεί μια απλή τεχνική επιλογή, αλλά μια βαθιά πολιτική παραχώρηση που μετατρέπει τη δημόσια μέριμνα στις ΗΠΑ σε προέκταση του παγκόσμιου μηχανισμού καταστολής και επιτήρησης.
Διαβάστε επίσης:
Γιατί κατέρρευσε η συμφωνία ΗΠΑ – Ιράν: Το παρασκήνιο της νέας σύγκρουσης
Άγιοι Τόποι: Η διαρκής Νάκμπα και ο διωγμός των Χριστιανών ως πάγια ισραηλινή πολιτική
Πολεμική βιομηχανία: Γιατί οι ΗΠΑ μακντοναλντοποιούν το πυραυλικό μοντέλο παραγωγής
Tα σχόλια στο site έχουν απενεργοποιηθεί. Μπορείτε να σχολιάζετε μέσα από την επίσημη σελίδα στο Facebook
Σχόλια